Εξώφυλλο

Νόστος:

Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

[Τεκμηρίωση: βλ. Πυξίς]

Γιάννης Ρίτσος

Η επιστροφή της Ιφιγένειας


(Περασμένα μεσάνυχτα. Άνοιξη. Μεγάλο δωμάτιο, στριμωγμένο απ’ τα πολλά, παλιά έπιπλα. Μια μεγάλη λάμπα πετρελαίου, κρεμαστή, επίχρυση, φωτίζει σκιερά τοα μεσιανό στρογγυλό τραπέζι, στρωμένο με ξεθωριασμένο πορφυρό βελούδο, όπου βρίσκεται ένα χάλκινο σκαλιστό ανθοδοχείο χωρίς λουλούδια, όχι στη μέση, παραμερισμένο κάπως προς το πλάι, κοντά σ’ ένα ποτήρι νερό. Ο αδελφός κι η αδελφή κάθονται σχεδόν αντικριστά, σε άβαθες πολυθρόνες, έχοντας ανάμεσά τους το τραπέζι. Δε μιλάνε — σα να βρίσκονται σε αγρυπνία ή σε παραμονή αποχωρισμού. Μέσα κι έξω απ’ το σπίτι δεν ακούγεται τίποτα — ούτε οι ψιθυρισμοί της νύχτας, παρότι το ’να παράθυρο μένει ανοιχτό. Οι υπηρέτες, όσοι απόμειναν στη ζωή, γερασμένοι, περισσότερο σκιώδεις και μυστηριώδεις, θα κοιμούνται βέβαια. Πάνω σε μια καρέκλα, ένα καψαλισμένο κούτσουρο, μοιάζοντας κάπως με γυναικείο κορμό χωρίς χέρια και πόδια. Στην ατμόσφαιρα βαραίνει σαν τιμωρία η αίσθηση του άσκοπα αποδιωγμένου ύπνου, μαζί και κάποια αόριστη αίσθηση σα να ’χει τελειώσει κάτι υποχρεωτικό. Φαίνεται πως οι δυο αδελφές τους θα λείπουν στα κτήματα, στους μεγάλους αμπελώνες. Οι υπόλοιποι λείπουν στους θολωτούς τάφους. Τα δυο αδέλφια εξακολουθούν να σωπαίνουν ύστερ’ απ’ τα πολλά που ’χαν ανταλλάξει στη διάρκεια του μακρόχρονου ταξιδιού της επιστροφής, μέσα στην ένταση του κινδύνου που ξέφυγαν και των άγνωστων κινδύνων που παραμόνευαν. Μοιάζουν σα να ’χουν αδειάσει από λόγια, αισθήματα, αναμνήσεις· σα μετανιωμένοι για την προηγούμενη έξαρσή τους και προπάντων για την αναπότρεπτη κείνες τις ώρες υπερβολή στις χειρονομίες, στις εκφράσεις, στον τόνο της φωνής, που παραδίδει τον άνθρωπο ανεπιφύλακτο κι απροφύλακτο, σα να υπόσχεται με απόλυτη ειλικρίνεια κάτι πολύ μεγάλο που ποτέ δε θα μπορέσει να εκπληρώσει, να συνεχίσει, να επαναλάβει. Ίσως γι’ αυτό να βιάστηκε να φύγει κι ο πιστός σύντροφος του αδελφού της —λιγότερο δοκιμασμένος αυτός και περισσότερο συναισθηματικός— προμαντεύοντας την αλλαγή του τόνου στις σχέσεις τους, στην προσπάθειά τους να συντηρήσουν την πρώτη τους ένταση, διπλασιάζοντας μάλιστα τη διαχυτικότητά τους. Δεν την άντεχε αυτή τη μοναχική ενοχή, παρότι γνώριζαν κι οι τρεις τους τη βαθύτερη γενική συνενοχή. Ντρέπονταν πια. Θα εύχονταν να είχαν συγκρατηθεί ή να ’χαν χωρίσει νωρίτερα ή να μην είχαν διόλου συναντηθεί. Ωστόσο η κόρη κάνει μια τελευταία προσπάθεια μες στην κοινότητα τουλάχιστον της μοναξιάς τους, να μιλήσει, κι ακόμη να ρωτήσει εκεί που είναι βεβαία πως δε χρειάζεται και πως απάντηση δεν υπάρχει. Ίσως να θέλει ακόμη μια φορά να δείξει κάποια αφέλεια, κάποια αθωότητα κι ανυποψία — να δοκιμαστεί χωρίς καμιά σκοπιμότητα ή και να καλύψει κατά κάποιο τρόπο τη δυσαναλογία του πριν, του τώρα, του ύστερα, μέσα σε μια θλιμμένη πια κι εκβιασμένη ειλικρίνεια):

Πάνε τρεις μέρες κιόλας που βρισκόμαστε στον τόπο μας. Έληξε το ταξίδι·
έληξε η περιπέτεια. Λοιπόν; — αυτό ήταν; αυτά ήταν;
Καθόλου δε χαμογελάς. Ούτε κι εγώ. Δεν είναι, βέβαια,
αυτά που λείπουν, αυτά που δε βρήκαμε, — και που, άλλωστε,
δεν περιμέναμε διόλου να τα βρούμε. Είναι ίσως
που λείπουμε εμείς. Επιστρέψαμε λέμε
κι ούτε γνωρίζουμε σχεδόν από πού και πού επιστρέψαμε. Ανάμεσα
σε δυο άγνωστα σημεία μετακινούμαστε. Μη σκύβεις το κεφάλι.
Θα φύγουμε κι εσύ κι εγώ. Δε θα κρατήσει ο ένας τον άλλον. Κάθεσαι κιόλας
στην άκρη της καρέκλας. Πάει κι ο φίλος μας. Μόλις συναντηθήκαμε
χωρίζουμε πάλι. Ω, βέβαια, κάποια μέρα
οι προορισμοί τελειώνουν. Αποδεσμευόμαστε
μέσα στη νέα σκλαβιά, — δε μας εγκαταλείπει αυτή, καραδοκεί, περιμένει
στην πύλη της εξόδου, πλάι στα ξερά χορτάρια, τις τσουκνίδες, τ’ αγκάθια
και τα ριγμένα κλειδιά.
Τα πράγματα
φαίνονται κάποτε τόσο άλλα και ταυτόχρονα τόσο ίδια. Το πιάνο,
στην αίθουσα των κιόνων, — τί μικρό που μου φάνηκε την πρώτη μέρα. Τώρα
μεγαλώνει τη νύχτα, τρίζουν οι αρθρώσεις του, σωπαίνει, γίνεται
ένας ολόκληρος κόσμος σκεπασμένος μ’ ένα τεράστιο αδιάβροχο
σκληρό, μαυρισμένο, — δεν εφαρμόζει στα πράγματα που σκεπάζει,
όμοιο μ’ αυτό που κουκουλώνουν κάτω στο λιμάνι τα τσουβάλια το αλεύρι
μόλις κάνει ν’ αρχίσει η βροχή. Τα τσουβάλια
έτσι κρυμμένα πληθαίνουν, πληθαίνουν, αφαιρώντας
κάτι από μας, κάνοντάς μας να νιώθουμε
ολότελα απροφύλακτοι· να νιώθουμε ακόμη
το γενικό απροφύλακτο· — γιατί κι αυτό τ’ αδιάβροχο
είναι γεμάτες τρύπες· τρέχουν τα νερά· μουσκεύει τ’ αλεύρι, γρομπιάζει,
δε γίνεται ψωμί ούτε πίτες.
Έτσι το πιάνο
ανώφελο, βαρύ, επιβλητικό μέσα στη μουγγαμάρα του,
θυμίζοντάς μας εκδικητικά πως σωπαίνει,
έτσι με τις βαθιές του σκεπασμένες φωνές, είναι ένα μαύρο κασόνι
γεμάτος κόκαλα, κουμπιά, σκεβρωμένα παπούτσια
και πλήθος παράταιρα σκουλαρίκια.
Οι πεθαμένοι
παντού και πάντοτε είναι περισσότεροι απ’ τους ζωντανούς. Δε μιλάνε —
γι’ αυτό πυκνώνει η σιωπή. Ωστόσο ακούνε·
ακούνε πριν απ’ τον ήχο· ακούν τα βήματά μας
πριν σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι να πάρουμε απ’ τη βρύση
ένα ποτήρι νερό. Και το νερό
έχει μια παγωμένη χλιαρότητα σα να το ’χουν εκείνοι κρατήσει
μέσα στις φούχτες τους, μέσα στον τοίχο, μέσα στο σκοτάδι. Το νερό δε δροσίζει —
κι ούτε άλλωστε ζητάς να δροσιστείς· φοβάσαι μάλιστα
μήπως και κάτι το έντονα ψυχρό δείξει βαθύτερα
τη διαφορά με τη δική μας χαλαρή θερμότητα που κάπως αναπαύει.

