Εξώφυλλο

 

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Συντονιστής: Δ.Ν.Μαρωνίτης
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Τεχνική σύσταση

Το πιλοτικό πρόγραμμα «Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση», τριετούς διάρκειας (1.7.2001-31.10.2004), διεκπεραιώθηκε με απόφαση του πρώην Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Πέτρου Ευθυμίου στο πλαίσιο του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας, το οποίο ανέλαβε να στηρίξει, με το ευρύτερο κύρος του, την ερευνητική και συγγραφική αυτή δοκιμή καλύπτοντας τα λειτουργικά της έξοδα. Φιλόξενος οικοδεσπότης, έμπειρος και αποτελεσματικός συνεργάτης ο Αλέξης Δημαράς, πρώην Πρόεδρος του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας. Οι αμοιβές των έξι πανεπιστημιακών συνεργατών του προγράμματος δεν επιβάρυναν το δημόσιο. Το οικονομικό βάρος το ανέλαβαν τέσσερις χορηγοί: σταθερός χορηγός η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος· συμπληρωματικοί χορηγοί κατά σειρά: η Εμπορική Τράπεζα, η ΔΕΗ και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Η επταμελής ομάδα εργασίας συγκροτήθηκε τον Νοέμβριο του 2002 και, σε αλλεπάλληλες συνεδρίες, καθόρισε και εξειδίκευσε τους σκοπούς του προγράμματος. Ομόφωνα αποφασίστηκε η εμπράγματη παρέμβαση σε κρίσιμα ζητήματα της γυμνασιακής αρχαιογνωσίας και αρχαιογλωσσίας με τη συγγραφή καταρχήν πέντε εγχειριδίων, τα οποία υπάρχει πρόθεση (και προθυμία της νέας Διοίκησης του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας) να συμπληρωθούν με δύο ακόμη εγχειρίδια: το ένα για την αρχαία ελληνική ιστορία· το άλλο για την αρχαία ελληνική τέχνη. Κατονομάζονται οι τίτλοι και οι συντάκτες των πέντε συντελεσμένων εγχειριδίων: ο Τάσος Χριστίδης ανέλαβε τη σύνταξη Ιστορίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας· ο Φάνης Κακριδής τη σύνθεση Αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας· ο Θεόδωρος Παπαγγελής την παρουσίαση της Ρώμης και του κόσμου της· ο Βασίλης Κάλφας και ο Γιώργος Ζωγραφίδης, από κοινού, την καταγραφή του βίου και της σκέψης Αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων· τέλος, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης και ο Λάμπρος Πόλκας την προβολή της Αρχαϊκής επικής ποίησης. Εν συνεχεία εκπονήθηκαν δύο επιπλέον εγχειρίδια στο ίδιο πλαίσιο, με αποκλειστικό χορηγό το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Το ένα υπό τον τίτλο Ελληνική αρχαιότητα: Πόλεμος – πολιτική – πολιτισμός (συγγραφείς: Δημήτρης Κυρτάτας και Σπύρος Ράγκος). Το άλλο υπό τον τίτλο Αρχαία ελληνική τέχνη (συγγραφείς: Αλεξάνδρα Βουτυρά και Μανόλης Βουτυράς).

Εξαρχής συναποφασίστηκε από το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και την ομάδα εργασίας του Προγράμματος ότι τα εκπονούμενα εγχειρίδια θα πρέπει να εκδοθούν από έγκυρο ιδρυματικό φορέα, κατά προτίμηση από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη). Η αρχική αυτή απόφαση επικυρώθηκε σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας τον Ιούνιο του 2004 και αποτυπώθηκε στα πρακτικά της, με ρητή αναφορά στην εκδοτική αρμοδιότητα του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη, το οποίο ανέλαβε και το κόστος της έκδοσης για τα πέντε εγχειρίδια. Με την εκδοτική αυτή μέθοδο είναι σύμφωνος και ο νέος Πρόεδρος του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας, ο οποίος επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πρόοδο και την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Γενική σύσταση

Ο επίτιτλος του προγράμματος (Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση) προαναγγέλλει τον γενικό θεματικό στόχο του, υπαινίσσεται όμως συγχρόνως και την ανάγκη υπέρβασης παρεξηγήσεων ως προς τις σχέσεις αρχαίας ελληνικής γραμματείας και αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Το πρόγραμμα προτίθεται να αναιρέσει με τα επτά εγχειρίδια (προπαντός με την Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας) ειδικότερα τη διάχυτη παρεξήγηση για την υπερτίμηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, η οποία συνεπάγεται υποτίμηση τόσο της νεοελληνικής γλώσσας όσο και της νεοελληνικής γραμματείας. Το πρόγραμμα επιχειρεί επομένως ισόρροπη, δυναμική και παραγωγική, σχέση μεταξύ αρχαιογνωσίας και αρχαιογλωσσίας, η οποία όχι μόνο να μην καταπιέζει τη νεοελληνική γλώσσα και γραμματεία, αλλά και να ευνοεί την απελευθέρωσή τους από το αρχαιογλωσσικό βάρος.

