Εκάβη

Επίπεδο: Γ2 Δεξιότητα: Κατανόηση Προφορικού Λόγου

Κείμενο

Εκάβη, ο Οδυσσέας έρχεται βιαστικά να σου μιλήσει.
- Θαρρώ γερόντισσα πως θα ξέρεις κιόλας τη γνώμη του στρατού και τι ψηφίσανε, ωστόσο θα σ’ τα πω. Οι Αργίτες πήραν απόφαση στον τάφο του Αχιλλέα τη θυγατέρα σου την Πολυξένη να θυσιάσουνε. Κι όρισαν εμένα σ’ αυτά μαντατοφόρο κι οδηγό της, επόπτη της θυσίας βάλαν το γιο του Αχιλλέα τον Νεοπτόλεμο. Ξέρεις το τι θα κάνεις. Ή θες με το στανιό να σου την πάρουνε; Αδύναμη είσαι να το νιώσεις. Ούτε μπορούν να σε συντρέξουν οι δικοί σου. Σοφός αυτός Εκάβη που δείχνει και μες στις συμφορές του φρονιμάδα.
- Μεγάλος στέκει κοντά μου αγώνας, στεναγμούς και δάκρυα γεμάτος. Γιατί λοιπόν κι εγώ δεν πέθανα σαν έπρεπε και ζω για ν’ αντικρίζω τις συμφορές μου τη μια πάνω στην άλλη. Μα αν πρέπει τους ελεύτερους οι σκλάβοι να τους ρωτούν, τότε θα σε ρωτήσω και (ακατάληπτο) τα λόγια μου Οδυσσέα, εσύ θα μ’ απαντήσεις.
- Ρώτα λοιπόν, καιρό έχω δεν πειράζει.
- Θυμάσαι που κατάσκοπος στην Τροία μες στα κουρέλια, αγνώριστος μας ήρθες, με μαύρο δάκρυ κλαίγοντας από τον πόνο.
- Θυμάμαι, άγγιξε ο τρόμος την καρδιά μου.
- Σε γνώρισε η Ελένη και μου το ‘πε.
- Ήταν ο κίνδυνος μεγάλος, το ΄ξερα.
- Πρόσπεσες ταπεινά στα γόνατά μου.
- Και κράτησα σφιχτά το χέρι σου.
- Δε σ’ έσωσα και σ’ έβγαλα απ’ τη χώρα;
- Ναι, κι έτσι αντικρίζω το φως του ήλιου.
- Και τι ‘πες τότε που σκλάβος μου ήσουν;
- Λόγια πολλά να σώσω τη ζωή μου.
- Χα, κακώς λοιπόν δε φαίνεσαι τώρα μ’ αυτές σου γνώμες εσύ που από μένα τόσα είδες καλά όσα λες πως είδες και καμιάν αντίχαρη δεν μου ‘κανες για τούτα, παρά μονάχα όσα μπορείς κακό, αχάριστοι όλοι εσείς που αποζητάτε να σας τιμά ο λαός για ρητορείες. Ποτέ να μη σας γνώριζα που διόλου δε νοιάζεστε αν θα βλάψετε το φίλο φτάνει να πείτε κάτι που τον όχλο κολακεύει. Πόσο σοφή λογιάζετε τη γνώμη αυτή να δώσετε θάνατο στην κόρη ετούτη; Ποιό χρέος σας αναγκάζει να θυσιάζετε πάνω στον τύμβο ανθρώπους όταν εκεί έπρεπε βοδιών θυσίες να κάνετε; Κι ο Αχιλλέας; Για να τιμωρήσει εκείνους που τον σκότωσαν ζητάει τον θάνατο αυτής που κακό κανένα δεν του ‘κανε. Στον τύμβο του σφαχτάρι την Ελένη θα ‘πρεπε ν’ αποζητά γιατί αυτή στην Τροία τον έφερε και τον αφάνισε. Μα όσα, πρέπει τώρα εσύ ν’ αντιπλερώσεις. Άκουσε, είχε προσπέσει ως λες και μου άγγιξες το χέρι κι εγώ το ίδιο κάνω και