Εκείνοι φύγαν στη θορυβώδη δόξα τους, μες στο αίμα,
ντυμένοι τις μεγάλες στολές τους, με τα μεγάλα κράνη τους
επάνω σε λόφους λουλουδιών, τα σπαθιά τους στο μάρμαρο,
ένα γάντι στη σκάλα, μπροστά στο περιστύλιο, εκεί,
δεν το μετακινεί ο αέρας· — είναι ορισμένα πράγματα
που μέρα τη μέρα αποκτούν ένα ανεξήγητο βάρος,
μένουν ασάλευτα, κι ούτε μπορείς να τα σηκώσεις, να τα κρύψεις στο μπαούλο.

Μπορεί και ν’ αδυνάτισαν τα χέρια μας. Μια αντήχηση κούφια και ξένη
κυκλοφορεί στις χρυσές προσωπίδες. Τα πιάτα στην κουζίνα
παρόλα τα σπασίματα, μοιάζουν πολύ περισσότερα,
πολύ πιο άσπρα και μεγάλα, ιδίως οι πιατέλες
για τα τεράστια ψάρια που τα φέρναν στο τραπέζι ολόκληρα
όταν φιλοξενούσαμε μακρινούς ταξιδιώτες. Οι πιότεροι υπηρέτες
πεθάνανε κι αυτοί μες στην ωραία τους ανωνυμία. Κι όσοι απομένουν
βιάζονται αόριστα, βραδύνουν αόριστα, υποκλίνονται αόριστα
μπροστά σε αόρατους μεγαλόσωμους ίσκιους,
μπροστά σε κάτι που δεν είμαστε εμείς, που δεν είναι
μήτε το παρελθόν μας καν.
Οι κινήσεις τους
μένουν ακίνητες σχεδόν, τελειωτικές μες στη ρευστότητά τους,
ενώ μέσ’ απ’ την τσέπη του ριγέ γιλέκου τους προβαίνει
η μια γωνιά κάποιου ανεπίδοτου επισκεπτηρίου ή το πέταλο
στεγνό, καστανό, δαντελωτό κάποιου γαρίφαλου ταριχευμένου, ποιός ξέρει από πότε.

Σαν ανεβαίνει μια υπηρέτρια τη σκάλα, μ’ όση προφύλαξη, όσο αθόρυβα,
ακούγεται ευδιάκριτα το σκίσιμο στη φόδρα της κουρτίνας, και τότε
δεν ξέρεις πια αν θα μπει στην κάμαρα κρατώντας ένα δίσκο
ή μια κότα σφαγμένη ή τη μεγάλη ξύλινη σκάλα
να ξαραχνιάσει τον πολυέλαιο. Κι έχουν ξεχάσει
να χτυπάνε την πόρτα πριν μπουν, τόσο που πια κινδυνεύει
κάθε στιγμή το αόρατο να ’ναι ορατό, και το κάθε «θυμάμαι»
στην ήσυχη διακοπή του να σημαίνει «δεν είμαι».

«Δεν είμαι», λέμε, «δεν είμαστε»·— δεν το πολυπιστεύουμε. Μέσ’ απ’ αυτή την απουσία
εξακριβώνουμε πιθανόν την ύπαρξή μας μες στο βουβό συνωστισμό εκείνων που λείπουν,
εκείνων που μας λείπουν, που λείπουμε· γιατί άξαφνα βλέπουμε
πως το ύφασμα στους αγκώνες μας έχει τριφτεί. Πάνω απ’ το τραπέζι,
εκεί στο βάθος, στη δεύτερη στοά, φαίνονται κρεμασμένα
ανάποδα σ’ έναν κίτρινο σπάγγο δυο πολύχρωμα
σκοτωμένα πουλιά, — μπορεί και να ’ναι
οι δυο απ’ τους τρεις παπαγάλους της μητέρας
που τίποτ’ άλλο (θυμάσαι;) δεν τους είχε μάθει να λένε
πάρεξ τη λέξη «φως» · και πάλι «φως», κάθε εποχή, κάθε ώρα,
κι όταν ξυπνούσαν κάποτε τη νύχτα «φως» και «φως» και «φως»
κι ας ήταν σβησμένες οι λυχνίες κι ας μην είχε φεγγάρι,
ιδίως τότε που δεν είχε φεγγάρι.
Αυτό μ’ ενοχλούσε
σαν πείσμα προσωπικό της μητέρας που διόλου δεν ταίριαζε
στα μεγάλα, λυπημένα της μάτια, στη μεγάλη ομορφιά της
ή στη δική μας ευπιστία εκείνων των χρόνων.
Ύστερα
δε μου ήταν πια δυνατόν να κοιμηθώ. Αφουγκραζόμουν εντός μου
πιο δυνατή τη σιωπή, πιο ταχύ το ρυθμό
μιας ανεύθυνης, ακατανόητης αύξησης (ίσως ν’ αρχίζουμε κιόλας να γερνάμε
απ’ την πρώτη στιγμή της γέννησής μας) ενώ ταυτόχρονα
άκουγα κι έξω, πάνω στα τείχη, τους φρουρούς να παίζουν ζάρια —
κάτι κοκάλινους ήχους σα να ’παιζαν τη δική μας την τύχη.

Πόσο έχουν ξεμακρύνει τα πράγματα (ή μήπως εμείς;). γεγονότα, αποστάσεις
παρεμβαίνουν ανάμεσα στο χέρι και στο άγγιγμα, ανάμεσα
στο μάτι και σε κείνο που βλέπει το μάτι — ένα σκοινί δεμένο ακόμη στο δέντρο,
και το άλογο φευγάτο, και το σκυλί και το πρόβατο φευγάτο,
ένα καρφί στον τοίχο, λόφοι, νησιά, καπναποθήκες, μια στάμνα,
η γωνία απ’ τη μετόπη ενός ναού, ένα φανάρι στο ακρωτήριο. Τις νύχτες,
πολλές φορές, πλαγιασμένη, δοκιμάζω
ν’ αγγίξω με το πόδι μου τον τοίχο· κι ο τοίχος
μακραίνει απεριόριστα, και το πόδι μακραίνει,
και τ’ άγγιγμα πάει πολύ πιο πέρα· εγγίζω π.χ.
τα βότσαλα ενός άλλου γιαλού ή το γόνατο του ήσυχου αέρα
που δεν ήταν από πάντα του έτσι ήσυχος· κι αυτό
δεν είναι διόλου δυσάρεστο· γιατί μαζί με την αίσθηση
της απομάκρυνσης ή και της διάλυσης, σου μένει
κάτι από την ελευθερία του απέραντου κι ανύπαρκτου,
κάτι απ’ την ησυχία της μαλακότητας που πάνω της
δε στεριώνει πια το μαχαίρι κι η πληγή του
ούτε το δόκανο του πουλιού κι η καρέκλα κι η πέτρα, ούτε καν
ένα στεγνό αβαρές λουλούδι από κείνα που φυλάγαμε κάποτε
ανάμεσα στα φύλλα ενός βιβλίου που ποτέ δεν το διαβάσαμε ώς το τέλος.

