Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Ἡρακλῆς Μαινόμενος (1394-1428)


ΘΗ. ἀνίστασ᾽, ὦ δύστηνε· δακρύων ἅλις.
1395ΗΡ. οὐκ ἂν δυναίμην· ἄρθρα γὰρ πέπηγέ μου.
ΘΗ. καὶ τοὺς σθένοντας γὰρ καθαιροῦσιν τύχαι.
ΗΡ. φεῦ·
αὐτοῦ γενοίμην πέτρος ἀμνήμων κακῶν.
ΘΗ. παῦσαι· δίδου δὲ χεῖρ᾽ ὑπηρέτηι φίλωι.
ΗΡ. ἀλλ᾽ αἷμα μὴ σοῖς ἐξομόρξωμαι πέπλοις.
1400ΘΗ. ἔκμασσε, φείδου μηδέν· οὐκ ἀναίνομαι.
ΗΡ. παίδων στερηθεὶς παῖδ᾽ ὅπως ἔχω σ᾽ ἐμόν.
ΘΗ. δίδου δέρηι σὴν χεῖρ᾽, ὁδηγήσω δ᾽ ἐγώ.
ΗΡ. ζεῦγός γε φίλιον· ἅτερος δὲ δυστυχής.
ὦ πρέσβυ, τοιόνδ᾽ ἄνδρα χρὴ κτᾶσθαι φίλον.
1405ΑΜ. ἡ γὰρ τεκοῦσα τόνδε πατρὶς εὔτεκνος.
ΗΡ. Θησεῦ, πάλιν με στρέψον ὡς ἴδω τέκνα.
ΘΗ. ὡς δὴ τί; φίλτρον τοῦτ᾽ ἔχων ῥάιων ἔσηι;
ΗΡ. ποθῶ, πατρός τε στέρνα προσθέσθαι θέλω.
ΑΜ. ἰδοὺ τάδ᾽, ὦ παῖ· τἀμὰ γὰρ σπεύδεις φίλα.
1410ΘΗ. οὕτω πόνων σῶν οὐκέτι μνήμην ἔχεις;
ΗΡ. ἅπαντ᾽ ἐλάσσω κεῖνα τῶνδ᾽ ἔτλην κακά.
ΘΗ. εἴ σ᾽ ὄψεταί τις θῆλυν ὄντ᾽ οὐκ αἰνέσει.
ΗΡ. ζῶ σοι ταπεινός; ἀλλὰ πρόσθεν οὐ δοκῶ.
ΘΗ. ἄγαν γ᾽· ὁ κλεινὸς Ἡρακλῆς οὐκ εἶ νοσῶν.
1415ΗΡ. σὺ ποῖος ἦσθα νέρθεν ἐν κακοῖσιν ὤν;
ΘΗ. ὡς ἐς τὸ λῆμα παντὸς ἦν ἥσσων ἀνήρ.
ΗΡ. πῶς οὖν †ἔτ᾽ εἴπης† ὅτι συνέσταλμαι κακοῖς;
ΘΗ. πρόβαινε. ΗΡ. χαῖρ᾽, ὦ πρέσβυ. ΑΜ. καὶ σύ μοι, τέκνον.
ΗΡ. θάφθ᾽ ὥσπερ εἶπον παῖδας. ΑΜ. ἐμὲ δὲ τίς, τέκνον;
1420ΗΡ. ἐγώ. ΑΜ. πότ᾽ ἐλθών; ΗΡ. ἡνίκ᾽ ἂν †θάψηις τέκνα†.
ΑΜ. πῶς; ΗΡ. εἰς Ἀθήνας πέμψομαι Θηβῶν ἄπο.
ἀλλ᾽ ἐσκόμιζε τέκνα, δυσκόμιστ᾽ ἄχη·
ἡμεῖς δ᾽ ἀναλώσαντες αἰσχύναις δόμον
Θησεῖ πανώλεις ἑψόμεσθ᾽ ἐφολκίδες.
