Εξώφυλλο

Ανεμόσκαλα
Συμφραστικοί Πίνακες Λέξεων για Μείζονες Νεοέλληνες Ποιητές

Σκαρφαλώνοντας λέξεις όπως μιαν ανεμόσκαλα. Γιώργος Σεφέρης, «“Νότες” για ένα ποίημα» (ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ, Β΄)
Για τη ζωή και το έργο του Το ποιητικό του έργο
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)

Άσμα Τέταρτον

Η λιτανεία

Ήλθεν η ώρα η στερνή, ήλθεν η αγωνία κι εκίνησ’ ο Ιγνάτιος στη φυλακή να πάγει. Με τί καρδιά θα τες ιδεί, με τί καρδιά θα κλείσει τόσα και τόσα βλέφαρα και πώς θα ν’ απομείνει 5 ν’ ακούσει τόσους στεναγμούς και τόσ’ απελπισία! Χίλιες φορές εσήκωσε στον ουρανό το βλέμμα κι επαρακάλεσε θερμά τον Πλάστη να του δώσει βοήθεια και δύναμη να τες παρηγορήσει. Σιωπηλός ακολουθεί οπίσω του κι ο διάκος 10 και του βαστά το θυμιατό και τα ιερά τα σκεύη. Μοσχοβολάει ο λίβανος και φαίνετ’ ο καπνός του μες στο σκοτάδι της νυκτός σαν άλλος γαλαξίας. Ανέβαινε, ανέβαινε και λες πως σημαδεύει το δρόμο που θα τρέξουνε τόσες ψυχές απόψε. 15 Η μυρωδιά του εξύπνησε τη χήρα στο κρεβάτι, τη θυγατέρα πὄρφανή την άφηκεν η μάνα, και τον πατέρα πὄθαψε μονάκριβο παιδί του. Και στεναγμοί και δάκρυα χίλιες ευχές και σχώρια ακούς να ψιθυρίζονται, κρυφά να συνοδεύουν 20 το θυμιατό που εσήμαινε την ώρα του θανάτου.

«Διάκε μου, σύρε, χτύπησε, φώναξε να σ’ ανοίξουν· κι αν σε ρωτήσουν τί ζητείς, πρόφερε τὄνομά μου».

Άνοιξε η θύρα διάπλατη κι εχτύπησε με βία ζερβιά δεξιά για να δεχθεί, ν’ αφήσει να περάσει 25 το θείο Δισκοπότηρο, το Λυτρωτή του κόσμου. Αχνός, αχνός σα λείψανο επρόβαλε ο Ταχήρης και σιωπηλός εκίνησε να δείξει στο Δεσπότη πού καρτερούν οι Δεκαφτά με την Κυρά Φροσύνη. Το πάτημά του σταματά, σπρώχνει μ’ ορμή κι ανοίγει. 30 Σκύφτ’ ο Δεσπότης και περνά, τον ακλουθάει ο διάκος. Κι ενώ ο Ταχήρ εξάπλωσε το χέρι του να κλείσει τη θύρα, που μισάνοιχτη χάσκει σα στόμα λύκου, βραχνά φωνάζει: «Ιγνάτιε, λίγος καιρός σού μένει!» Οι μαύρες όταν άκουσαν τ’ όνομα του Δεσπότη, 35 επέταξαν τριγύρω του, εμπρός του γονατίζουν τα ράσα του Ιγνάτιου, τα χέρια του φιλούνε, γλυκά τον ονομάζουνε, γυρεύουν την ευχή του.

Ιγνάτιος

Γιατί, Φροσύνη μου, και συ δεν έρχεσαι σιμά μου; Δεν είμ’ εγώ πατέρας σου; Δε με γνωρίζεις πλέον; 40 Έλα, παιδί μου, μη φοβού, είν’ έσπλαχνος ο Πλάστης, Δε βλέπεις; μ’ έστειλε σ’ εσέ· άνοιξε την ψυχή σου και ρίξ’ εδώ στα στήθη μου τα πάθη σου, Φροσύνη.

Αγγελικό μειδίαμα στα χείλη του Δεσπότη ανέτειλε κι εφώτισε τη δύστυχη τη Φρόσω. 45 Εσταύρωσε τα χέρια της, το μέτωπό της σκύφτει και γονατίζει καταγής. Πώς τρέμει! πώς σπαράζει!

