Πόροι για τα Ομηρικά έπη: Ο τρωικός μύθος στην τέχνη και τη λογοτεχνία

Οδύσσεια

Περιγραφή

Ήλιε, μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου, αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω, όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας. Καλή ’ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου· ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας! Αναμεσός στα δυο μελίγγια μου, στο μέγα πατητήρι, το τραγανό σταφύλι λαχπατώ κι ο γαύρος μούστος βράζει, κι όλη γελάει κι αχνίζει η κεφαλή μες στην ολόρθη μέρα. Μαΐστρες πέταξεν η γης, φτερά, για το μυαλό κουνήθη κι η μαυρομάτα ανάγκη μέθυσε και το τραγούδι αρχίζει; Απάνωθέ μου ο λάβρος ουρανός και κάτωθε η κοιλιά μου, σα γλαροπούλα απά στη θάλασσα, κι αφροδροσολογάται· αρμύρα γιόμωσαν τ’ αρθούνια μου, κι αντιχτυπούν στις πλάτες γοργά γοργά τα κύματα και παν, και πάω κι εγώ μαζί τους. Ήλιε, τρισήλιε, που περνάς ψηλά και χαμηλά αγναντεύεις, ένα σκουφί θαλασσινό θωρώ, του καστροκαταλύτη, ας το κλοτσήσουμε, να παίξουμε, να δούμε ως πού θα πάει! Έχει ο καιρός μαθές γυρίσματα, το ριζικό ’χει ρόδες, κι ο νους του ανθρώπου κάθεται αψηλά και τις στρουφογυρίζει· άιντε, και κλότσο ας δώσουμε της γης, να πάει την κατρακύλα! Ήλιε, γοργοπαιχνιδομάτη μου, φρογό λαγωνικό μου, την άγρη που αγαπώ ξετόπωσε και πάρ’ την του κυνήγου κι ό,τι τηράς στη γης μαντάτευε κι ό,τι γρικάς μολόγα, κι εγώ θα τα περνώ στου σπλάχνου μου το μυστικό αργαστήρι, κι αγάλια, με το παίξε γέλασε και το βαθύ κανάκι, πέτρες, νερό, φωτιά και χώματα θα γίνουν όλα πνέμα· κι η λασποφτέρουγη βαριά ψυχή γλυκά θα ξεκορμίσει και θ’ ανεβεί σα φλόγα γαληνή και θα χαθεί στον ήλιο! Καλά φαγοποτήσατε, παιδιά, στο γιορτερό ακρογιάλι, γέλιο, χορός και τσιμποφίλημα κι αργό κουβεντολόι το γλέντι εντός σας γίνη αλάκερο και μες στη σάρκα εχάθη· μα μέσα μου σηκώθη το κρασί και στοίχειωσε το κρέας, κι ένας σκοπός θαλασσινός πηδάει και θα με ρίξει κάτω· ένα τραγούδι ορέχτηκα να πω, κάμετε τόπο αδέρφια! Ωχού, το πανηγύρι ’ναι πολύ κι ο τόπος είναι λίγος, ανοίχτε, να ’χω αλώνι να στρωθώ κι αγέρα μην πλαντάξω, και να μπορώ να ρίξω τα κανιά, ν’ απλώσω τους αγκώνους, να μη λαβώσω στην αντράλα μου τα γυναικόπαιδα σας. Τι θα μου πνίξουν το λαιμό, θαρρώ, σύντας θα τ’ αμολήσω γιαλό γιαλό να παν τα λόγια μου ν’ ανθρωποκυνηγήσουν· κι όντας ο λάρυγγας σοφράξει πια κι ο πόνος μου στοιχειώσει, θα σηκωθώ, και θέλω απλοχωριά ν’ ακρογιαλοχορέψω. Τη φρονιμάδα, Θε μου, πάρε μου, ν’ ανοίξουν τα μελίγγια, ν’ ανοίξουν οι καταπαχτές του νου, να πάρει αγέρα ο κόσμος. Ε μωρέ σεις χωριάτες μέρμηγκοι, σταροκουβαλητάδες, θα ρίξω παπαρούνα κόκκινη, φωτιά να πιάσει ο κάμπος. Κοράσια με τ’ αγριοπερίστερα στο δροσερό σας κόρφο, λεβέντες με το μαυρομάνικο το λάζο στο ζωνάρι, ξερό δεντρό ’ναι η γης χωρίς άνθους, όσο κι αν πολεμάτε· εγώ, μωρέ, με το τραγούδι μου θα την ανθοβολήσω! Μαστόροι, αφήστε πια τα σύνεργα, διπλώστε τις ποδιές σας, σκολάστε απ’ της ανάγκης το ζυγό, κι η λευτεριά φωνάζει. Κρασί δεν είναι, αδέρφια, η λευτεριά μήτε γλυκιά γυναίκα μήτε και βιός μες στα κελάρια σας μήτε και γιος στην κούνια· έρμο τραγούδι ’ναι ακατάδεχτο και σβήνει στον αγέρα! Πιέτε της Άρνας το γλυφό νερό να καθαρίσει ο νους σας, ξαλησμονήστε τα φαρμάκια σας και τ’ άτιμα συφέρα, τα σπλάχνα σας να γίνουν σα μωρού, παρθένα, ανέγνοια, αφράτα· ανθίσετε έρριζα, μυαλά, να ’ρθει το αηδόνι να λαλήσει! Και σεις, γερόντοι, σύρετε φωνή, να ’ρθουν ξανά τα δόντια, να ’ρθουν τα κορακάτα σας μαλλιά, κι ο νους ο νιος να στρίψει! Μα τον αφέντην Ήλιο, ορκίζουμαι, και την κερα-Φεγγάρω, ψευτόνειρό ’ναι τα γεράματα και φαντασία ’ναι ο χάρος· όλα ’ναι της ψυχής καμώματα και του μυαλού παιχνίδια, όλα αλαφρό μελτέμι που φυσάει και τα μελίγγια ανοίγουν· τ’ όνειρο απάλαφρα ονειρεύτηκε κι έγινε ο κόσμος τούτος· ας κάμουμε του κόσμου κατοχή, παιδιά, με το τραγούδι! Ε συμπλωρίτες, πάρτε τα κουπιά, κι ο καπετάνιος φτάνει· και σεις, μανάδες, δώστε το βυζί στα βρέφη μη φωνάζουν! Όρτσα! τις έρμες πίκρες όξω νου, τρουλώσετε τ’ αυτιά σας· τα πάθη και τα βάσανα θα πω του ξακουστού Οδυσσέα!

