Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Ὀλυμπιονίκαις (6.1-6.21)


ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΑΙΣ VI

ΑΓΗΣΙΑΙ ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΩΙ ΑΠΗΝΗΙ


Χρυσέας ὑποστάσαντες εὐ- [στρ. α]
τειχεῖ προθύρῳ θαλάμου
κίονας ὡς ὅτε θαητὸν μέγαρον
πάξομεν· ἀρχομένου δ᾽ ἔργου πρόσωπον
χρὴ θέμεν τηλαυγές. εἰ δ᾽ εἴ-
η μὲν Ὀλυμπιονίκας,
5βωμῷ τε μαντείῳ ταμίας Διὸς ἐν Πίσᾳ,
συνοικιστήρ τε τᾶν κλεινᾶν Συρακοσ-
σᾶν, τίνα κεν φύγοι ὕμνον
κεῖνος ἀνήρ, ἐπικύρσαις
ἀφθόνων ἀστῶν ἐν ἱμερταῖς ἀοιδαῖς;

ἴστω γὰρ ἐν τούτῳ πεδί- [ἀντ. α]
λῳ δαιμόνιον πόδ᾽ ἔχων
Σωστράτου υἱός. ἀκίνδυνοι δ᾽ ἀρεταί
10οὔτε παρ᾽ ἀνδράσιν οὔτ᾽ ἐν ναυσὶ κοίλαις
τίμιαι· πολλοὶ δὲ μέμναν-
ται, καλὸν εἴ τι ποναθῇ.
Ἁγησία, τὶν δ᾽ αἶνος ἑτοῖμος, ὃν ἐνδίκας
ἀπὸ γλώσσας Ἄδραστος μάντιν Οἰκλεί-
δαν ποτ᾽ ἐς Ἀμφιάρηον
φθέγξατ᾽, ἐπεὶ κατὰ γαῖ᾽ αὐ-
τόν τέ νιν καὶ φαιδίμας ἵππους ἔμαρψεν.

15ἑπτὰ δ᾽ ἔπειτα πυρᾶν νε- [ἐπῳδ. α]
κροῖς τελεσθέντων Ταλαϊονίδας
εἶπεν ἐν Θήβαισι τοιοῦτόν τι ἔπος·
«Ποθέω στρατιᾶς ὀφθαλμὸν ἐμᾶς
ἀμφότερον μάντιν τ᾽ ἀγαθὸν καὶ
δουρὶ μάρνασθαι.» τὸ καί
ἀνδρὶ κώμου δεσπότᾳ πάρεστι Συρακοσίῳ.
οὔτε δύσηρις ἐὼν οὔτ᾽ ὦν φιλόνικος ἄγαν,
20καὶ μέγαν ὅρκον ὀμόσσαις τοῦτό γέ οἱ σαφέως
μαρτυρήσω· μελίφθογ-
γοι δ᾽ ἐπιτρέψοντι Μοῖσαι.


ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ ΣΤ᾽

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΗΣΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΡΑΚΟΥΣΕΣ

ΝΙΚΗΤΗ ΣΕ ΑΡΜΑΤΟΔΡΟΜΙΑ ΜΕ ΗΜΙΟΝΟΥΣ


Με χρυσές κολώνες ας στυλώσουμε [στρ. α]
το πρόθυρο του καλοχτισμένου θαλάμου,
σα να ᾽ταν λαμπρό παλάτι
να θεμελιώσουμε· πρόσοψη που να λάμπει από μακριά
πρέπει να θέσουμε στο έργο που έχει αρχίσει. Λοιπόν, αν
κάποιος είναι Ολυμπιονίκης,
5έφορος του μαντικού βωμού του Δία στην Πίσα
και συνιδρυτής των δοξασμένων Συρακουσών,
και ποιον δεν θ᾽ άξιζε ύμνο
ο άντρας αυτός που βρήκε τους συμπολίτες του
να ακούσουν χωρίς φθόνο το πολυπόθητο τραγούδι;

Ας ξέρει ότι σε τούτο το σαντάλι [αντ. α]
έβαλε το ευλογημένο του το πόδι του Σωστράτου ο γιος.
Οι αρετές που δεν μπορούν κινδύνους ν᾽ αντικρίσουν
10αξία δεν έχουν μήτε στις πόλεις μήτε και στα βαθουλωτά καράβια.
Όμως πολλοί τ᾽ ανδραγαθήματα που έγιναν με κόπο,
τα θυμούνται.
Αγησία, για σένα ταιριαστό είναι το εγκώμιο, που
με τη γλώσσα του ο Άδραστος το είπε στον μάντη,
του Οϊκλέα τον γιο, τον Αμφιάραο,
όταν τον κατάπιε,
αυτόν και το λαμπρό του άρμα, η γη.

15Όταν κατόπιν οι νεκροί [επωδ. α]
σ᾽ εφτά πυρές καήκαν, είπε ο γιος του Ταλαού
στη Θήβα τέτοιο λόγο:
«Έχασα του στρατού τον οφθαλμό,
που μάντης ήταν ικανός
και γερό στον πόλεμο κοντάρι». Αυτό
ταιριάζει τώρα και στον Συρακόσιο που κυβερνάει τούτο
το εγκωμιαστικό τραγούδι.
Ούτε πολύ την έριδα αγαπώ ούτε τη δόξα,
20και μέγαν όρκο όμοσα γι᾽ αυτόν καθάρια
να το διαλαλήσω· και οι Μούσες με τη μελένια τη φωνή θα με βοηθήσουν.