Φροσύνη

Δεσπότη μου, πνεματικέ, ραγίζετ’ η καρδιά μου. Πώς θα σου ειπώ το κρίμα μου και συ πώς θα τ’ ακούσεις! Επίστευες η Φρόσω σου ν’ αφήσει τα παιδιά της, 50 να λησμονήσει το Θεό, του γάμου το στεφάνι, και να δοθεί στην αγκαλιά, Δεσπότη, του Μουχτάρη; Άλλο δεν έχω να σου πω… Θεέ μου, σχώρεσέ με!

Ιγνάτιος

Είναι μεγάλο, φοβερό το κρίμα σου, παιδί μου. Φροσύνη, πώς ημπόρεσες ώς τώρα να βαστάξεις 55 τέτοιο σκορπιό στα στήθη σου και τέτοιο μαύρον Άδη! Εγώ σ’ ανάθρεψα μικρή, σ’ εφύλαξα κρυμμένη σαν να ’μουνα πατέρας σου, και τώρα πού σε βρίσκω! Αρνήθηκες τον άντρα σου. Τα δυο σου τ’ αγγελούδια σέρνονται μες στα Γιάννινα. Ο κόσμος τα κοιτάζει, 60 τα δείχνει με το δάχτυλο, σκληρά τα καταριέται. Και συ, και συ στη μέθη σου και μες στην αμαρτία, και στη χαρά, στα πλούτη σου, ποτέ δεν τα θυμήθης. Μια νύχτα που τα τύφλωσεν η πείνα κι η ορφάνια, τα ’δερνε τ’ ανεμόβροχο, το χιόνι, το χαλάζι, 65 χωρίς να ξεύρουν τ’ άχαρα σου χτύπησαν τη θύρα. Σου φώναξαν, σου γύρεψαν, παιδί μου, ελεημοσύνη, έν’ απλοχέρι άχερο να στρώσουν για κρεβάτι, κι ένας σου σκλάβος όρμησε και τα ’διωξε σα σκύλος, μήπως οι κλάψες, οι φωνές τον ύπνο σου ταράξουν. 70 Παιδί μου, πώς δεν τ’ άκουσες! Και ποιά, και ποιά μητέρα, Φροσύνη, δεν εξύπνησε στο θρήνο του παιδιού της;

Φροσύνη

Ελέησόν με, Πλάστη μου! Πατέρα μου, εσπλαχνία!

Ιγνάτιος

Και πώς, και πώς λησμόνησες ότ’ ήσουν Ελληνίδα κι αγάπησες του Αλήπασα, Φροσύνη μου, το τέκνο. 75 Τα χέρια που εμαρτύρεψαν και σφάζουν την Ελλάδα, την Ήπειρο, τη μάνα σου, Φροσύνη, πώς τ’ αφήκες επάνω σου να εγγίσουνε και να σε φαρμακώσουν; Χίλιες φορές σα σ’ έπαιρνα εδώ στα γόνατά μου και σ’ έσφιγγα στα στήθη μου, Φροσύνη μου, δε σου ’πα 80 πως θά ’λθει μέρα και καιρός και συ να γίνεις μάνα και σ’ όρκιζα να θυμηθείς, να θρέψεις τα παιδιά σου ποτίζοντάς τα κάθ’ αυγή ευχές για την πατρίδα και μίσος, μίσος άσπονδο, κατάρες και φαρμάκι για κείνους που τη σάρκα της ξεσχίζουν και πατούνε;

Φροσύνη

85 Ελέησόν με, Κύριε! Πατέρα μου, εσπλαχνία!

Ιγνάτιος

Και συ, και συ τους έδωκες, παιδί μου, την καρδιά σου τους έδωκες το αίμα σου, τα μητρικά σου σπλάχνα, αίμα και σπλάχνα ελληνικά, να τα μολύνει ο Τούρκος!… Και πώς δεν εφοβήθηκες μη μέσα σου φυτρώσει 90 κανένα τέρας φοβερό, καμιά μεγάλη φλόγα και βγει στον κόσμο σα σπαθί και κάψει και θερίσει και ιδείς, και ιδείς την Ήπειρο, Φροσύνη, σκοτωμένη από τα χέρια του παιδιού π’ ανάθρεψ’ η κοιλιά σου; Μας ελυπήθηκε ο Θεός! Τ’ αλλόφυλο το αίμα 95 φύτρο, καρπό δεν έδωκε κι έμεινε πάντα στείρο. Εσώθηκε το γένος μου, έμεινε της φυλής μου αμίαντη και καθαρή η σάρκα και το πνεύμα. Φροσύνη, τ’ είναι πὄκαμες; πώς ετυφλώθεις τόσο;

Φροσύνη

Ελέησόν με, Κύριε! Πατέρα μου, εσπλαχνία!