Γραμματολογικές Πληροφορίες

Εμπνευσμένος από τον Όμηρο και αρχίζοντας την αφήγηση των γεγονότων από το σημείο ακριβώς που τη σταματά ο αρχαίος ποιητής, ο Καζαντζάκης εκπονεί το δικό του φιλόδοξο ἐπος, που αποτελεί ορόσημο για την ελληνική γραμματεία. Το κείμενο της Οδύσσειας αποτελείται από 33.333 στίχους που κατανέμονται–σύμφωνα με το παράδειγμα του Ομήρου–σε 24 ραψωδίες. Παραπάνω δίνονται οι πρώτοι στίχοι του έργου, ενώ στη συνέχεια παρατίθεται μια σύντομη περίληψή του γραμμένη από τον ίδιο τον ποιητή. Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί⋅ δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι. Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο. Άρχισε το μέγα στερνό ταξίδι. Άραξε πρώτα - πρώτα στο λιμάνι της Σπάρτης, ανέβηκε στην ξακουσμένη πολιτεία, γλίτωσε τον παλιό του συμπολεμιστή Μενέλαο από την ανταρσία του λαού, έφαγε κι ήπιε και κουβέντιασε μαζί του, άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της. Αράζει τώρα στην Κρήτη, που βρίσκεται στην παρακμή του μεγάλου πολιτισμού της. Οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι, έχοντας τώρα το νέο όπλο, το Σίδερο, συνωμοτούν να ρίξουν το γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους. Μια νύχτα, στο μεγάλο βασιλικό συμπόσιο, ο Οδυσσέας δίνει το σημάδι, κι οι συνωμότες ορμούν: ο βασιλιάς κι οι σαπημένοι αρχόντοι κι οι αρχόντισσες σκοτώνουνται, το Παλάτι της Κνωσού καίγεται, η Ελένη δένει έρωτα μ' ένα ξανθό βάρβαρο, κι ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει με τους συντρόφους στο καράβι κι απλώνει πάλι πανιά κατά νότου. Αράζει στην Αίγυπτο. Αναβρασμός μέγας κι εδώ, οι σκλάβοι που πεινούν έχουν σμίξει με τους ξανθούς βάρβαρους του Βορρά και θέλουν να ρίξουν τους αρχόντους, τους παραχορτασμένους. Μια στιγμή ο Οδυσσέας διστάζει⋅ μα τέλος παίρνει απόφαση, μπαίνει μπροστά μαζί με τους σκλάβους, μα ο στρατός τους νικιέται, τον πιάνουν οι αρχόντοι και τον ρίχνουν στη φυλακή. Δένει εκεί φιλίες με τους νέους άγριους συντρόφους, και μέσα στην πείνα, στην αγωνία του και στη σκλαβιά της φυλακής πελεκάει σ' ένα ξύλο το πρόσωπο του νέου Θεού του: φοβερή μάσκα ανήλεη, όλο πληγές και αίματα, σαν τον Πόλεμο. Κατορθώνει με δόλο να φύγει από τη φυλακή, ξεδιαλέγει πάλι, ανάμεσα στους πολεμιστές, σκλάβους κα βάρβαρους, τους πιο άγριους συντρόφους και κινάει μαζί τους πέρα, κατά την έρημο. Και πάει μπροστά, οδηγός, η μάσκα του νέου Θεού. Φτάνει πολεμώντας με τις άγριες φυλές, στις πηγές του Νείλου, στην καρδιά της Αφρικής. Εκεί χτίζει την καινούρια πολιτεία του, την οχυρώνει, χαράζει απάνω στο φρούριο τις νέες παρήφανες εντολές του Θεού του, νομοθετώντας νέους δίκαιους νόμους. Χαίρεται που θα δημιουργήσει μιαν κοινωνία ελεύτερων, ατρόμητων ανθρώπων. Μα τη μέρα που έκανε τα εγκαίνια της πολιτείας κι είχε κηρύξει μεγάλη