Μέσα σ’ αυτήν ακριβώς τη διάλυση αισθανόμαστε την ώρα που βραδιάζει
κείνη τη μυστική ευφροσύνη του αμοιβαίου σεβασμού
ανάμεσα σ’ εμάς (ποιούς εμάς;) και (σε ποιόν;). Ήρεμη γνώση
ακέριας της άγνοιας· — μια σιωπηλή ευγνωμοσύνη,
μια γενική ανημπόρια, αποδεγμένη τέλος.
Ωστόσο
γιατί και πάλι αυτή η οργή με τον εαυτό μας
που αρνείται να παραδεχτεί το ακατανόητο; Γιατί κι η οργή μας
που και πάλι οργιστήκαμε;
Ίσως τα δέντρα να νιώθουν καλύτερα·
αυτά δε ρωτούν για τα φύλλα τους, για τ’ άνθη τους,
γι’ αυτό καρποφορούν. Την Κυριακή που ανέβηκα στο λόφο
είχα μια ιδέα για το σκοινί της καμπάνας — τόσο πρόθυμο πάντα στο χέρι
να κινηθεί, να σημάνει γεννήσεις, θανάτους, πανηγύρια,
γάμους, συναγερμούς, μνημόσυνα, πολέμους,
με μια κίνηση πάντα προς την ίδια κατεύθυνση,
μια κίνηση σχεδόν ασυγκίνητη.
Τί αργά, τί ωραία που μαθαίνεται
ο νόμος της απώλειας (της μόνιμης και νόμιμης απώλειας)
κι ο άλλος της επιστροφής, πιο βαθύς (της μη απώλειας). Τα σπίτια
δεν έχουν τοίχους· στέκονται στον αέρα, — σκέτος αέρας·
δεν είναι γυάλινα καν (έτσι που το ’λεγε κάποτε ο πατέρας
μες στην αρρώστια του). Χωρίς να μπεις στα σπίτια, βλέπεις τους ανθρώπους
να μεταφέρουν αβαρή αντικείμενα απ’ το ένα δωμάτιο στ’ άλλο,
ένα κιβώτιο, μιαν ανθοδέσμη, ένα μεγάλο κάδρο,
μια μάλλινη διπλωμένη κουβέρτα ή τις μπότες του νυχτοφύλακα,
μια βούρτσα, τη σκούπα, μια σφραγισμένη φιάλη, — όλα αβαρή,
όλα διάφανα από μέσα κι απέξω, στο περίβλημα και στο περιεχόμενό τους·
βλέπεις τις φυσαλίδες μέσα στο ποτήρι· βλέπεις μια λεπτότατη τρίχα
κάτω απ’ τη γλώσσα της ενοχλημένης γυναίκας· βλέπεις τους νεκρούς
πλαγιασμένους στο ίδιο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι με τους νεονύμφους
κι αυτοί δεν τους βλέπουν. Λίγος χλιαρός αέρας
μένει καθηλωμένος μέσα στο άδειο πανωφόρι κρεμασμένο στην κρεμάστρα της εισόδου·
η γερόντισσα πλέκει μια τεράστια ναυτική φανέλα· οι βελόνες της αφήνουν
κάτι αμυδρά, εχθρικά χτυπήματα
πάνω απ’ τα γόνατά της.
Στ’ άλλο δωμάτιο
τρεις άντρες συζητούν, χειρονομούν, βηματίζουν
παραδομένοι στο αόριστο που κάποτε με πείσμα
ζητήσαμε να ορίσουμε σε πράξεις και λέξεις. Και παρόλο που μάθαμε
πολλά για το ακατόρθωτο, επιμένουμε ακόμη, επιμένουμε· — η επιμονή δεν αλλάζει.

Αχνός τα πέτρινα λιοντάρια της πύλης· αν τα φυσήξεις
μετατοπίζονται, φεύγουν· κι η πύλη δεν πέφτει
γιατί καθόλου πύλη δεν υπάρχει να μπεις και να βγεις,
μονάχα τα βρεγμένα ρούχα τ’ απλωμένα στο σύρμα
σαλεύουν με μια νόηση καταχτημένης αδιαφορίας.

Πες μου, λοιπόν, γιατί όλ’ αυτά; —τί ήταν; τί είναι;— Φόνοι, εκστρατείες,
αντεκδικήσεις, βουλιαγμένα καράβια, ερειπωμένες πολιτείες
και πάνω απ’ τα ερείπια μια πανύψηλη μαρμάρινη κολόνα
(πρόσεξες κείνη τη φωτογραφία στο δωμάτιο του πατέρα;), πάνω στην κολόνα
ορθός ένας μαρμάρινος τυφλός με μια λύρα
υπογραμμίζοντας θαρρείς με την τυφλή του ορθοστασία
την απουσία κάθε νοήματος.

Κι εμείς, —
νά μας εδώ, φτασμένοι στο Άργος, στο κόκκινο χώμα
όπου πρωτοπατήσαμε το πόδι για να ξεκινήσουμε, μη βρίσκοντας τώρα
ούτε το χνάρι του ποδιού μας ούτε το χνάρι
απ’ τα βρεγμένα σαντάλια της μητέρας στο ψηλό κεφαλόσκαλο, όπως λένε,
σαν βγήκε απ’ το λουτρό. Νά μας, εδώ,
νικητές τάχα (νικημένοι) έχοντας φέρει σε πέρας
ένα «μεγάλο σκοπό» που δεν το θέσαμε εμείς στον εαυτό μας. Και, κοίτα,
το ξόανο της θεάς που κουβαλήσαμε· —κοίτα το πάνω στην καρέκλα—
ένα κούτσουρο, σκέτο, γδυτό, χοντροκομμένο. Απ’ τα πρώτα μου χρόνια,
πολύ πιο πριν απ’ την Αυλίδα, ένιωθα πάντα
πως μου ’χαν δέσει τα μάτια μ’ ένα ξένο μαντίλι,
πως μ’ είχαν μεταμφιέσει —δεν ήξερα σε τί— πιθανόν σε άγγελο
ή ελάφι ή πεταλούδα — δεν ήξερα· μόνον
που ’νιωθα πλάι στους ώμους μου να ’χουν κολλήσει (όχι κρεμάσει)
ίσως ένα πανέρι με χάρτινα, ολόλευκο λουλούδια
ή κάποιο πρόγραμμα θεάτρου, και θα ’πρεπε
να προχωρώ πισώπλατα για να το βλέπουν,
ή τίποτα τεράστιες χαρτονένιες φτερούγες
που κάθε τόσο ξεκολλούσαν απ’ το βάρος τους, παίρνοντας
κι ένα κομμάτι απ’ το δέρμα μου· — τις κολλούσαν και πάλι
επάνω στις πληγές μου, — κι ούτε, βέβαια, να πετάξω
ούτε και να πλαγιάσω. Κι αν περνούσε μια αράχνη στο πόδι μου
δεν μπορούσα να σκύψω, να τη διώξω. Μόνον όρθια και μόνον με το χέρι
σαν τους τυφλούς, μπορούσα πια ν’ αναγνωρίζω τον αέρα, τα πράγματα, τους τοίχους.