Το πρόγραμμα δεν υποτιμά βεβαίως την αρχαία ελληνική γλώσσα· επιμένει όμως στον εξελικτικό χαρακτήρα της και στη συνεχή διαθεσιμότητά της μέσα στο ευρύτερο γλωσσικό και ανθρωπογεωγραφικό περιβάλλον. Δοκιμάζοντας κάθε τόσο και κατορθώνοντας γόνιμες γλωσσικές ανταλλαγές, ωσότου, πατώντας στον κομβικό σταθμό της Κοινής, άνοιξε τον δρόμο για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας. Με άλλα λόγια: το πρόγραμμα προκρίνει ενόψει της αρχαιογλωσσίας τη νεογλωσσία, ενόψει της αρχαιογνωσίας τη νεογνωσία, δηλαδή μια διπλή αυτογνωσία τοποθετημένη στο κρίσιμο παρόν.

Αυτό το κριτήριο καθόρισε την επιλογή των επτά εγχειριδίων, τα οποία ασφαλώς δεν εξαντλούν όλο το φάσμα της σχολικής αρχαιογνωσίας, καλύπτουν όμως σημαντικά κενά της, ενώ συγχρόνως δοκιμάζουν την αναθεώρηση και την ανανέωσή της ως προς την ύλη της, τη μέθοδο και τη χρήση της. Από την άποψη αυτή το αρχαιογνωστικό και αρχαιογλωσσικό πρόγραμμα μπορεί να θεωρηθεί ετερόδοξο. Στον βαθμό που παραστέκεται και συγχρόνως αντιστέκεται στην ισχύουσα διδακτική και εξεταστική πρακτική της Μέσης Εκπαίδευσης. Έπονται πέντε προφανή σήματα αυτής της ετεροδοξίας.

1. Και τα επτά εγχειρίδια αφορούν συνολικά τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου, είναι επομένως διαταξικά. Συγκροτούν και συγκρατούν για τρία χρόνια την ενότητα καθενός διδακτικού αντικειμένου, διαβαθμίζοντας τη γνώση του στον κύκλο των γυμνασιακών σπουδών με άνεση και σχετική ελευθερία. Τούτο σημαίνει ότι τα πέντε αυτά διαταξικά εγχειρίδια δεν επιβάλλουν αναγκαστικά τη διδακτική ακολουθία των κεφαλαίων τους, την υποχρεωτική δηλαδή μοιρασιά τους σε καθεμιά από τις τρεις γυμνασιακές τάξεις. Αντίθετα, η επιλογή της διδασκόμενης ύλης ανατίθεται στους διδάσκοντες και εξαρτάται από τις συγκεκριμένες διδακτικές συνθήκες: από τη σύνθεση της τάξης, από το κοινωνικό και μορφωτικό της επίπεδο, από τη γνωστική περιέργεια των μαθητών, αλλά και από εξωσχολικά επίκαιρα ερεθίσματα που σχετίζονται με το επίμαχο θέμα της αρχαιογνωσίας και της αρχαιογλωσσίας.

2. Και τα επτά εγχειρίδια είναι έτσι προγραμματισμένα και συνταγμένα, ώστε να αποτελούν κοινό βοήθημα για τον δάσκαλο και τον μαθητή. Δεν μοιράζουν επομένως άνισα την προσφερόμενη γνώση, ώστε να υπογραμμίζεται η γνωστική υπεροχή του δασκάλου απέναντι στους μαθητές του· αποτελούν αντίθετα αφορμές για να οριστεί μέσα στην τάξη, με τη συνεργασία δασκάλου και μαθητή, το αρχαιογνωστικό αντικείμενο, να διακριθούν οι θεμελιακές του αρχές, να αναζητηθεί η μέθοδος της πρόσληψής του, να φανεί η όποια μορφωτική αξία του. Με τους όρους αυτούς, το κοινό για τον δάσκαλο και τον μαθητή εγχειρίδιο έμπρακτα δείχνει ότι η αρχαιογνωσία και η αρχαιογλωσσία δεν είναι μονοπώλιο κανενός αλλά κοινό αγαθό, που τροφοδοτεί τη μορφωτική μας όρεξη και ελέγχει μορφωτικά μας κενά.