Ιγνάτιος

100 Είναι μεγάλο, φοβερό το κρίμα σου, παιδί μου, και μόνο το μαρτύριο δύναται να το πλύνει. Φροσύνη μου, το δέχεσαι μ’ αγάπη, χωρίς πίκρα; Θέλεις να ιδείς τον ουρανό; Κοίταξε, σε προσμένει με τες αγκάλες ανοιχτές η μάνα του Θεού μας.

Φροσύνη

105 Ελέησόν με, Κύριε! Πατέρα μου, το θέλω.

Ιγνάτιος

Θέλεις να ιδείς, Φροσύνη μου, τη μαύρη σου μητέρα, που τόσο την επίκρανες, και να την αγκαλιάσεις;

Φροσύνη

Το θέλω, ναι, πατέρα μου, σπλαχνίσου μου, το θέλω.

Ιγνάτιος

Θεέ μου πολυέλεε, επίβλεψον και ίδε 110 την τόσην της μετάνοιαν και δέξου τηνε, Πλάστη! Δέξου κι αυτές τες δύστυχες και παρηγόρησέ τες!

Το πετραχήλι εσήκωσε, επάνω των το ρίχνει και ψιθυρίζει την ευχή για τους ψυχορραγούντας, παίρνει το δισκοπότηρο στα χέρια του ο Δεσπότης, 115 ο διάκος εγονάτισε, το «Μνήσθητί μου» ψάλλει και λάμπει, λάμπ’ η φυλακή κι αναγαλλιάζει ο κόσμος. Στου δείπνου το μυστήριο προσέρχετ’ η Φροσύνη «Σχωρέσατέ την, Χριστιανοί». —«Ο Θεός να την σχωρέσει». Εμοίρασε ο Ιγνάτιος με τη χρυσή λαβίδα, 120 που αστράφτει μες στα δάχτυλα, το άφθαρτο το Σώμα, το Αίμα το σωτήριο. Μυρίζει το λιβάνι… Αγιάσανε κι οι Δεκαφτά με την Κυρά Φροσύνη.

Ιγνάτιος

Παιδιά μου, μη δειλιάσετε! Ελάτε να σας δώσω το ύστερό μου το φιλί. Η ώρα πλησιάζει. 125 Ευτυχισμένες! Του Θεού το πρόσωπο θα ιδείτε! Παρακαλέστε τον για με, ειπέτε του, Φροσύνη, να θυμηθεί, να σπλαχνισθεί τη μαύρη την Ελλάδα

Άνοιξε η θύρα κι ο Ταχήρ πάλε βραχνά φωνάζει: «Δεσπότη, η ώρα επέρασε, είναι καιρός να φύγεις!»

Ιγνάτιος

130 Παιδιά μου… ακόμη ένα φιλί… φθάνει, παιδιά μου, φθάνει… Φροσύνη, το μαρτύριο απόψε θα σ’ αγιάσει· Μη λυπηθείτε τη ζωή, μη χύσετ’ ένα δάκρυ… Αν αγαπάτε το Χριστό… αν ήσαστε Ελληνίδες…

Έφυγεν ο Ιγνάτιος· έμειναν μόνες… μόνες.

135 Στη θύρα στέκεται ο Ταχήρ, σα Χάρος που προσμένει, και κάθε μια με τ’ όνομα τες προσκαλεί να βγούνε. Προβαίνουν δυο, προβαίνουν τρεις, προβαίνουν πέντε, δέκα, προβαίνουνε κι οι Δεκαφτά με την Κυρά Φροσύνη. Και τες μετρά σαν πρόβατα, χτυπώντας στα κεφάλια 140 τ’ αφορεσμένο δάχτυλο, που ανεβοκατεβαίνει. Ήσαν σωστές… δεν έλειπε καμιά φυλακωμένη.