Το ξέρω, — το ίδιο και με σένα, καλέ μου· και χειρότερα ίσως. Εσένα
σου ’χαν κολλήσει στις παλάμες δυο μαχαίρια. Δε σε είχαν
για να πετάς, όπως εμένα, μα να τρέχεις. Από κείνα τα χρόνια
είμαστε οι άρρωστοι στην επίβλεψη τρίτων. Μες στην κάμαρά μας
έμπαιναν, σ’ όποιαν ώρα, κάτι αυταρχικοί, κάτι άγνωστες άντρες,
έβγαζαν τα μεγάλα καπέλα τους (όχι από σεβασμό, μα για δικούς τους λόγους)
θρονιάζονταν στον καναπέ, ακουμπούσαν τα καπέλα τους στα γόνατά τους—
ίσως να κρύβαν κάτι εκεί μέσα — ίσως το συρματένιο τρίχωμα των χεριών τους
ή τον χλιαρόν ατμό απ’ τα μαλλιά τους. Κάθονταν εκεί περιμένοντας
το βέβαιο θάνατό μας· περιμένοντας να πάρουν
τη δόξα μας που, αυτοί, μ’ όλα τα έξοδα δικά μας, είχαν κανονίσει.

Κι εμείς, για ν’ αποφύγουμε το βλέμμα τους, στυλώναμε το βλέμμα
κάτω στα χέρια μας που αδυνατίζαν ώρα με την ώρα, κι αμέσως
τα κρύβαμε σταυρωτά στις μασκάλες μας, σφαλώντας τα μάτια,
κάνοντάς τους ακόμη πιο άρρωστους για να τους ησυχάσουμε
(και, βέβαια, να κρυφτούμε)· τα σφαλούσαμε
σφιχτά, σφιχτά, με μιαν επίφαση ωστόσο χαλάρωσης· — τα μάτια μας, θε μου,
που μας τα είχαν κιόλας σφαλιγμένα. Και πια δε μας έμενε
παρά να κοιτάμε προς τα μέσα, όλο και πιο προς τα μέσα· να βλέπουμε
πιο κάτω απ’ το αναπάντητο, πιο κάτω απ’ το φόβο και τον πόνο
εκείνη τη γλυκιά, ενθαρρυντική ταπεινοσύνη,
εκείνη την απεριόριστη, ήμερη ένδειά μας. Οι τρεις υπηρέτριες
είχαν απ’ ώρα βγει για ψώνια· αργοπορούσαν·
η μυρωδιά των φαγητών απ’ την κουζίνα ανέβαινε τη σκάλα
πιο δυνατή κι ειδεχθής απ’ την αδημονία των πεινασμένων·
και το εκκρεμές μες στην τραπεζαρία δεν είχε σταματήσει.

Κείνο το καλοκαίρι είχα αρρωστήσει στ’ αλήθεια. Θυμάμαι, μάλιστα, τότε,
μετά την αρρώστια, είχα γεμίσει σπυριά. Και το ’ξερα: μέσα μου
είχε φουντώσει το άγνωστο σα δέντρο. Ασκήμισα πολύ. Όση συμπάθεια
μου ’χανε δείξει στην αρρώστια μου οι δυο αδελφές μας
μετάλλαξε σε αποστροφή. Αποφεύγανε να με κοιτάξουν
σα να τους έφταιξα σε κάτι που δεν ήθελαν να ομολογήσουν,
σα να ’χα εγώ προδώσει κάποιο μυστικό τους. Έτσι
απόμεινα επιτέλους μόνη, απαραίτητα μόνη
για να εξοικειωθώ με το καινούργιο μου πρόσωπο. Μ’ άφηναν ήσυχη
σ’ όποιο δωμάτιο κι αν βρισκόμουν. Μπορούσα
να δοκιμάζω τα κοσμήματα της μητέρας μπροστά στον καθρέφτη —
μακριά σκουλαρίκια σαν ουρές διαττόντων· βραχιόλια
από παράλληλες χρυσές οχιές ώς πάνω στον αγκώνα· εκείνο
το περιδέραιο με τις προσωπίδες τη μια πλάι στην άλλη
μια τραγική, μια κωμική, σμιγμένες με κρίκους
στο πάνω μέρος των αυτιών τους· —αυτό, πολύ σπάνια,
το φορούσε η μητέρα,— θαρρείς το σεβόταν ή το φοβόταν. Μου άρεσε
εκείνη η ψυχρή ξενιτιά τους, η σοφή τους κρυψίνοια
κάτω από τη λεπτουργημένη επίπλαστη επιφάνειά τους. Μέσα στον καθρέφτη
διαλύονταν σκοτεινό το πρόσωπό μου καθώς βράδιαζε
διαλύονταν και το περίγραμμα των κοσμημάτων· απόμενε μόνον
κάτι σα σπίθισμα από παλιές πυρκαϊές πάνω σε λόφους
ή κάποια αόριστη λάμψη που πιθανόν απ’ αυτήν να γεννήθηκαν.

Θυμάμαι πως πλησίαζαν τότε οι απόκριες. Η μητέρα
σκέφτηκε να με ντύσει ελάφι. Είχε ετοιμάσει κιόλας
μια ωραία προσωπίδα μικρής ελαφίνας
ίσως για να μου κρύψει εκείνα τα σπυριά. Σαν τη φόρεσα
ένιωσα βουλιαγμένη σ’ ένα σκοτεινό βυθό, απ’ όπου ωστόσο
μπορούσα να βλέπω φωτεινότερα. Μύριζε
λαδομπογιά, χαρτόνι και ψαρόκολλα· κι ακόμη
μια μυρωδιά διατηρημένου κι αναγκαίου κενού. Με ξένισε κάπως
τις πρώτες στιγμές κάποιο άγγιγμα τραχύ στα μάγουλά μου — σα να μη χωρούσα. Σε λίγο
επιτελέστηκε η εφαρμογή χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Αισθανόμουν
μια μακρινή σοβαρή προστασία και κάποια ελευθερία.

Αυτή η καλή προσωπίδα μού αφαιρούσε σχεδόν την ευθύνη
της όποιας κίνησής μου. Δεν ήμουν πια εγώ·
ήμουνα ο άλλος· και κάτω απ’ τον άλλον, ή μέσα απ’ τον άλλον,
ήμουν ακέρια εγώ, μόνον εγώ. Μπορούσα να κάνω
πηδήματα που πριν ποτέ δε θ’ αποφάσιζα. Χαιρόμουν
μια ευκινησία, μια χάρη, μια αυστηρή επιδεξιότητα. Οι δικές μου οι λέξεις,
περνώντας μέσ’ απ’ τη στοά του ξένου στόματος, παίρναν
μιαν άλλη τόλμη κι άλλη αντήχηση. Μιλώντας τη γλώσσα
των ελαφιών (μια και τα ελάφια δε μιλούν) ανακάλυπτα απρόσμενα και πρόφερα
κατάπληκτες αλήθειες κι ήχους βαθύτερους που δεν τους ήξερα, δεν τους φανταζόμουν. Κι είχα
μιαν αίσθηση ιδιαίτερη της λέξης «πηγή», κι ίσως ακόμη
μια κρυφή φιλαρέσκεια που πριν θα την έβρισκα ολότελα ανάρμοστη σε μένα.

