Αφιέρωμα στον Θ. Αγγελόπουλο

Επίπεδο: Γ2 Δεξιότητα: Κατανόηση Προφορικού Λόγου
Πηγή: Ραδιοφωνική εκπομπή

Κείμενο

ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Αφού είχα θάψει τον Μεγαλέξανδρο, έπρεπε να δουλέψω μ αυτούς που είναι μπροστά απ’ την ιστορία, τα υποκείμενα της ιστορίας, τα άτομα, τους ανθρώπους. Και η ιστορία να γίνει toile de fond που λένε οι Γάλλοι, δηλαδή τοιχογραφία του βάθους. Όλοι αυτοί που χάσαμε μέσα στην ιστορία, γιατί χάσαμε και είμαστε πολλοί, και είναι γενιές.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έτσι, λοιπόν, η ιστορία έγινε τοιχογραφία του βάθους στις ταινίες του Αγγελοπούλου, ταινίες που στοχάστηκαν πάνω στην ιστορία αυτού του τόπου και τη ζωή των ανθρώπων της. Ο σκηνοθέτης που διαμόρφωσε ένα νέο προσωπικό αισθητικό ύφος, αναγνωρίσιμο παγκοσμίως και ιδιοσυγκρασιακό, άλλωστε όπως έλεγε και ο ίδιος: «όλες οι ταινίες είναι αυτοβιογραφικές και το βίωμα είναι αυτό που μένει, γιατί λέει την αλήθεια». Ο ίδιος θεωρούσε την αναπαράσταση μήτρα των ταινιών του. Αλλ’ ο «Θίασος» των 13 βραβείων ήταν η ταινία που συμπεριελήφθη ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Για την ταινία, που ακολούθησε, θαρρείς, τη μοίρα αυτού του τόπου καταγράφοντας την ιστορία της, ακούμε την Εύα Κοταμανίδου, που νεαρή τότε πρωταγωνίστρια, θυμάται τις περιπέτειες της ταινίας σαν τις περιπέτειες της Ελλάδας, τις περιπέτειες του κυνηγητού τόσο των παίδων, του Εμφυλίου, της εξορίας, της λογοκρισίας.
ΚΟΤΑΜΑΝΙΔΟΥ: Για μένα ήταν η πρώτη, η πρώτη επαφή με τον κινηματογράφο και έτυχα στην καλύτερή του, νομίζω. Και για μένα ήτανε εποχές έτσι, για όλους μας δηλαδή, μες στη δικτατορία, αισθανόμασταν ότι κάναμε κάτι, όχι αντίσταση, όπως κάναν οι άλλοι άνθρωποι, αλλά κάτι πολύ σπουδαίο. Κράτησε σχεδόν 2 χρόνια η ταινία. Αρχίσαμε το 73 κάποια γυρίσματα έξω στην Καρδίτσα, έπεσε το Πολυτεχνείο, πολλοί άνθρωποι εξαφανίστηκαν, κρύφτηκαν, γιατί τους κυνηγούσανε. Μετά ξεκινήσαμε μετά επί Ιωαννίδη, ακόμη πιο σκληρή εποχή, με τη λογοκρισία που υπήρχε, δίνοντας, για να πάρει την έγκριση, ένα σενάριο, το οποίο δεν έλεγε και πολλά πράγματα, μιλούσε για τους ακρίτες. Κάπως έτσι, στα κρυφά, εμείς γυρίζαμε άλλα πράγματα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ο Αγγελόπουλος δεν σταμάτησε να ονειρεύεται και να οραματίζεται. Άλλωστε «σε κοινωνίες, όπου υπάρχει απουσία ονείρου και οράματος, υπάρχει κρίση», επαναλάμβανε συχνά. Δεν σταμάτησε ποτέ και να διηγείται, μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του, την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, κάνοντας βαθιά πολιτικές αλλά και βαθιά ποιητικές ταινίες. Ένας από τους χαρακτηρισμούς που του έδωσαν ήταν άλλωστε «ποιητής των εικόνων». Ο συνδυασμός ποιητικού