3. Τα επτά εγχειρίδια δεν προορίζονται να ενταχθούν στο καθιερωμένο σύστημα του αναλυτικού προγράμματος και να υπακούσουν στις εντολές των γραπτών εξετάσεων. Δεν προβλέπουν δηλαδή την εξεταστική αναπαραγωγή του περιεχομένου τους από τους μαθητές. Αντ’ αυτού επιδιώκεται να ενσωματωθεί ο έλεγχος της παρεχόμενης γνώσης στην προφορική διδασκαλία και να προκύψει από τον διάλογο μαθητών και δασκάλου μέσα στην τάξη.

4. Τα επτά εγχειρίδια, γραμμένα καθένα με τον αρμόδιο τρόπο του, δεν αγνοούν τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και τις προσληπτικές ικανότητες των γυμνασιακών μαθητών· τις λαμβάνουν υπόψη, υπό τον όρο όμως ότι συγχρόνως τις δοκιμάζουν. Δεδομένου ότι στην πραγματικότητα, παρά τα φαινόμενα και τα λεγόμενα, οι μαθησιακές ικανότητες και ορέξεις σε αυτή την ηλικία είναι ανοιχτές και πολύ συχνά απρόβλεπτες. Προσαυξάνονται πάντως και οξύνονται ανάλογα προς τη μέθοδο και το ύφος της διδασκαλίας.

5. Τέλος, και τα επτά εγχειρίδια έχουν προγραμματιστεί και συνταχθεί ούτως ώστε να μην επαναλαμβάνουν, με το περιεχόμενο, το ύφος και τη μορφή τους, το συμβατικό σχολικό βιβλίο. Και μόνο το γεγονός ότι κάθε εγχειρίδιο θα βρίσκεται στη διάθεση των μαθητών επί τρία χρόνια, του δίνει μια άλλου είδους συντροφική σημασία και αξία, η οποία συγχρονίζεται με την προεφηβική και εφηβική ηλικία. Πέραν αυτού, τα εγχειρίδια, με τη διεγερτική τους ετεροδοξία, φιλοδοξούν να λειτουργήσουν ως ευπρόσδεκτα αναγνώσματα και εκτός του σχολικού περιβάλλοντος. Ζητούμενο δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση είναι να σπάσει με τα βιβλία αυτά το φράγμα του κλειστού σχολικού χώρου: να επικοινωνήσει η σχολική εκπαίδευση με την εξωσχολική παιδεία· να σμίξει η μαθητική υποχρέωση με τη μαθησιακή απόλαυση.

Ειδική σύσταση

Η Αρχαία ελληνική γραμματολογία συντάσσεται από τον Φάνη Κακριδή. Στις φιλολογικές αρετές του εγχειριδίου ανήκει η συστηματική οικονομία του, με την οποία συστήνεται επαρκώς η αρχαία ελληνική γραμματεία κατά εποχές, γένη και είδη. Σε κάθε εξάλλου γραμματολογικό κεφάλαιο προτάσσονται οι ιστορικές και οι κοινωνικές συνθήκες που περιβάλλουν τα γράμματα και τις τέχνες — πρωτοτυπία που δεν απαντά σε συμβατικότερες γραμματολογίες, δικές μας και ξένες. Με δυο λόγια: η Γραμματολογία του Κακριδή προσφέρεται στον μαθητή και στον δάσκαλο των τριών γυμνασιακών τάξεων ως βιβλίο αναφοράς.

Κατόρθωμα αποτελεί η Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, συνταγμένη από τον Τάσο Χριστίδη. Στην πραγματικότητα το εγχειρίδιο καλύπτει λίγο πολύ όλο το φάσμα της ελληνικής γλώσσας, από τα προϊστορικά χρόνια έως τις μέρες μας, αποκαλύπτοντας με συναρπαστική ενάργεια τα μυστικά της γλώσσας και της γραφής ειδικότερα. Συγχρόνως, διαφωτίζει, με νηφάλιο και τεκμηριωμένο τρόπο, παθολογικές εκτροπές στην πορεία της ελληνικής γλώσσας. Τα Παραρτήματά του εξάλλου προσφέρουν διαδοχικά κειμενικά παραδείγματα της εξελισσόμενης ελληνικής γλώσσας.