Αυτή την προσωπίδα, χτες το απόγευμα, τη βρήκα
σ’ ένα συρτάρι της μητέρας, τυλιγμένη με μπαμπάκι
μέσα σε ωραίο μεταξωτό χαρτί, δεμένη με γαλάζιες ταινίες. Τόπους τόπους
έχει ξεφτίσει η μπογιά, έχει μαδήσει το τρίχωμα. Θέλησα
για μια στιγμή να τη φορέσω πάλι· — δεν τόλμησα. Βλέπεις
μπήκαν στη μέση από τότε άλλα εδάφια, άλλες πράξεις, πόλεμοι, μύθοι
και θα ’ταν δύσκολη η εφαρμογή δέρμα με δέρμα.

Κείνα τα χρόνια, στην ξενιτιά, μ’ ανακούφιζε κάπως να ξέρω
πως μ’ έχουν εδώ για πεθαμένη· να ’χω απομείνει
μικρό αμετάβλητο κορίτσι, όπως την ώρα του θανάτου μου, ενώ μέσα μου
μεγάλωνα αλλιώτικα, ελεύθερα, σε μιαν άχρονη σχεδόν ηλικία.
Ίσως η ωραία φήμη του θανάτου μου να με βοηθούσε ν’ αντέξω
τη ζωή μου και τον αναπότρεπτό μας θάνατο. Εκείνη
η μυθική στιγμή μου ήταν μαζί κι η ελευθερία μου κι η σκλαβιά μου· ήταν το μέτρο
για κάθε μου κίνηση, πράξη και λέξη. Θα ’πρεπε πάντα
να μιμούμαι με πολλή προσοχή τον εαυτό μου μιας ώρας,
σταματημένη εκεί, μ’ ένα ξερό στεφάνι στα μαλλιά μου,
κοιτώντας στον καθρέφτη της παλιάς ντουλάπας, ενώ
μες στην ντουλάπα τα φορέματα αλλάζαν, κι έξω απ’ τη ντουλάπα
περνούσαν οι υπηρέτες με τους δίσκους των γενεθλίων
ή με κουτιά χαρτονένια που ασφαλώς θα περιείχαν
κάθε λογής παιχνίδια κουρντιστά, που ακόμα κι οι μεγάλοι
τα εξετάζουν με πολύ θαυμασμό.
Έξω στον κήπο
τα νέα πουλιά τραγουδούσαν αλλιώτικα από πέρσι, παρόλο
τον αμετάβλητο μηχανισμό της φωνής τους. Και μόνον εγώ
θα ’πρεπε να μη νοιάζομαι γι’ αυτά, να μη μετακινούμαι,
αντιγράφοντας πάντα το είδωλό μου που όσο πάει και σβήνει
για τα ίδια μου τα μάτια και για τα μάτια των άλλων
ή που ’χε τροποποιηθεί απ’ τα επιθέματα εκείνων που πάνω σ’ αυτό
θαυμάζαν το άγαλμα της ίδιας της δικής τους ανεκπλήρωτης φιλοδοξίας
αγνοώντας ολότελα εμένα μέσα στη σιωπή μου.
Και τότε
λαχταρούσα να κάνω έναν τεράστιο θόρυβο — να ρίξω κάτω
εκείνο το άγαλμά μου στη μέση της πλατείας (και ποιός τάχα το βλέπει;)
το απόγευμα μιας Κυριακής που κάνουν τον περίπατό τους
αμέριμνοι άντρες και γυναίκες με ηλίθια μωρά μες στα καρότσια
μ’ ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι ή με τη μια παλάμη
κάτω από τη μασχάλη του άλλου ή σπάνια μ’ ένα βιβλίο ή μ’ ένα λουλούδι,
ταΐζοντας τους κύκνους της λίμνης, — τόσο αμέριμνοι, θε μου,
ξεχνώντας ολότελα πως πίσω τους έχουν αφήσει
άρρωστους συγγενείς μέσα σε κάμαρες κακά αερισμένες,
με μύγες που κολλούν στο κύπελλο της λεμονάδας. Ναι,

έναν τεράστιο θόρυβο που να τους κάνει ξαφνικά να στρέψουν το κεφάλι
να δουν, να θυμηθούνε πως εκεί ήταν το άγαλμα μιας ζωντανής που τη σκότωσαν νέα,
ένα άγαλμα ωραίο που έχει γίνει κομμάτια, και στη θέση του
στέκεται τώρα πανομοιότυπος αέρας. Τίποτα. Τίποτα.

Οι άνθρωποι συνεχίζουν να πορεύονται έτσι
ανύποπτοι για κείνους που έφυγαν, γι’ αυτούς που φεύγουν, για τους ίδιους
που φεύγουν κι αυτοί· — κυκλοφορούν με φυσικότητα
ανάμεσα στο θάνατό τους.
Το πιρούνι ή το κουτάλι
βρίσκει το στόμα τους αλάθευτα, χωρίς δισταγμό, χωρίς παύση,
ενώ σιμά τους, πλευρό με πλευρό, οι πεθαμένοι
κοιτάζουν τις μηχανικές κινήσεις των χειλιών τους, χωρίς να τρώνε εκείνοι. Και το μήλο
που ’χε κυλήσει κάτω απ’ το τραπέζι κι ύστερα
κάτω απ’ τον καναπέ κι εξαφανίστηκε — πιθανόν σε μια τρύπα στο πάτωμα
ή μέσα στον τοίχο, — το ’χε κλωτσήσει με το πόδι του ο μικρός πεθαμένος
κι ίσως το βρήκαν στο δρόμο τα παιδιά, μες στη λιακάδα,
και το μοιράστηκαν δαγκώνοντας με τη σειρά τους ένα ένα —
λογής λογής αποτυπώματα δοντιών, — κι ήταν εκείνο το ίδιο
που βρήκαμε προχτές στον κήπο μέσα στις ξερές πευκοβελόνες.

Τί περιμένουμε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτή την ερήμωση; Τί περιμένουμε ακόμη; —
γιατί (δεν ωφελεί να το κρύψουμε): περιμένουμε ακόμη
πίσω απ’ την πόρτα, πίσω απ’ τα ρούχα μας, πίσω απ’ το θάνατό μας,
πίσω απ’ τα μάτια μας, μέσα στο κυμαινόμενο σκοτάδι,
μέσα στις γερασμένες κάμαρες με τις μακριές, ετοιμόρροπες κουρτίνες
κατεβασμένες μ’ έμφαση ώς κάτω, για να δείχνουν
ότι τάχα δεν περιμένουμε.

Κάποτε,
που ανοίγω τα παράθυρα, έχω την εντύπωση πως πηδούν μες στην κάμαρα τα δέντρα
σαν άντρες λιοκαμένοι, ρωμαλέοι, αδέξιοι μες στη ρώμη τους,
αμήχανοι μπρος στην ωχρότητα μου, από έλλειψη ήλιου,
απ’ την κλεισούρα μέσα μου. Κι εγώ τα χάνω. Αισθάνομαι
πολύ μελετημένη, πολύ διεισδυτική, σαν μόλις πριν λίγο
να ’χα τελειώσει τις πιο δύσκολες ασκήσεις μου στην άρπα. Στους τοίχους
κρέμονται ακόμη τα σκοτεινά κομμάτια μουσικής σα δέρματα ζώων· και τότε
βιάζομαι για ένα χαμόγελο, για μια δικαιολογία,
για μια στοιχειώδη πρόφαση· πηγαίνω στην κουζίνα,
φέρνω το δίσκο, τα ποτήρια, τη μεγάλη κρυστάλλινη κανάτα,
τ’ αφήνω στο τραπέζι· κι η κανάτα είναι άδεια· ξαναβγαίνω
κι ακούω απέξω που οι άντρες κουβεντιάζουν μόνοι τους
με μιαν εξαίσια, ανυποψίαστη απλότητα, χωρίς να ’χουν προσέξει
την άδεια κανάτα, το ’να ποτήρι ραγισμένο. Και ξαφνικά νυχτώνει.

