Testing

*Δοκιμασιολογία. Τσοπάνογλου 20102:37, 182.

Δοκιμολογία.

Τέστινγκ.

Ο όρος testing συχνά μένει αμετάφραστος και μάλιστα γράφεται με λατινικούς χαρακτήρες. Με αυτόν αναφερόμαστε σε δύο πράγματα: α) στην αξιολόγηση γενικά, δηλαδή στον έλεγχο της επίδοσης με χρήση των τεστ (όπως, για παράδειγμα στον τίτλο IELTS: International English Language Testing System, που αναφέρεται σε σύστημα γλωσσικής αξιολόγησης) και β) σε έναν από τους επιμέρους κλάδους της μετρολογίας, δηλαδή της επιστήμης των μετρήσεων. Όταν στις επιστημονικές μετρήσεις χρησιμοποιούνται δοκιμασίες/τεστ, τότε η μέθοδος που ακολουθείται είναι αντικείμενο μελέτης της δοκιμασιολογίας.

Ως προς την πρώτη σημασία, δεν έχει παρά να χρησιμοποιεί κανείς τον όρο αξιολόγηση. Εδώ μας ενδιαφέρει η δεύτερη σημασία. Από τους τρεις όρους που καταγράφονται παραπάνω είναι προτιμότερος ο πρώτος (δοκιμασιολογία), που ουσιαστικά αποτελεί «αντιδάνειο» από τη γαλλική γλώσσα. Δηλαδή, στη γαλλική (αλλά και την ιταλική) για να αποδώσουν τον όρο testing χρησιμοποίησαν την ελληνική λέξη «δοκιμή» και ως δεύτερο συνθετικό το επίσης ελληνικό «-λογία». Έτσι δημιούργησαν τον όρο «docimologie» (στα ιταλικά docimologia). Πριν από μερικές δεκαετίες εμφανίστηκε στην ελληνική ο όρος «δοκιμολογία», ο οποίος στη συνέχεια έγινε δοκιμασιολογία, αφού κατά τη μέτρηση της σχολικής επίδοσης χρησιμοποιούνται «δοκιμασίες» και όχι «δοκιμές».

Βιβλιογραφία

  • Τσοπάνογλου Α. (20102). Μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας και εφαρμογές της στην αξιολόγηση της γλωσσικής κατάρτιση. Θεσσαλονίκη: Εκδ. Ζήτη.