1425ὅστις δὲ πλοῦτον ἢ σθένος μᾶλλον φίλων
ἀγαθῶν πεπᾶσθαι βούλεται κακῶς φρονεῖ.
ΧΟ. στείχομεν οἰκτροὶ καὶ πολύκλαυτοι,
τὰ μέγιστα φίλων ὀλέσαντες.


ΘΗΣ. Σήκω κακόμοιρε· αρκετά δάκρυα έχεις χύσει.
ΗΡΑ. Δεν θα μπορέσω· πάγωσαν οι κλείδωσές μου.
ΘΗΣ. Οι δυστυχιές και τους πολύ δυνατούς ρίχνουν.
ΗΡΑ. Αλί!
πέτρ᾽ ας γινόμουν δω ξεχνώντας τα δεινά μου.
ΘΗΣ. Πάψε! δώσε το χέρι σου σε βοηθό φίλο.
ΗΡΑ. Κοίτα μην το αίμα μου τα ρούχα σου λερώσει.
1400ΘΗΣ. Σκουπίσου απάνω, μη λυπάσαι· δεν με νοιάζει.
ΗΡΑ. Τα παιδιά μου στερημένος παιδί μου σε έχω.
ΘΗΣ. Βάλε στον ώμο μου το χέρι, οδηγός θα ᾽μαι.
ΗΡΑ. Φιλικό ζεύγος, μα δυστυχισμένος ο ένας!
Ω γέροντα, τέτοιο άντρα φίλο πρέπει να ᾽χεις!
ΑΜΦ. Γιατί καλότεκνη πατρίδα τον εγέννα.
ΗΡΑ. Γύρνα με πίσω να ιδώ πάλι τα παιδιά μου.
ΘΗΣ. Γιατί; μήπως θα σ᾽ αλαφρώσει αυτό το φίλτρο;
ΗΡΑ. Ω! τα ποθώ· και την αγκάλη του πατέρα.
ΑΜΦ. Νά την, ω τέκνο μου· ποθείς τα ίδια μ᾽ εμένα.
1410ΘΗΣ. Έτσι λοιπόν, τους άθλους σου δεν τους θυμάσαι;
ΗΡΑ. Μικρότερα ήσαν τα δεινά εκείν᾽ από τούτα.
ΘΗΣ. Έπαινο δεν θα πει όποιος δει σε σαν γυναίκα.
ΗΡΑ. Ταπεινός σού είμαι τόσο; πριν δεν το θαρρούσες.
ΘΗΣ. Και βέβαια· πού ειναι ο ξακουστός Ηρακλής κείνος;
ΗΡΑ. Και συ όντας μες στις δυστυχίες του Άδη ποιός ήσουν;
ΘΗΣ. Απ᾽ τον καθένα ήμουν χειρότερος στο θάρρος.
ΗΡΑ. Πώς λοιπόν λέγεις ότι ετρόμαξα απ᾽ τα πάθη;
ΘΗΣ. Πρόβαινε! ΗΡΑ. Χαίρε, ω γέροντα! ΑΜΦ. Και συ, παιδί μου!
ΗΡΑ. Θάψε, όπως σου είπα, τα παιδιά. ΑΜΦ. Και ποιός εμένα;
1420ΗΡΑ. Εγώ! ΑΜΦ. Και πότ᾽ ερχάμενος; ΗΡΑ. Όταν τα θάψεις.
ΑΜΦ. Πώς; ΗΡΑ. Θα σε φέρω στην Αθήν᾽ από τη Θήβα.
Μα τώρα τα βαριά παιδιά παράχωσέ τα·
κι αφού έσβησα μες στις ντροπές εγώ το σπίτι,
ολέθρια βάρκα θα συρθώ στον Θησέα πίσω.
Κι όποιος πλούτον ή δύναμη παρά άξιους φίλους
ν᾽ απολαβαίνει προτιμά κακή έχει σκέψη.
ΧΟΡ. Ας πάμε θλιβεροί και πολυδάκρυτοι,
αφού τους πιο μεγάλους φίλους χάσαμε!