Έξω περνούν τα πλήθη με φανάρια, επίτηδες, όχι για να βλέπουν,
μόνο για τις μεγάλες σκιές που ανηφορίζουν τις μάντρες, τις σκάλες,
πηδούν απ’ τους φεγγίτες σε παραπετάσματα και καναπέδες,
ετοιμάζουν αψίδες εκεί που δεν υπάρχει τίποτα
ή μόνο μια καρέκλα ξεχασμένη στην υγρασία του κήπου
ή το καρούλι απ’ το σωσμένο νήμα στο πάτωμα
κι οι μονόφθαλμες κούκλες στα κρεβάτια των πεθαμένων.

Ω, ναι· — κανείς δεν είναι που να μην περιμένει·· ιδίως το πρωί,
την ώρα που ξυπνάς κι αργοπορείς να περάσεις το πόδι στην παντόφλα,
αργοπορείς γιατί αφουγκράζεσαι κάθε ήχο μέσα κι έξω,
τρίξιμο, βήμα, ράγισμα, βήξιμο, γιατί πολύ θα το ’θελες
να διατηρήσεις τη στάση της απάθειας, να συγκρατήσεις
εκείνη την κίνηση, στα χέρια, στα μάτια, στα χείλη,
μιας ανεξάντλητης μυστικής αδημονίας. Τί βαθιά τα πρωινά,
μ’ όλο το βάθος τους κλεισμένο απ’ το φως, την ώρα που πλένεσαι, την ώρα
που πίνεις τον καφέ σου προσέχοντας τα τζάμια, και πίσω απ’ τα τζάμια,
κι είναι άπλυτα τα τζάμια, και το φως επάνω τους επίπεδο,
και μήτε ακούς την υπηρέτρια που κάτι ρωτάει. Τ’ αυτί σου
έχει κολλήσει αλλού, σε μιαν ανήκουστη φράση
σαν το νερό μες στο ποτήρι: «σήμερα οπωσδήποτε».
Στον αέρα
μένει σταματημένη η επίβουλη μυρωδιά, τάχα αφηρημένη,
από παλιό πετσί μιας τσάντας της μητέρας
ή της τσάντας του ταχυδρόμου.

Δυο βήματα μέσ’ απ’ το κατώφλι
στέκεται κιόλας ένας όμορφος μαντατοφόρος, διόλου σκονισμένος
αν κι έχει φτάσει απ’ το μακρύτερο μάκρος. Τα μαλλιά του
προσεχτικά χτενισμένα, νοτισμένα ακόμη. Στα χείλη του
η ανταύγεια του καθρέφτη.
«Είσαι αθάνατος», λέει
με σέβας νεανικό. «Είσαι αθάνατος». Και φεύγει.

Κοιτάς το χαλί, — κανένα χνάρι απ’ τα πόδια του. Λοιπόν
θα πρέπει να ’ρθε και να ’φυγε πετώντας, παρότι θυμάσαι
δε φαίνονταν φτερά στους ώμους του μήτε στους αστραγάλους. Σηκώνεσαι τότε
βάζεις τον ίδιο δίσκο στο γραμμόφωνο· κάθεσαι πάλι·
ρυθμίζεις όπως όπως το σώμα σου παράλληλα στους ήχους, — γιατί η μουσική
πάντα ευκολύνει την αναμονή, γεμίζει κάπως την απόσταση
ανάμεσα σε δυο ανεπαίσθητα στίγματα, σμίγει
σε μια πρόσκαιρη ενότητα εκείνα κι εκείνο, διαλύει το χρόνο
αφήνοντας ορατή τη συνέχεια μέσα σε μια διαύγεια που σου επιτρέπει
να βλέπεις πάλι σ’ έναν ήσυχο βυθό, αμετακίνητα χρώματα
από πέτρες, υδάτινα δάση και το χαμένο κλειδί της κασετίνας.

Δε μου ’πες, αλήθεια, δε θα γυρίσει και πάλι ο Πυλάδης;
Πολύ θα μας λείψει. Προπάντων εσένα. Η πόρπη του —το πρόσεξες;—
πάντα ήταν στραβοκουμπωμένη· κι ούτε το ’βλεπε · — αυτό μαρτυρούσε
πως δεν νοιαζόταν διόλου για τον εαυτό του, ή πως άλλοι
νοιάζονταν άλλοτε γι’ αυτά. Κι αυτή του η αδιαφορία
έδειχνε μιαν αντρίκεια ορφάνια που σου ’φερνε τη διάθεση
να τον περιποιηθείς.
Η μητέρα του, λέω, θα αισθανόταν
μια ξέχωρη χαρά να του διορθώνει κάθε τόσο την πόρπη
κάνοντας τάχατε τη θυμωμένη, να νιώθει
πάνω απ’ τα χέρια της, κοντά στο σώμα του, το αδέξιό του χαμόγελο
που δε θα ’ξερε πού να σταθεί, τί σχήμα να πάρει
μέσα στη σαρκική του ευχαρίστηση και στενοχώρια. Λέω, μάλιστα,
πως ίσως η μητέρα του να ευχόταν μέσα της
ν’ αρρωστήσει μια μέρα ο Πυλάδης· να του βάλει στα πόδια
ένα μπουκάλι με ζεστό νερό, καλά σφραγισμένο. Μα εκείνος
είναι τόσο υγιής κι ανυποψίαστα όμορφος, που λέω
ποτέ δε θα κατάφερνε η μητέρα του να ρίξει το νερό στο μπουκάλι·
θα χυνόταν στα χέρια της, θα της ζεμάτιζε τα χέρια, κι εκείνη
δε θα ’θελε ο γιος της να δει τα καμένα της χέρια. Ευτυχώς δεν αρρώστησε.
Πάντως, θαρρώ, τα χέρια της θα τα ’κρυβε στις τσέπες της
όταν βρισκόταν μπροστά του, γιατί πάντα τα χέρια είναι προδοτικά και λυπημένα.

Όλα, λοιπόν, γι’ αυτή την ερήμωση; Γι’ αυτή την ελάχιστη
επιτρεπτή μας διάρκεια; Ποιά σημασία, λοιπόν, η επιτυχία, η αποτυχία;
Στο κομοδίνο της μητέρας βρήκα ξέθωρες πια, κιτρινισμένες
τις παιδικές φωτογραφίες μας. Πόσο θλιμμένα, πόσο ανέτοιμα
τα πρόσωπά μας, τα χέρια μας, σαν σφραγισμένα κιόλας απ’ τη μοίρα.
Στη μια απ’ αυτές βυζαίνεις το ’να δάχτυλό σου σα να θέλεις
να τραφείς μόνος απ’ τον ίδιο τον εαυτό σου και μαζί σα να ντρέπεσαι
που θέλεις να τραφείς· γι’ αυτό και το δείχνεις
με μια τραχιά πρόωρη αυθάδεια στα παιδικά σου μάτια.

