Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Ὀλυμπιονίκαις (6.22-6.42)


ὦ Φίντις, ἀλλὰ ζεῦξον - [στρ. β]
δη μοι σθένος ἡμιόνων,
ᾇ τάχος, ὄφρα κελεύθῳ τ᾽ ἐν καθαρᾷ
βάσομεν ὄκχον, ἵκωμαί τε πρὸς ἀνδρῶν
25καὶ γένος· κεῖναι γὰρ ἐξ ἀλ-
λᾶν ὁδὸν ἁγεμονεῦσαι
ταύταν ἐπίστανται, στεφάνους ἐν Ὀλυμπίᾳ
ἐπεὶ δέξαντο· χρὴ τοίνυν πύλας ὕ-
μνων ἀναπιτνάμεν αὐταῖς·
πρὸς Πιτάναν δὲ παρ᾽ Εὐρώ-
τα πόρον δεῖ σάμερον ἐλθεῖν ἐν ὥρᾳ·

ἅ τοι Ποσειδάωνι μι- [ἀντ. β]
χθεῖσα Κρονίῳ λέγεται
30παῖδα ἰόπλοκον Εὐάδναν τεκέμεν.
κρύψε δὲ παρθενίαν ὠδῖνα κόλποις·
κυρίῳ δ᾽ ἐν μηνὶ πέμποισ᾽
ἀμφιπόλους ἐκέλευσεν
ἥρωι πορσαίνειν δόμεν Εἰλατίδᾳ βρέφος,
ὃς ἀνδρῶν Ἀρκάδων ἄνασσε Φαισά-
νᾳ, λάχε τ᾽ Ἀλφεὸν οἰκεῖν·
35ἔνθα τραφεῖσ᾽ ὑπ᾽ Ἀπόλλω-
νι γλυκείας πρῶτον ἔψαυσ᾽ Ἀφροδίτας.

οὐδ᾽ ἔλαθ᾽ Αἴπυτον ἐν παν- [ἐπῳδ. β]
τὶ χρόνῳ κλέπτοισα θεοῖο γόνον.
ἀλλ᾽ ὁ μὲν Πυθῶνάδ᾽, ἐν θυμῷ πιέσαις
χόλον οὐ φατὸν ὀξείᾳ μελέτᾳ,
ᾤχετ᾽ ἰὼν μαντευσόμενος ταύ-
τας περ᾽ ἀτλάτου πάθας.
ἁ δὲ φοινικόκροκον ζώναν καταθηκαμένα
40κάλπιδά τ᾽ ἀργυρέαν λόχμας ὑπὸ κυανέας
τίκτε θεόφρονα κοῦρον. τᾷ μὲν ὁ χρυσοκόμας
πραΰμητίν τ᾽ Ἐλείθυι-
αν παρέστασ᾽ ἔν τε Μοίρας·


Ω Φίντις, έλα τώρα [στρ. β]
τα σθεναρά μουλάρια ζέψε,
κι εμπρός γοργά να φέρουμε την άμαξα
στον καθαρό τον δρόμο· θέλω στον Αγησία να πάω
25και στη γενιά του· εκείνα
καλοξέρουν να μας οδηγήσουν,
αφού στην Ολυμπία κερδίσαν τα στεφάνια·
πρέπει λοιπόν γι᾽ αυτούς τους ημιόνους
ν᾽ ανοίξουμε των ύμνων διάπλατες τις πύλες·
σήμερα να κατέβουμε ήρθε η ώρα
προς την Πιτάνη, κοντά στις όχθες του Ευρώτα·

αυτή έσμιξε, λένε, [αντ. β]
με τον γιο του Κρόνου, τον Ποσειδώνα,
30κι έκανε μαζί του μια κόρη, τη μενεξεδοπλέξουδη Ευάδνη.
Έκρυψε κείνη κάτω απ᾽ την εσθήτα της την παρθενική μητρότητά της·
αλλ᾽ όταν ήρθε η ώρα της,
παράγγειλε στις βάγιες
να δώσουνε το βρέφος, στον γιο του Ελάτου για να το φροντίσει,
στον ήρωα που βασίλευε στη χώρα των Αρκάδων στη Φαισάνη
και που έλαχε στου Αλφειού να κατοικεί το ρέμα·
35εκεί, σαν μεγάλωσε, πρωτοδοκίμασε
με τον θεό τον Φοίβο τη γλυκιά Αφροδίτη.

Ωστόσο δεν κατόρθωσε ως το τέλος να κρύψει [επωδ. β]
από τον Αίπυτο τον γόνο τον θεϊκό.
Και τότε κείνος πνίγοντας με πειθαρχία μεγάλη
μες στην ψυχή την άφατη οργή του,
ξεκίνησε για την Πυθώνα, να πάει και να ζητήσει χρησμό
για το αβάσταχτο πάθημά του.
Και κείνη το άλικο ζωνάρι της
40και το αργυρό αποθέτοντας λαγήνι κάτω από θάμνους σκοτεινούς,
εγέννησε το θεόπνευστο αγόρι. Και ο Χρυσομάλλης
έστειλε να της παρασταθούνε τη γαληνεύτρα Ειλείθυια και τις Μοίρες.