Αφήκανε τη φυλακή. Τα χείλη των ανοίγουν να καταπιούνε τη δροσιά, που επάνω των ραντίζει, σαν αγιασμόν ουράνιο, του φίλου των το χέρι. 145 Όλα τ’ αστέρια λάμπουνε, δείχνουνε τη χαρά τους. Δεν ανασαίνει ο άνεμος, φοβείται να φυσήσει, μη σηκωθούνε σύγνεφα και σβήσουνε τα φώτα. Τα ζωντανά τα λείψανα, η μαύρη λιτανεία ακολουθεί το δρόμο της πάντα μ’ αργό το βήμα. 150 Ακόμη δεν εφάνηκε στα μάτια των η λίμνη… Και περπατούν, και περπατούν… και κάθε λίγο ρίχνουν κρυφά κρυφά τα βλέμματα, να ιδούν μες στο σκοτάδι κανένα πρόσωπο γλυκό, ν’ ακούσουν ένα σχώριο. Ανοίγ’ ένα παράθυρο, δε φαίνεται ποιός είναι· 155 άκουσαν λίγα δάκρυα που εστάζανε στο χώμα, και μια φωνούλα μυστική, που τες σχωρά και σβηέται. Ο ουρανός τες έβλεπε, τες συνοδεύει πάντα και κάπου κάπου πέφτουνε στο δρόμο τους τ’ αστέρια, λες και τες ρίχνουνε φιλιά, λες και τες χαιρετούνε. 160 Ακολουθούσε ύστερη απ’ όλες η Φροσύνη, αχνή, αχνή κι αδύνατη από την κακοπάθεια. Σιμά της έστεκε ο Ταχήρ, ο μαύρος άγγελός της, και την ρωτά αν απόστασε, αν θέλει να καθίσει.

Ταχήρ

Φροσύνη, πώς δε μου μιλείς και πώς δε με κοιτάζεις; 165 Τί κρίμα τέτοιο πρόσωπο, τί κρίμα τέτοια κάλλη να τα χαρούνε τα νερά, τα κύματα της λίμνης! Γιατί, Φροσύνη, δεν ακούς τα λόγια του Βιζίρη; Σ’ αγάπησεν ο δύστυχος, σὄδωκε την καρδιά του, τα πλούτη του, τη δόξα του, σου εφίλησε τα πόδια, 170 και συ τον καταφρόνεσες! Πες μου, Φροσύνη, πες μου, όλες αυτές που θα ’λθουνε μαζί με σε στο μνήμα, κι αφήνουν άνδρα και παιδιά, γιατί δεν τες λυπάσαι; Μ’ ένανε λόγο σου γλυκό, μ’ ένα χαμόγελό σου θα βρει τη μάνα το παιδί, που νηστικό προσμένει 175 μες στην κουνιά το γάλα του και σκούζει πεινασμένο. Και συ, Φροσύνη μου εύμορφη, όσο να φέξει η μέρα, στο θρόνο σου θα κάθεσαι και δούλο σου θα μ’ έχεις. Φροσύνη, πώς δε μου μιλείς και πώς δε με κοιτάζεις;

Φροσύνη

Ελέησόν με, Κύριε, και μη με παραιτήσεις!

Ταχήρ

180 Γιατί, γιατί να ’σαι σκληρή, να μη ψυχοπονιέσαι τόσα κρεβάτια νυφικά, π’ απόψε θα χηρέψουν! Κοίταξ’ εκείνη τη μικρή μες στα λευκά ενδυμένη, είν’ η Ελένη σου η πιστή, που τόσο σ’ αγαπούσε! Λυπήσου την, Φροσύνη μου. Τί κρίμα, τα μαλλιά της 185 να μη στολίσει ολόχρυσο του γάμου το στεφάνι! Κι εκείν’ η άλλη, πὄρχεται σιμ’ από την Ελένη, είν’ η γλυκιά ξαδέλφη σου, η συνονόματή σου. Ο Μήτρος την αγάπησε, την έκλεψ’ ένα βράδυ και συ την εστεφάνωσες, δεν έκλεισ’ ένας χρόνος. 190 Γιά ιδές τηνε, τα χέρια της πώς τα ’χει σταυρωμένα, πώς περπατεί περίλυπη και πώς κοιτάζει πάντα τα στήθη της, Φροσύνη μου, λευκά, λευκά σα χιόνι. Μέσα στα σπλάχνα της χτυπά το πρώτο το παιδί της, ω! χάρισέ της τη ζωή, Φροσύνη, μ’ ένα λόγο. 195 Η μαύρη είν’ ετοιμόγεννη! Γιατί να μην ακούσει κι αυτή τα χείλη του παιδιού τη ρώγα της να σφίξουν;… Φροσύνη, πώς δε μου μιλείς και πώς δε με κοιτάζεις;