Τί μόνοι, θε μου, και ξένοι παρόλη την κοινότητα της μοίρας μας. Τόσην ώρα
μιλώ μόνο για μένα, μόλο που το ξέρω
πως εσύ λείπεις πιο πέρα από ’να τέλος, εντελώς αποκομμένο
από κάθε συνέχεια, εκεί που εξαφανίζονται οι λέξεις, κι η σιωπή
δε μοιάζει ταιριαστή με τίποτα, κι ούτε αναπαύεται στον εαυτό της.
Αυτό κανένας δεν το αντέχει· — ίσως γι’ αυτό επιμένω ακόμη
σε λόγια, σε συσχετισμούς, σε αναμονές κι αναμνήσεις,
σε μια προκαταδικασμένη απόπειρα μεταλλαγής ή μεταμφίεσης έστω
όπως τότε μπροστά στο Βωμό — τόσο μονάχη, τόσο ανυπεράσπιστη και τρομαγμένη
κλαίγοντας με μικρόπρεπα αναφιλητά που τ’ άκουγα η ίδια
πιο δυνατά απ’ όσο τ’ άκουγαν οι άλλοι.
Κι άξαφνα
είδα ένα αγκάθι άκρη άκρη στο χιτώνα της μητέρας και μεμιάς κατάλαβα
το αναπότρεπτο πια του θανάτου μου. «Τελειώνετε», είπα
προφέροντας καθαρά συλλαβή συλλαβή. «Δεν πειράζει
μια κι είναι για τη χώρα μου· μια κι είναι
να ξεκινήσουν τα καράβια μας, δεν πειράζει για μένα». Κι είδα στη ματιά τους
το θαυμασμό και τη θλίψη· (έτσι τουλάχιστον
ζήτησα να εκμεταλλευτώ το θάνατό μου — αν γίνεται). Τούτα τα λόγια
χιλιάδες φορές τα ’δα γραμμένα στο μάρμαρο. Μου ανάβανε τα μάγουλα. Ευχήθηκα
να ’χα πεθάνει τότε στ’ αλήθεια, για να μην τα ξανακούσω. Ωστόσο
και μέσα στη ντροπή μου ήταν και κάποια μυστική ευφροσύνη
ίσως σαν την επιτυχία του ηθοποιού.
Τώρα
το δράμα τέλειωσε· — δεν έχουμε πια θεατές κι ακροατές. Η αλλαγή
ακατόρθωτη πια· κι η μεταμφίεση
άδεια από κάθε σημασία, — ούτε κι εμάς τους ίδιους δεν ελευθερώνει
απέναντι σε ποιούς; απέναντι σε ποιόν καθρέφτη;

Γι’ αυτό δε φόρεσα ξανά την προσωπίδα του ελαφιού που ’χε φυλάξει η μητέρα
για τις δικές της μόνον συγκινήσεις, γιατί, βέβαια, το γνώριζε εκείνη
ότι σ’ εμένα πια δε θα χρειαζόταν. Όλα
τα γνώριζε από πριν εκείνη — δεν τα απόφευγε, δεν πισωδρομούσε.
Κι εσένα, καλέ μου, είμαι βέβαιη, παρά το διώξιμό σου,
εσένα σ’ αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους μας — γιατί ’σουν άντρας. Στο δικό σου πρόσωπο
ίσως τιμώρησε τη δέσμευσή της. Πολύ αγαπούσε η μητέρα,
κι αυτό δε συγχωρούσε στον εαυτό της αυτή η περήφανη
η ωραία, η αυταρχική, η ανεξάρτητη· δε συγχωρούσε
το να μην είναι αυτάρκης.
Και τώρα συλλογιέμαι
πως τα πολλά της κοσμήματα δεν τα φορούσε διόλου
για στολισμό, παρά για ν’ αποτρέπει ή να μετατοπίζει τα βλέμματα των άλλων
ή μάλλον για να κρύβει κομμάτια απ’ τη σάρκα της
την τόσο ευαίσθητη στο κρύο, στη ζέστη, στο φως ή στον ίσκιο,
σε μια περαστική πνοή εντόμου, στο άγγιγμα της υγρασίας. Θυμάσαι
πόσο εύκολα ανατρίχιαζε; — το δέρμα της θαρρείς κι αναβόσβηνε
με χίλια χρώματα, απ’ την ώχρα ώς τ’ ολοπόρφυρο, ενώ
κρατούσε ασάλευτα τα μάτια της σ’ ένα σημείο
όπως οι σκοινοβάτες που παρόλο το πολύχρωμο κοστούμι τους
έχουν πάντοτε μάτια σκοτεινά. Πιθανόν με τα μάτια
να κρατιούνται στον αέρα· πιθανόν μ’ αυτά
να ισορροπούν τα μέλη τους, να πειθαρχούν, να καθηλώνονται
μες στην ακριβοζυγισμένη κίνησή τους.

Ω, ναι,
πολύ σ’ αγαπούσε η μητέρα, τόσο που εμείς ζηλεύαμε. Τα βράδια
μες στην τραπεζαρία, στο μεγάλο καναπέ, μετά το δείπνο,
σου χάιδευε συχνά τα μαλλιά (πάντα με ασάλευτα μάτια). Τότε θαρρούσα
ότι τα δάχτυλά της θ’ απομείνουν κολλημένα στον αυχένα σου ή ότι
οι βόστρυχοί σου θα ζωντάνευαν και θα της κράταγαν τα δάχτυλα, ενώ
εσύ κοιμόσουν κιόλας ή έκανες πως κοιμόσουν.

Κάποια Πρωτοχρονιά, λίγο πιο πριν απ’ τη μεγάλη εκστρατεία,
σου ’χε χαρίσει ένα όμορφο γαλάζιο βελουδένιο κοστούμι,
με χρυσή ζώνη κι ένα χρυσό σπαθάκι. Εσύ, χωρίς λόγο,
είχες θυμώσει· δεν ήθελες να σε ντύσει η μητέρα· ντύθηκες μόνος.
Στεκόσουν μπροστά στον καθρέφτη, ωραίος, ωραίος,
σαν άξαφνα μεγαλωμένος, — ένας άγγελος κάπως οργισμένος. Πρόσεξα τότε
πως ήσουν δύο — ένας εσύ κι ένας μες στον καθρέφτη, όχι ο ίδιος. Η μητέρα
γονάτισε απρόσμενα μπροστά σου με υπερτονισμένη απλότητα
να διορθώσει μια πτυχή του βελούδου στα σκέλη σου. Εμείς
οι τρεις αδελφές σου στην πόρτα, στρέψαμε αμέσως τη ράχη,
κατεβήκαμε γρήγορα τη σκάλα — δεν ξέρω
αν από ζήλεια ή αν είχαμε κιόλας μαντέψει
πως κάτι πια θα συνέβαινε.
Το ξύλινο αλογάκι σου
το βρήκα χτες, όχι στην αποθήκη με τα παλιά μας έπιπλα,
το βρήκα κάτω απ’ το κρεβάτι της μητέρας· και, παράξενο,
ο νους μου πήγε σ’ εκείνο της Τροίας.
Λοιπόν
δεν πρέπει να ’χεις παράπονο, αδελφέ μου. Ώρες ώρες
όσα έγιναν μου φαίνονται σα να μην έγιναν. Δεν το νομίζεις κι εσύ; Χτες τη νύχτα
άκουσα πάλι πίσω απ’ τους τοίχους εκείνη τη λέξη:
«φως», «φως», «φως», τυπικά μιλημένη πάλι και πάλι
σαν ενθαρρυντικά κι ειρωνικά ταυτόχρονα — ίσως να ’ταν
ο τρίτος παπαγάλος της μητέρας· — λες, στ’ αλήθεια, να ’χει επιζήσει
απ’ τις κρυφές φροντίδες κάποιας υπηρέτριας; Τ’ άκουσα ολοκάθαρα.