γιορτή, γίνεται σεισμός, ανοίγει η γη και καταπίνει την πολιτεία. Βούλιαξε όλη. Στα χείλη του γκρεμού που άνοιξε, ο Οδυσσέας, ολομόναχος πια, χωρίς συντρόφους, χωρίς ελπίδα, συγκεντρώνεται σαν ασκητής και μάχεται να νικήσει τη μοίρα. Αργά, ύστερα από φοβερό εσωτερικό αγώνα, το μυαλό του φωτίζεται, η ψυχή του νικάει, σηκώνεται όρθιος και ξαναρχίζει την πορεία. Πορεύεται πάντα κατά το νότο, συναντάει στη μακρινή του οδοιπορία όλους τους μεγάλους αρχηγούς που έφεραν στους ανθρώπους μιαν καινούρια θρησκεία, μια χίμαιρα, μια νέα κοσμοθεωρία - τ' αρχέτυπα του Άμλετ, του Δον Κιχώτη, του Φάουστ, του Ομήρου, του Βούδα, του Χριστού. Ζει μαζί τους και μιλάει, μετράει την ψυχή του με την ψυχή τους και τους αφήνει ένα-ένα κι εξακολουθεί μόνος την πορεία. Φτάνει στην άκρα της Αφρικής, στην αγαπημένη θάλασσα. Γελάει, κυλιέται στα χοχλάδια, παίζει μαζί της. Σκαρώνει το στερνό του καράβι, στενό, μικρό, σα φέρετρο. Αποχαιρετά τη γη, φεύγει. Περνάει την παγωμένη θάλασσα, τρικυμία ξεσπάει, συντρίβεται το καράβι σε άγρια χιονισμένα βράχια. Παίρνει πάλι το δρόμο, πέφτει σ' ένα χωριό καμωμένο από χιόνι, όπου οι άγριοι κυνηγοί της φώκιας τον υποδέχουνται σα θεό. Μένει μαζί τους ένα χειμώνα, και την άνοιξη, ως έλιωσαν τα χιόνια, θηκαρώνει σε μιαν πλωτή από δέρμα φώκιας και ξαναπαίρνει πάλι το πέλαγο. Λάμνει με τα κουπιά στον αβασίλευτο ήλιο, κι έρχεται ήσυχα ο Θάνατος και καθίζει αντίκρα του, στην πλώρα. Είναι απαράλλαχτος με τον Οδυσσέα, γέρος κι αυτός με άσπρα γένια, όλο πληγές. Χαμογελάει ο ένας στον άλλον, αρμενίζουν αμίλητοι, ένα παγόβουνο προβαίνει, πέφτει απάνω στην πλωτή, μα ο Οδυσσέας προφταίνει και σκαρφαλώνει απάνω στο παγόβουνο κι αρμενίζει μαζί του σα να' ναι καράβι. Ο Οδυσσέας νιώθει [πως] έφτασε πια η στερνή του ώρα. Αποχαιρετά τις πέντε του αίστησες - την όραση, τη ακοή, τη γέψη, την άσφρηση, την αφή - και τις ευχαριστεί γιατί καλά του δούλεψαν, παράπονο δεν έχει. Ανοίγει την αγκάλη, σέρνει φωνή, φωνάζει όλους τους αγαπημένους του συντρόφους - τους άντρες, τις γυναίκες που αγάπησε και το πιστό σκυλί του από την Ιθάκη. Ακούν τη φωνή του αφέντη, πετιούνται από τα μνήματα οι παλιοί συντρόφοι και κατά-φτάνουν⋅ το καράβι του Οδυσσέα γεμίζει πάλι συντρόφους. Χαίρεται ο Οδυσσέας, υποδέχεται όλο χαρά τους συντρόφους, σηκώνει το χέρι, δίνει με ατρόμητη θραιμβευτική φωνή το σημάδι του μισεμού: «Όρτσα, παιδιά, και πρίμο φύσηξε του Χάρου το αεράκι».

Λεξικογραφικές πληροφορίες

Νεότερη Γραμματεία

Έκδοση:

Ν. Καζαντζάκης, Οδύσσεια, επιμέλεια Πάτροκλος Σταύρου, Αθήνα: εκδ. Καζαντζάκη 2006 [ομοιότυπη έκδοση αυτής του 1938 από τις εκδόσεις Πυρσός, που λόγω του μεγέλου σχήματός της και των τυπογραφικών της στοιχείων αποτέλεσε σταθμό στα τότε εκδοτικά δεδομένα.]

Χρονολογία: 20ος αι. μ.Χ. (1938)

Καλλιτέχνης: Καζαντζάκης, Νίκος

Γένος: ΠΟΙΗΣΗ