Φροσύνη

Κυρά Παρθένε, βόηθα με, έλα, Χριστέ, σιμά μου!

Ταχήρ

Γιά ιδές, γιά ιδές τον ουρανό, γιά κοίταξε τη φύση, 200 Φροσύνη, πώς είν’ εύμορφη. Γιατί να την αφήσεις; Στο μνήμα που σε καρτερεί δε λάμπει το φεγγάρι και δε λαλούνε τα πουλιά, τα δένδρα δεν ανθίζουν. Εκεί δεν είναι κιτριές, δεν είναι πικροδάφνες, δροσιά δεν πέφτει την αυγή, ποτέ δεν ξημερώνει. 205 Ύπνος χωρίς ονείρατα και κρύο και σκοτάδι και μαύρο χώμα κι ερπετά θα να ’χεις συντροφιά σου. Χάρου, Φροσύνη, τη ζωή, την ευμορφιά σου χάρου!

Φροσύνη

Κυρά Παρθένε, βόηθα με, έλα, Χριστέ, σιμά μου!

Ταχήρ

Χάρου, Φροσύνη, τη ζωή, χάρου και τα παιδιά σου 210 και μη τ’ αφήσεις ορφανά στη γη να παραδέρνουν. Εσύ δεν τα λυπήθηκες κι ο κόσμος θα τα κλάψει; Θέλεις, Φροσύνη, να ’ρχονται γυμνά και πεινασμένα με τες φωνές να σε ξυπνούν το βράδυ στ’ ακρογιάλι; Θέλεις ν’ ακούς τα κύματα να γρούζουν, να μουγκρίζουν 215 και να χτυπούν τα πόδια τους με λύσσα, να τα δέρνουν, όταν θα τρέχουνε κρυφά στο βράχο λιμασμένα ελεημοσύνη να ζητούν μιαν έρμη πεταλίδα; Κι ενώ θα πέφτουν λαίμαργα μ’ ορμή να την αρπάξουν στα δάχτυλά τους, αχαμνά απ’ τη μεγάλη νήστεια, 220 θέλεις, Φροσύνη, από μακρά ν’ ακούς εκειά τα μαύρα να δέρνονται, να βλασφημούν ποιό να την πρωτοπάρει, και να δαγκούν τα χέρια τους και να σε καταριώνται και να φωνάζουν δυνατά μ’ απελπισμένο στόμα: «Αφορεσμένη μάνα μας, κατάδικη Φροσύνη, 225 πώς δε βαστάς τα κύματα να μη μας πολεμούνε, να ’βρομε να χορτάσομε την πείνα που μας τρώγει;» Χάρου, Φροσύνη, τη ζωή, χάρου και τα παιδιά σου!

Φροσύνη

Κυρά Παρθένε, βόηθα με, λυπήσου με τη μαύρη!

Ταχήρ

Τα βλέφαρά σου σήκωσε και κοίταξε, Φροσύνη. 230 Γιά ιδές η λίμνη εφάνηκε. Μην είσαι αποσταμένη; Εδώ, που τρέχει το νερό, μη θέλεις να καθίσεις να πάρεις λίγη ανάπαυση, το στόμα να δροσίσεις;

Φροσύνη

Όχι, Ταχήρ, σ’ ευχαριστώ· είναι νερό στη λίμνη κι ετάχτηκα στη Δέσποινα μ’ αυτό να ξεδιψάσω.

235 Δαγκά τα χείλη του ο Ταχήρ, τα αιμάτωσε και στάζουν. Εκοίταξε τον ουρανό και τρίζοντας τα δόντια τον άκουσε που εμούγκρισεν η Φρόσω κι εφοβήθη.

