Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ

Εἰδύλλια (2.17-2.31)


Ἶυγξ, ἕλκε τὺ τῆνον ἐμὸν ποτὶ δῶμα τὸν ἄνδρα.

ἄλφιτά τοι πρᾶτον πυρὶ τάκεται. ἀλλ᾽ ἐπίπασσε,
Θεστυλί. δειλαία, πᾷ τὰς φρένας ἐκπεπότασαι;
20ῥά γέ θην, μυσαρά, καὶ τὶν ἐπίχαρμα τέτυγμαι;
πάσσ᾽ ἅμα καὶ λέγε ταῦτα· «τὰ Δέλφιδος ὀστία πάσσω.»

ἶυγξ, ἕλκε τὺ τῆνον ἐμὸν ποτὶ δῶμα τὸν ἄνδρα.

Δέλφις ἔμ᾽ ἀνίασεν· ἐγὼ δ᾽ ἐπὶ Δέλφιδι δάφναν
αἴθω· χὠς αὕτα λακεῖ μέγα καππυρίσασα
25 κἠξαπίνας ἅφθη κοὐδὲ σποδὸν εἴδομες αὐτᾶς,
οὕτω τοι καὶ Δέλφις ἐνὶ φλογὶ σάρκ᾽ ἀμαθύνοι.

27 ἶυγξ, ἕλκε τὺ τῆνον ἐμὸν ποτὶ δῶμα τὸν ἄνδρα.

33 νῦν θυσῶ τὰ πίτυρα. τὺ δ᾽, Ἄρτεμι, καὶ τὸν ἐν Ἅιδα
κινήσαις ἀδάμαντα καὶ εἴ τί περ ἀσφαλὲς ἄλλο—
35 Θεστυλί, ταὶ κύνες ἄμμιν ἀνὰ πτόλιν ὠρύονται·
ἁ θεὸς ἐν τριόδοισι· τὸ χαλκέον ὡς τάχος ἄχει.

ἶυγξ, ἕλκε τὺ τῆνον ἐμὸν ποτὶ δῶμα τὸν ἄνδρα.

ἠνίδε σιγῇ μὲν πόντος, σιγῶντι δ᾽ ἀῆται·
ἁ δ᾽ ἐμὰ οὐ σιγῇ στέρνων ἔντοσθεν ἀνία,
40 ἀλλ᾽ ἐπὶ τήνῳ πᾶσα καταίθομαι ὅς με τάλαιναν
ἀντὶ γυναικὸς ἔθηκε κακὰν καὶ ἀπάρθενον ἦμεν.

ἶυγξ, ἕλκε τὺ τῆνον ἐμὸν ποτὶ δῶμα τὸν ἄνδρα.

28 ὡς τοῦτον τὸν κηρὸν ἐγὼ σὺν δαίμονι τάκω,
29 ὣς τάκοιθ᾽ ὑπ᾽ ἔρωτος ὁ Μύνδιος αὐτίκα Δέλφις.
30 χὠς δινεῖθ᾽ ὅδε ῥόμβος ὁ χάλκεος ἐξ Ἀφροδίτας,
31 ὣς τῆνος δινοῖτο ποθ᾽ ἁμετέραισι θύραισιν.


Α’

Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.

Για σένα αλεύρι στη φωτιά θα ρίξω πρώτα-πρώτα.
Θέστυλι, σκορπά το λοιπόν. Άμοιρη, πού ᾽ν᾽ ο νους σου;
20Σιχαμερή είμαι τάχα εγώ και περιγέλιο μ᾽ έχεις;
σκόρπα και λέγε αυτά: «σκορπώ τα κόκκαλα του Δέλφι».

Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.

Ο Δέλφις μου με πίκρανε· δάφνη γι᾽ αυτόν θα κάψω
κι όπως η δάφνη στη φωτιά κροταλιστά θα σκάσει
25και θεν᾽ ανάψει στη στιγμή και στάχτη δε θ᾽ αφήσει
έτσι κι ο Δέλφις να καεί στου πόθου μου τη φλόγα.

27Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.

33Τώρα θα κάψω πίτουρα κι η Άρτεμη ας μαλάξει
και το διαμάντι το σκληρό και κάθε στέρεο άλλο.
35Θέστυλι, άκου τα σκυλιά στην πόλη πώς γαβγίζουν
θα ᾽ναι στους δρόμους η θεά και θα περιδιαβαίνει.
Κρούσε μιαν ώρ᾽ αρχύτερα την χάλκινη τη λάμα.

Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.

Οι ανέμοι καταλάγιασαν, ησύχασε κι ο πόντος,
ο πόθος μες στα στήθια μου ποτέ δεν ησυχάζει,
40μα καίω και φλέγομαι γι᾽ αυτόν, που μ᾽ έκανε τη μαύρη,
αντί γυναίκα του σωστή, γυναίκα ντροπιασμένη.

Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.

28Όπως ετούτο το κερί μες στη φωτιά το λιώνω
29έτσι κι από τον έρωτα να λιώσει ευθύς κι ο Δέλφις·
30κι όπως αυτή τη ρόδα μου γυρίζει η Αφροδίτη
31έτσι κι αυτός να τριγυρνά στην πόρτα τη δική μου.


Αυτόν που μελετώ στο σπίτι μου, ίυγγα, σύρτ᾽ τον.
Το αλεύρι στη φωτιά θα λιώσει πρώτο· ρίξ᾽ το,
Θεστυλίδα. Χαζή! Πού τρέχει ο λογισμός σου;
20Μήνα κι εσύ γελάς με τα δικά μου πάθια;
Ρίχνε το, σιχαμένη, κι ως το ρίχνεις, λέγε:
«Τη σκόνη από τα κόκαλα σκορπάω του Δέλφη.»

Αυτόν που μελετώ στο σπίτι μου, ίυγγα, σύρτ᾽ τον.
Εμένα ο Δέλφης πίκρανε· κι εγώ στου Δέλφη
τ᾽ όνομα καίω αυτή τη δάφνη· όπως εκείνη
25πήρε φωτιά και βρόντηξε και κάηκε κι ούτε
τη στάχτη της δεν είδαμε, κι η σάρκα το ίδιο
του Δέλφη μες στη φλόγα να χαθεί, να λιώσει.

Αυτόν που μελετώ στο σπίτι μου, ίυγγα, σύρτ᾽ τον.
Με της θεάς ως λιώνω τώρα τη βοήθεια
ετούτο το κερί, απ᾽ τον έρωτα να λιώσει
κι ο Δέλφης ο Μυντιώτης· κι ως σβουρίζει ο δίσκος
30ο χάλκινος αυτός με τη βουλή της Κύπρης,
στην πόρτα μου κι αυτός τριγύρω να σβουρίζει.

Αυτόν που μελετώ στο σπίτι μου, ίυγγα, σύρτ᾽ τον.
Θα ρίξω τώρα εγώ τα πίτουρα. Άρτεμή μου,
και του Άδη εσύ μπορείς το ατσάλι να σαλέψεις
κι ό,τι άλλο ασάλευτο είναι… Οι σκύλοι, Θεστυλίδα,
35έξω —τ᾽ ακούς;— ουρλιάζουνε· στα τρίστρατα είναι
η θεά· τον μπρούντζο γρήγορα πάρ᾽ τον και χτύπα.

Η Θεστυλίδα παίρνει ένα χάλκωμα και το χτυπά.

Αυτόν που μελετώ στο σπίτι μου, ίυγγα, σύρτ᾽ τον.
Τώρα ησυχάζουν οι άνεμοι, τώρα ησυχάζει
το πέλαγο, και μόνο της καρδιάς μου ο πόνος
δε θέλει να ησυχάσει· καίγομαι για κείνον
40ολάκερη, που αντίς γυναίκα του, τη δόλια,
μ᾽ έκανε μια ξεπάρθενη, μια πομπεμένη.