Το απρόβλεπτο εγχειρίδιο του Θεόδωρου Παπαγγελή Η Ρώμη και ο κόσμος της συμπληρώνει το ελληνικό μερίδιο της αρχαιογνωσίας, για πρώτη φορά στη νεοελληνική εκπαίδευση, με το ρωμαϊκό. Δείχνει με ερεθιστικό τρόπο τις συμπτώσεις και τις αποκλίσεις των δύο μερών του κλασικού ανθρωπισμού, κυρίως σε θέματα πολιτικής και πολιτισμού. Τέλος, με απολύτως εξακριβωμένες πληροφορίες, αντλημένες από δυσεύρετες συχνά πηγές, ο συντάκτης του εγχειριδίου κατορθώνει μια γοητευτική μυθοπλασία του ρωμαϊκού κόσμου και πολιτισμού, όπου ευρηματικότητα, χιούμορ και φαντασία συμπληρώνονται αμοιβαίως.

Εξίσου απρόβλεπτο είναι και το συνεργατικό εγχειρίδιο των Βασίλη Κάλφα και Γιώργου Ζωγραφίδη, αφιερωμένο στους Αρχαίους έλληνες φιλοσόφους της πρώιμης, ακμαίας και όψιμης αρχαιότητας. Παράτολμο εγχείρημα, αν μείνουμε καθηλωμένοι στην προκατάληψη ότι η γυμνασιακή ηλικία δεν είναι έτοιμη ακόμη να υποδεχτεί στοιχεία φιλοσοφικού βίου και στοχασμού. Και όμως το φιλοσοφικό αυτό εγχειρίδιο ενδιαφέρει τους μαθητές του Γυμνασίου, επειδή ανταποκρίνεται σε θεμελιακές απορίες για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Το ζητούμενο επομένως είναι να αναιρεθεί εξαρχής το δήθεν δυσνόητο και το ακατανόητο του φιλοσοφικού βίου και στοχασμού, ώστε να φανεί η καθημερινή του αναγκαιότητα και οικειότητα.

Το πέμπτο εγχειρίδιο των Δ. Ν. Μαρωνίτη και Λάμπρου Πόλκα αφιερώνεται στην Αρχαϊκή επική ποίηση όπως αυτή ανακλάται στα δύο ομηρικά έπη. Μοιράζεται σε τρία μέρη, στα οποία προτάσσεται γενικότερη εισαγωγή. Στο πρώτο μέρος προβάλλεται και εξειδικεύεται η αφηγηματική τέχνη και τεχνική των ομηρικών επών, στην εξέλιξή τους από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια. Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στον ποιητικό ρόλο των θεών, πώς δηλαδή ορισμένοι θεοί (ο Δίας κατεξοχήν στην Ιλιάδα και η Αθηνά στην Οδύσσεια) επικαθορίζουν την πλοκή του ενός και του άλλου έπους. Στο τρίτο μέρος αντιμετωπίζονται όψεις και προβλήματα της ομηρικής αρεταλογίας, η οποία επικεντρώνεται στο ομηρικό κλέος, διαφοροποιημένο από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια.

Το έκτο εγχειρίδιο των Δημήτρη Κυρτάτα και Σπύρου Ράγκου Ελληνική αρχαιότητα: Πόλεμος – πολιτική – πολιτισμός αντιμετωπίζει την ιστορία της ελληνικής αρχαιότητας από τον όγδοο έως τον δεύτερο μεταχριστιανικό αιώνα, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδιάμεσες μεταλλαγές που προκύπτουν και από τη διασταύρωση με τους γειτονικούς λαούς, ειδικότερα με τους Ρωμαίους.

Το έβδομο εγχειρίδιο Αρχαία ελληνική τέχνη της Αλεξάνδρας και του Μανόλη Βουτυρά αναφέρεται στην αρχαία ελληνική τέχνη, επιμένοντας στις επιδράσεις που δέχεται από το ανθρωπογεωγραφικό περιβάλλον όσο και στις επιδράσεις που ασκεί σε αυτό. Στο δεύτερο μέρος του εγχειριδίου εξετάζονται οι ανακλάσεις της αρχαίας ελληνικής τέχνης στην Αναγέννηση και στα νεότερα χρόνια, μέχρι και τον εικοστό αιώνα.

Δ. Ν. Μαρωνίτης