Ταχήρ

Γιατί, γιατί δε μ’ έκαμες της λίμνης ένα κύμα, να ξεθυμάνω επάνω της τη λύσσα που με τρώγει! 240 Να καταπιώ τη σάρκα της και να χαθώ μαζί της βαθιά μέσα στην άβυσσο, να μη το μάθει ο κόσμος πως μια γυναίκα αδύνατη και μισοπεθαμένη ενίκησε τα δυο θεριά κι επάτησε τον Άδη;

Και περπατούν, και περπατούν πάντα μ’ αργό το βήμα 245 και βγαίνουν απ’ τα Γιάννινα και παίρνουν τα χορτάρια. Κοιμάται η φύσις ήσυχη, τα δένδρα, τα λουλούδια εκλείσανε τα φύλλα τους, δε βλέπουν ποιοί περνούνε· τους φαίνεται σαν όνειρο η μαύρη λιτανεία, που επέρασε στον ίσκιο τους, χωρίς να τα ξυπνήσει. 250 Κανείς δεν τες απάντησε. Βουβάθηκεν ο κόσμος, ούτε φλογέρα πιστικού ακούεται στα πλάγια, ούτε προβάτου βέλασμα, ούτε πουλιού τραγούδι… Τί συμφορά να διάβηκεν εκείθε, τί κατάρα, κι ενέκρωσε κι εσκότωσε κι ερήμαξε τη φύση;…

255 Παίζει το μάτι του Ταχήρ και πίσω από μια φράχτη βλέπει σαν ένα φάντασμα μες στα κλαδιά κρυμμένο. Καθώς γνωρίζει τ’ άλογο τη νύχτα μες στο λόγγο από μακρά το πάτημα, τη μυρωδιά του λύκου, κι ανατριχιάζει, σταματά και σκιάζεται και τρέμει, 260 έτσι γνωρίζει κι ο Ταχήρ τον ίσκιο του Βιζίρη.

Ακίνητος σαν το θεριό, που καρτερεί κυνήγι, έστεκεν ο Αλήπασας να ιδεί που θα περάσουν. Ετέντωσε τα μάτια του κι εφέξανε τ’ αγκάθια. Έχει σιμά του δυο παιδιά φτωχά και λαμπασμένα 265 και τα κρατεί σφιχτά σφιχτά, μη τύχει και του φύγουν. Σαν είδε που επλησίασαν, σκύφτει κρυφά και λέγει:

Αλής

Βλέπετ’ εκείνες, που περνούν μες στ’ άσπρα φορεμένες, με τα μαλλιά των ξέπλεγα και μ’ ελαφρό το βήμα; Είναι νεράιδες πὄκλεψαν τη μάνα σας, παιδιά μου, 270 και τηνε σέρνουν, την τραβούν στη λίμνη να την κρύψουν. Φωνάξετέ της δυνατά, μη φύγουν και γλιτώσει.

Κι εκείνα τα κακότυχα, που τα ’χε ξεγελάσει και τα ’φερε τη μάνα τους σκληρά να μαρτυρέψουν, επίστεψαν τα λόγια του κι εφώναξαν τα μαύρα: 275 «Αφήστε τη μανούλά μας, πού πάτε τη Φροσύνη Σπαθί, μαχαίρι φτερωτό, επέταξ’ η φωνή τους κι επλήγωσε μες στην καρδιά τη δύστυχη τη Φρόσω. Εγνώρισε τα σπλάχνα της, έμεινε παγωμένη. Ρίχνει μιαν ύστερη ματιά στον ουρανό και πέφτει. 280 Κυρά Παρθένε, δέξου την, απέθανε η Φροσύνη. Ακούει το χτύπο ο Αλήπασας, πετιέται από τη φράχτη κι αφήνει έρμα τα παιδιά και μοναχά στο λόγγο. Σκούζουν εκείνα, φεύγουνε, πού να κρυφτούν δεν ξεύρουν· τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, τρέχουν επάνω κάτω, 285 τρυπώνουνε τα δύστυχα σε μια κουφάλα δένδρου, σφιχτά σφιχτά αγκαλιάζονται, παρακαλούν να φέξει.

