Εξώφυλλο

Νόστος:

Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

[Τεκμηρίωση: βλ. Πυξίς]

Άγγελος Σικελιανός

ΙΙΙ. Το τραγούδι των Αργοναυτών


(απόσπασμα)

«Ποιάν άπλα εδέρναν τα κουπιά, τα ουράνια που δεχόνταν;
Χαρά μας πως αφήναμε ξοπίσω τους γιαλούς,
στ’ άγια αυγινά, κι από μακρά γλυκά τα μύρα ερχόνταν
και λάλημα τρεμάμενον απ’ τους κορυδαλλούς…

»Τί ’ταν το θάμα, π’ άνθιζε για μας, το ευλογημένο;
Πιο κι από τ’ άνθος ήτανε της άχραντης αυγής·
σάμπως Γοργόνας είδωλο στην πλώρα καρφωμένο,
τα στήθη μάς εσκέπαζε το πνέμα της σιγής…

»Μπρος στη μεγάλην απλωσιά, στην ομαλιά της άμμου,
τ’ άγιον ακόμα εφάνταζε καράβι, στο σκαρί.
Οι ροδοδάφνες γύρα του, τα χαμομήλια χάμου,
κι ωσά να μην εχτύπησεν απάνω του σφυρί…

»Βουβή στις φλέβες έτρεχεν αδιάκοπα η ορμή μας·
τα χείλη μας εκλείνανε σφιχτά στην προσευχή.
Ψυχή, στοιχειό μες στα στοιχειά, ξεχύθη απ’ το κορμί μας,
κι ολόγυρά μας έλαμπεν απέραντη ψυχή.

»Καθώς, παιχνίδι, ρίχνουμε στο κύμα ένα καλάμι
να πλέει, και πότε κρύβεται, πότε φωτάει ξανά,
στου πέλαγου, έτσι π’ άνοιξεν ακέρια η απαλάμη,
το θείο καρπόν αφήσαμε, με πίστη, να κινά·

»στ’ άσωτα απάνω κύματα, κι αν είχανε γαλήνη,
κι αν άμετρα σκωνόντανε, εκείνος αλαφρός,
το σπόρον, ελογιάζαμε, τον άρρητο όπως κλείνει,
τη δόξα του δε θ’ άφηνε να τηνε πιει ο αφρός…

»Στο μέγα απάνω το πανί, για θύμηση μονάχη
της γης που πλέον αφήναμε, γαλήνια ζωγραφιά:
ένα τσαμπί ολοφώτεινο, ένα μεγάλο αστάχυ
ιστορισμένο, επαίρναμεν αιώνια συντροφιά.

»Εκεί, και μέρα, φανερά λογιάζαμε τ’ αστέρια·
των γυναικών μας τη θερμή θωρούσαμε αγκαλιά,
που στις μακρές πλεξούδες τους τυλίγαμε τα χέρια,
μιαν ώρα πριν να φύγουμε στην άρρητη φιλιά.

»Εκεί μας έκαιε, του παιδιού που αφήναμε στο σπίτι,
ο θείος καημός, του πρώτου μας, κι αυτού που στο βυζί
γειρμένο εκοίταζε, η φωνή σαν άχειε του πλωρίτη:
“Μπρος, τα κουπιά σας στους σκαρμούς, κι αρχίστε όλοι μαζί!”

»Της χώρας ως μακραίναμεν από τη μάταιη λήθη,
στους ώμους μάς παράστεκεν η Χάρη και η Σιγή·
νοτιάς, βοριάς, ή ζέφυρος μας γέμιζε τα στήθη,
κάθε στιγμή ήταν πάλεμα βουβό και προσταγή.

»Και μοναχά σαν έπεφτε τα δειλινά το αγέρι
και κελαηδούσε των νερών ολόστρωτη η ορμή,
το διπλοπόδι εσμίγαμε στην πλώρα, νιοι και γέροι,
κι αμίλητοι, γευόμαστε του κόπου το ψωμί.

»Κι αμίλητοι, περνούσαμεν απ’ το ’να στ’ άλλο χέρι,
μια καταψιά να πάρουμεν απ’ το φλασκί, κρασί.
Κι ήταν στα βάθη, του Έσπερου τόσο λαμπρό το αστέρι,
που το λογιάζαμε συχνά μπροστά μας για νησί!

»Και τ’ ολοφώτεινο τσαμπί και το μεγάλο αστάχυ
ιστορισμένο εβλέπαμεν, αιθέρια ζωγραφιά,
στο μέγα απάνω το πανί, για θύμηση μονάχη
της γης που δε φαινότανε, για μόνη συντροφιά…

»Κι α, το ψωμί στο στόμα μας γλυκιάν οπού ’χε γέψη!
Ποιά γέψη είχε, στου σπλάχνου μας τα βάθη, το κρασί!
Έφταν’ εκείνη μοναχά το νου για να μας θρέψει,
κι ο Αποσπερίτης φάνταζε μπροστά μας σα νησί!
[...]

Άγγελος Σικελιανός. 1967. Λυρικός Βίος. Επιμ.: Γ. Π. Σαββίδης. Τόμ. Δ΄. Αθήνα: Ίκαρος.