Σηκώθηκα. Στάθηκα ν’ ακούσω καλύτερα. Δεν μπορούσα να ξέρω
από ποιό μέρος ερχόταν — πιο δω, πιο κει, μέσα στο σπίτι, έξω απ’ το σπίτι·
κοίταξα απ’ το παράθυρο· τίποτα. Κάτω στον κάμπο
η πολιτεία κοιμόταν. Ελάχιστα φωτισμένα παράθυρα. Δεν είχε φεγγάρι.
Και πάλι «φως» · — μια παύση· — «φως» · — άλλη παύση. Το ’νιωσα:
σε κάτι αποκρινόταν μέσα μου, πιο μέσα απ’ τη μνήμη. Τα μάτια μου
έψαχναν άθελά μου το σκοτάδι για ένα δέντρο, για ένα καπνοδόχο,
για ένα έντομο, για ένα αλλιώτικο άστρο ή για τα κάγκελα του κήπου,
για μαύρη φωτιά από λόφο σε λόφο, για κάτι
που θα μπορούσα να του πω «ευχαριστώ».
Κι είδα
κάτω ακριβώς απ’ το δωμάτιο του πατέρα τα δυο άσπρα άλογά του
με υψωμένους λαιμούς να κοιτούν προς τα πάνω, σα να βλέπαν
ορθόν τον πατέρα μπροστά στο περβάζι (δεν μπορούσα
να δω προς τα κει, παρότι είχα σκύψει ώς τη μέση)
ορθόν με τη στολή του και το φέγγος απ’ το κράνος του ν’ αντιφεγγίζει
επάνω στα ρουθούνια τους, στα μάτια τους, στη χαίτη —
άστραφτε ακέριο το άσπρο των αλόγων
σαν δυο άγγελοι επί γης με τα φτερά σφιγμένα στα πλευρά τους,
μια δίδυμη λάμψη μονάχα, ζυγισμένη απ’ τη φωνή του παπαγάλου
«φως», «φως», πιο δυνατή και πιο διάχυτη τώρα.
Μπορεί και να κοιμόμουν, — δεν ξέρω. Το πρωί, τα ’δα στ’ αλήθεια
τ’ άλογα του πατέρα, λιγνά, γερασμένα, πληγιασμένα,
να μπαίνουν απ’ την πύλη, φορτωμένα μεγάλα καλάθια,
ίσως γυρνώντας απ’ τα κτήματα. Τα κοίταξα στα μάτια. Δε με γνώρισαν.
Ήταν τυφλά. Ο αγωγιάτης με χαιρέτησε. Κι άκουσα πάλι
εκείνη τη φωνή: «φως», «φως», πιο μαλακή τώρα, πιο ελεητική, πιο θλιμμένη.

Δεν την ακούς κι εσύ πότε πότε, καλέ μου; Μην πεις όχι.
Προσπάθησε ακόμη. Όπως εσύ, το ίδιο καλά κι εγώ το γνωρίζω:
είναι που θέλουμε, παρόλα αυτά, να την ακούσουμε,
είναι που δεν ακούγεται, που δεν την ακούμε.
Κοίτα, ξημερώνει.
Αυτό δεν είναι φως; (κι ας μην ακούγεται). Κοίτα, πώς φέγγει
γαλήνιο το νερό μες στο ποτήρι. Φέγγει το ίδιο
στο πρόσωπό σου μια γλυκιά συγκατάνευση — τί όμορφο φέγγος.

Ίσως εμείς οι δυο που γνωρίσαμε ότι καμιά παρηγοριά δεν υπάρχει στον κόσμο,
ίσως, γι’ αυτό ακριβώς, εμείς οι δύο (έστω και χώρια ο καθένας)
να κατορθώσουμε και πάλι να παρηγορήσουμε κι ίσως να παρηγορηθούμε.

(Σηκώνεται. Μοιάζει πολύ χλωμή στο πρωινό φως, πολύ κουρασμένη. Πλησιάζει πίσω απ’ το κάθισμα του αδελφού της. Σκύβει και τον φιλάει στα μαλλιά. Εκείνος πασχίζει για ένα χαμόγελο μέσα στην αποξένωσή του που την αισθάνεται ψυχρή και σκληρή όχι τόσο στα μαλλιά και στους ώμους όσο στα νύχια των ποδιών και κάτω στην κοιλότητα του πέλματος. Εκείνη τη στιγμή ακούγονται έξω στο προαύλιο οπλές αλόγων και τροχοί άμαξας. Μπαίνει μια πολύ γριά υπηρέτρια, με το πετσί κολλημένο στα ζυγωματικά, στο πηγούνι, στη μύτη, σαν μπαλσαμωμένη. «Κυρά», είπε· "τ’ αμάξι καρτεράει κάτου". Φεύγει. Η γυναίκα δε λέει τίποτα. Τυλίγει σ’ ένα μικρό, λευκό τραπεζομάντιλο το ξόανο της θεάς. Το σηκώνει στο αριστερό της μπράτσο σα βρέφος. Ρίχνει το σταχτί πέπλο της στο πρόσωπό της. Άλλες αποσκευές δεν είχε φέρει μαζί της· ούτε παίρνει. Βγαίνει. Ο αδελφός της την ακολουθεί αμίλητος. Μένει ακίνητος στον πάνω κεφαλόσκαλο. Εκείνη κατεβαίνει τη μαρμάρινη σκάλα, μηχανικά, σαν απ’ τα πριν αποφασισμένα, σαν χωρίς μνήμη. Ακουμπάει στο αμάξι το τυλιγμένο δέμα. Στέκει σαν κάτι να ξέχασε. Ξαναμπαίνει στο σπίτι. Καθυστερεί λίγο. Εμφανίζεται στην πόρτα κρατώντας τρία ξεθωριασμένα άδεια κλουβιά κι ένα δέμα τυλιγμένο σε χαρτί κάτω απ’ τη μασχάλη — ίσως εκείνη την προσωπίδα του ελαφιού. Στο κεφαλόσκαλο κοντοστέκεται και, χωρίς να σηκώσει το πέπλο της, ακουμπάει το μάγουλό της στο στόμα του αδελφού της. Κανείς απ’ τους υπηρέτες δε φαίνεται, σα να λείπουν όλοι σε κάποια πρωινή κυριακάτικη λειτουργία ή σα να κρύβονται πίσω απ’ τα παντζούρια. Ο αμαξάς κρατάει ακόμη το σκούφο του στα χέρια. Μπαίνει στ’ αμάξι κάπως άβολα με τα κλουβιά. Το αμάξι φεύγει. Φαίνεται πως η τελετή θα γίνει στη Βραυρώνα με το φτάσιμο του ξόανου στα χέρια της ταμένης ιέρειας. Και πράγματι είναι Κυριακή. Το φως λάμπει περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Ακούγονται πολλά πουλιά. Λίγη σκόνη χρυσίζει στο βάθος. Και τα άλογα της άμαξας που χάνεται, είναι επίσης άσπρα).

ΣΑΜΟΣ, ΑΘΗΝΑ, ΣΑΜΟΣ, Νοέμβριος 1971–Αύγουστος 1972

Γιάννης Ρίτσος. 1972. Η επιστροφή της Ιφιγένειας. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1972] 2009. Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.