Αλής

Ταχήρ, Ταχήρ, πώς δε μιλεί, πώς δε χτυπά η καρδιά της;

Ταχήρ

Οι πεθαμένοι είναι βουβοί, δεν έχουν καρδιοχτύπι.

Αλής

Ταχήρ, δεν αναστέναξε; δεν έχυσ’ ένα δάκρυ;

Ταχήρ

290 Βιζίρη, δεν την άκουσα… έχει στεγνά τα μάτια.

Αλής

Ταχήρη, την εκέντησες να ιδείς αν βγάνει αίμα;

Ταχήρ

Βιζίρη, την εκέντησα, δεν έβγαλε ρανίδα.

Την έβλεπε ο Αλήπασας και μαύρος από πείσμα με το ποδάρι του χτυπά τα παγωμένα στήθη. 295 Και τόσο, τόσο τα πατεί, τόσο βαριά τα θλίβει, π’ ακούστηκε σα βογκητό να βγαίνει από το πτώμα. Κρυφή χαρά τού επλάτυνε τα λαίμαργα τα χείλη και βλασφημάει ο άθεος και λέγει του Ταχήρη:

Αλής

Πάρ’ τηνε τώρα, ρίξε την, να τηνε φάγει ο Άδης. 300 Την άκουσα που εστέναξεν, ας είν’ και πεθαμένη. Εκεί στην άκρη καρτερώ ν’ ακούσω να χτυπήσει μες στο νερό το σώμα της. Πάρ’ τηνε… φύγε… χάσου.

Άφωνες οι κατάδικες με τρόμο, με λαχτάρα, το φοβερό μαρτύριο τηράνε της Φροσύνης. 305 Είδανε τον Αλήπασα, που τηνε παραστέκει, και δεν τολμούν οι δύστυχες να τρέξουν να της δώσουν ούτε το ύστερο φιλί, τα μάτια της να κλείσουν. Τη χαιρετούν από μακρά και την παρακαλούνε να καρτερέσει μια στιγμή όλες μαζί να φύγουν. 310 Ακολουθεί το δρόμο της η νεκρική κηδεία. Ακόμη λίγο περπατεί και βλέπει στ’ ακρογιάλι, που εμαύριζεν από μακρά έν’ αραμένο ξύλο. Σιμά των έρχεται ο Ταχήρ, το πτώμα φορτωμένος, και με κατάρες άσπλαχνες τες σπρώχνει και τες βιάζει. 315 Φθάνουν στην άκρη του γιαλού· τρεις, τέσσαροι φονιάδες που επρόσμεναν από βραδύς, τες παίρνουν, τες φορτώνουν. Εμβήκε μέσα κι ο Ταχήρ και μ’ ένα μόνον νεύμα χτυπούν το κύμα τα κουπιά και χάνεται το ξύλο. Εκοίταζαν οι δύστυχες τον κόσμο, που τες φεύγει, 320 και δε μπορούν να κρύψουνε τα δάκρυά των πλέον. Θυμώνται τον Ιγνάτιο, θυμώνται τα κρεβάτια, το σαστικό, τον άντρα των, την ευμορφιά, τη νιότη… Κλάψετε, μαύρες, κλάψετε, κι ο Πλάστης σάς σχωράει! Φαίνονται μες στα σύγνεφα οι κορυφές του Πίνδου 325 κάτασπρες σαν τα στήθη των, αγνές σαν την καρδιά των. Γέρνουν, θωρούν τα κύματα, λες και μετρούν το βάθος, που χάσκει, χάσκει αχόρταγο σαν του Αλή το στόμα. Πόσες φορές, σαν ήτανε μικρές μικρές παιδούλες, στη λίμνη εταξιδεύσανε με γέλια, με παιγνίδια! 330 Πόσες φορές απλώσανε τ’ αθώα των τα χέρια και κυνηγούσαν τα νερά στα δάχτυλα να πιάσουν! Και τώρα, αντί να παίζουνε κι αντί να τραγουδούνε, τρέμουν να ιδούνε τον αφρό που θα τες σαβανώσει!

Πόσο μακρά που εφύγανε! Τί γρήγορα που τρέχουν! 335 Άλλο δε φαίνετ’ ο γιαλός. Τα μάτια των γυρεύουν να ιδούν ακόμη μια φορά το μητρικό των χώμα, κι εκείνο λες κι εσβήστηκε μες στα νερά της λίμνης!