σου ζητώ την ίδια αντίχαρη παρακαλώντας μη την αρπάξετε την κόρη μου μη τη σκοτώσετε. Οι σκοτωμοί φτάνουν πια. Μ’ αυτήν αποξεχνάω τα βάσανά μου, παρηγοριά μου αυτή για όλα. Πατρίδα, τροφός, τραγούδι, της στράτας μου οδηγήτρα. Δεν πρέπει οι δυνατοί να διαφεντεύουν πέρα απ’ το δίκιο μήτε σαν είναι ευτυχισμένοι να θαρρούν πως οι καλές μέρες βαστούν πάντα. Κι εγώ ήμουν κάποτε τρανή, μα τώρα πια δεν είμαι. Συμπόνεσέ με και γυρνώντας πίσω τους Αχαιούς ορμήνεψε πως είναι πολύ βαρύ κακό να θανατώστε τις γυναίκες που δεν είχατε σκοτώσει τότε όταν τις σέρνατε με βία απ’ τους βωμούς μα δείξατε συμπόνια. Σε σας τους Έλληνες υπάρχει νόμος μπρος στο θάνατο ίσοι να στέκουν και οι λεύτεροι και οι σκλάβοι κι αν άδικος αυτός ο νόμος είναι, φτάσει η δική σου αξία για να τους πείσει…
- Εκάβη!
- Γιατί τα λόγια την ίδια δύναμη δεν έχουν όταν οι ταπεινοί τα ξεστομίζουν ή όταν τα λένε οι άξιοι και οι σπουδαίοι.
- Εκάβη, κατάλαβέ το και μην κάνεις εχθρό σου εκείνον που γνωστικά μιλάει. Πρόθυμος να ήμουν να βοηθήσω και να σώσω εσένα και δε λέω κούφια λόγια. Μα όσα είπα μπρος σ’ όλους, δεν τ’ αρνιέμαι. Την κόρη σου στον πιο γενναίο θα την προσφέρουμε θυσία. Για μας αξίζει κάθε τιμή, κυρά μου, ο Αχιλλέας που χάθηκε σαν άντρας τιμημένα για την Ελλάδα. Ντροπή δεν είναι φίλε μας να τον έχουμε όσο ζούσε και να τον λησμονάμε όταν πεθάνει; Κι αν ένας νέος πόλεμος με τους εχθρούς ξεσπάσει, θα πολεμήσουμε όλοι ή θα δειλιάσουμε, έτσι ατιμασμένο βλέποντας τον νεκρό; Όσο για μένα, αν ήτανε το καθημερινό μου λίγο, θα μου ‘φτανε. Τον τάφο μου όμως θα ‘θελα τιμημένο να τον βλέπουν, γιατί η τιμή βαστάει για πάντα κι αν λες πως έχεις βάσανα περίσσια, τότε άκου με κι εμένα. Υπάρχουν (ακατάληπτο) στον τόπο μας γερόντισσες και γέροι όπως εσύ και νύφες δίχως τους άξιους άντρες τους που τώρα της Τροίας το χώμα τους σκεπάζει. Κάνε υπομονή. Αν είναι κακό που το γενναίο έτσι τιμάμε, άμυαλους ας μας πούνε. Εσείς όμως οι βάρβαροι δε λογαριάζετε για φίλους τους φίλους σας κι εκείνους που πεθάνανε με δόξα δεν τιμάτε. Έτσι η Ελλάδα θα είναι ευτυχισμένη κι εσείς πάλι μ’ αυτές τις γνώμες σας καλοπερνάτε.
- Κόρη μου, στον άνεμο σκορπίσανε τα λόγια μου για τη ζωή σου, μα εσύ αν έχει πιότερη δύναμη από ‘μένα, πρόσπεσε στου Οδυσσέα το γόνα και ζήτα του να δείξει σπλάχνους. Έχει κι αυτός παιδιά, θα λυπηθεί για την κακή σου μοίρα.