και πολιτικού τον έκανε διεθνή. Μέσα από μια νέα γλώσσα, αναγνωρίσιμη παγκοσμίως και αποδεκτή, γιατί φέρει αλήθεια και συγκίνηση. Ο Αγγελόπουλος ανέδειξε μια άλλη Ελλάδα, την Ελλάδα του Βορρά, του χιονιά, της καταχνιάς και της ομίχλης, την Ελλάδα της δύσκολης ζωής και των βασάνων, μακριά από το πρότυπο εξαγώγιμο είδος της Ελλάδας των νησιών, της θάλασσας και του ήλιου. Η Εύα Κοταμανίδου θυμάται από τα δύσκολα γυρίσματα, τους παγωμένους χειμώνες για το «Θίασο» και τις άλλες ταινίες, όπου πρωταγωνίστησε.
ΚΟΤΑΜΑΝΙΔΟΥ: Ήταν και σκληρά τα γυρίσματα, γιατί ήμασταν μες στις βροχές, μες στα χιόνια, μες στις ομίχλες. Εεεε χειμώνα πάντοτε οι ταινίες του. Φαίνεται αυτό σε τι καιρούς τις γύριζε: δεν υπήρχε ήλιος, δεν υπήρχε δηλαδή αυτό που λέγαμε, που η Ελλάδα πουλάει ήλιο και θάλασσα. Δεν υπήρχαν στις ταινίες του Αγγελόπουλου τέτοια πράγματα.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ήτανε η άλλη Ελλάδα, η Ελλάδα των βουνών, η Ελλάδα του αγώνα.
ΚΟΤΑΜΑΝΙΔΟΥ: Ακριβώς. Και η Ελλάδα, αυτή που πέρασε δύσκολα χρόνια.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η βασανισμένη.
ΚΟΤΑΜΑΝΙΔΟΥ: Ακριβώς.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ήτανε το 2008, όταν ο ίδιος ο Αγγελόπουλος συνοψίζει κατά τα γυρίσματα της ταινίας του «Σκόνη του χρόνου» στο Βερολίνο αυτά που τον προσδιορίζουν:
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Ο χώρος, οι συνθήκες, οι ηθοποιοί, ο καιρός και το ένα και το άλλο με προσδιορίζουν, άρα μου αλλάζουν τις προθέσεις, άρα μου δίνουν άλλες συντεταγμένες, και οι Γερμανοί εννοούν να μείνουν στο ίδιο πλαίσιο. Εγώ δεν μπορώ να μείνω στο ίδιο πλαίσιο, εγώ είμαι αναρχικός από φύση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μια απάντηση που το 2008 φαντάζει ειρωνεία απέναντι σε μια Γερμανία πολύ προ μνημονίου. «Εγώ είμαι αναρχικός από φύση». Ιστορία, μετανάστευση και μνήμη: οι εμμονές και ο καμβάς του έργου του. Ενός έργου που απαριθμεί 14 ταινίες και βαρύτιμα διεθνή τρόπαια των μεγαλύτερων κινηματογραφικών φεστιβάλ. Ο κινηματογράφος δεν είναι επάγγελμα αλλά τρόπος αναπνοής, κάνουμε ταινίες, γιατί δεν μπορούμε αυτό που θέλουμε να πούμε, να το κάνουμε καθημερινότητα. Επομένως το ονειρευόμαστε και το προτείνουμε ξανά και ξανά μέσα απ’ τις ταινίες. Μιλώντας στον ΣΚΑΙ το 2005 και στο ραδιομαραθώνιο που είχε οργανωθεί τότε για τα θύματα της τρομερής καταστροφής απ’ το τσουνάμι που έπληξε την Ασία, ήταν σαν να έδινε τη δική του απάντηση στο μετέωρο γιατί όλων μας για αυτό τον ξαφνικό και αδόκητο θάνατο.
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Η πραγματικότητα πάντα ξεπερνάει τα πάντα, ξεπερνάει το κινηματογράφο, ξεπερνάει το θέαμα, δεν είναι θέαμα η ζωή. Και η ανθρώπινη τραγωδία δεν τελειώνει ποτέ.