Εκοίταζε ο Αλήπασας ανήσυχος στο βράχο το μαύρο ξυλοκρέβατο που εδιάβαινε μονάχο. 340 Λες και της λίμνης οι αφροί στον ώμο τους το παίρνουν και σ’ εκκλησιά μακρά μακρά, σιγά σιγά το φέρνουν. Το βλέπει που εσταμάτησε… Σηκώνεται, προσμένει βουβός, δεν ανασαίνει.

Και στέκει κι ακουρμαίνεται και καρτερεί ν’ ακούσει… 345 Κοιμώντ’ ακόμη τα νερά, νεκρά δεν αντηχούσι. Ο πρώτος χτύπος έφθασε… χαμογελά, σπαράζει. Δεύτερος… τρίτος… τέταρτος… μετρά κι αναγαλλιάζει. Τί βιάζεσαι, τί βιάζεσαι; Δε βλέπεις το Βιζίρη, που δεν προφθάνει να μετρά, σκληρέ καραβοκύρη; 350 Δυο τρεις ακόμη εμείνανε. Ελάφρωσε το ξύλο και κολυμβά σα φύλλο.

Δεκάξι χτύποι ακούονται… Δεν έσωσαν ακόμα; Κρυφά λογάριαζε ο Αλής και τὄλειπε ένα πτώμα. Σκύφτουνε δυο, τ’ αρπάζουνε, το σέρνουν, το τραβούνε, 355 σφιχτά του δένουν μια θηλιά, μια πέτρα του κρεμούνε. Ένας κρατεί τα πόδια του, γυμνά και ξυλιασμένα, κι άλλος βαστούσε τα μαλλιά στα δάχτυλα δεμένα. Επάνω κάτω το κινούν, λες και το νανουρίζουν· φωνάζουν μια, φωνάζουν δυο και τρεις… το σφενδονίζουν. 360 Εχτύπησαν τα κύματα με θόρυβο μεγάλο, μ’ αφρούς πολλούς και σάλο.

Κάμνει στεφάνια το νερό, που εκτείνονται, πλαταίνουν και στα ποδάρια του Αλή να ξεψυχήσουν πγαίνουν· λες και το κύμα τη νεκρή για νύφη του αγκαλιάζει 365 και με στεφάνια από νερό το γάμο του γιορτάζει. Γέρνει ο Ταχήρης για να ιδεί… κι ακούει τη γαργάρα και τον αφρό που ανέβαινε σα μυστική κατάρα, που ο κάτω κόσμος τὄστειλε απ’ τα ψυχρά του βάθη. Εκρύωσε απ’ το φόβο του, εσβήστηκεν, εχάθη. 370 Φύγε, ληστή, ο ίσκιος σου το μνήμα μη μολύνει, όπου κοιμώντ’ οι Δεκαφτά με την Κυρά Φροσύνη. Εσήκωσαν το σίδερο, αφρίζουν τα κουπιά τους. φεύγουν!… Ανάθεμά τους!

Και συ, Αλή, που εχόρτασες τη λύσσα, την οργή σου, 375 σαν έλθει η ώρα η φοβερή, κλεισμένος στο νησί σου, τη νύχτα εδώ που επέρασες δε θα τη λησμονήσεις. Κι όταν θ’ απλώνεις στο νερό τα χείλη να δροσίσεις, φωτιά θα πίνεις άσβεστη και θέρμη και πικράδα. Είν’ αλμυρά τα δάκρυα κι αφήνουν φαρμακάδα. 380 Είν’ αλμυρά, θυμήσου το! θα ιδείς πώς θα ξυπνήσουν, πώς θα ’λθουνε στο βράχο σου τη νύχτα να χτυπήσουν σαν κύματα ολοφούσκωτα, αφροστεφανωμένα, με βογκητό, με μούγκρισμα, σκληρά και διψασμένα. Τριγύρω σου θα σηκωθούν, ψηλά βουνά θα γίνουν, 385 το δρόμο θα σου κλείσουνε, να φύγεις δε θ’ αφήνουν. Θα να ζητείς βοήθεια, κανείς δε θ’ αγρικάει… Η ΛΙΜΝΗ ΘΑ ΣΕ ΦΑΕΙ.