Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Ἀγαμέμνων (1035-1071)


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ


1035 ΚΛ. εἴσω κομίζου καὶ σύ, Κασσάνδραν λέγω·
ἐπεί σ᾽ ἔθηκε Ζεὺς ἀμηνίτως δόμοις
κοινωνὸν εἶναι χερνίβων, πολλῶν μέτα
δούλων σταθεῖσαν κτησίου βωμοῦ πέλας,
ἔκβαιν᾽ ἀπήνης τῆσδε, μηδ᾽ ὑπερφρόνει.
1040 καὶ παῖδα γάρ τοι φασὶν Ἀλκμήνης ποτε
πραθέντα τλῆναι, †δουλίας μάζης βίᾳ.
εἰ δ᾽ οὖν ἀνάγκη τῆσδ᾽ ἐπιρρέποι τύχης,
ἀρχαιοπλούτων δεσποτῶν πολλὴ χάρις.
οἳ δ᾽ οὔποτ᾽ ἐλπίσαντες ἤμησαν καλῶς,
1045 ὠμοί τε δούλοις πάντα καὶ πέρα σταθμῶν.
ἔχεις παρ᾽ ἡμῶν οἷάπερ νομίζεται.
ΧΟ. σοί τοι λέγουσα παύεται σαφῆ λόγον.
ἐντὸς δ᾽ ἁλοῦσα μορσίμων ἀγρευμάτων
πείθοι᾽ ἄν, εἰ πείθοι᾽· ἀπειθοίης δ᾽ ἴσως.
1050 ΚΛ. ἀλλ᾽ εἴπερ ἐστὶ μὴ χελιδόνος δίκην
ἀγνῶτα φωνὴν βάρβαρον κεκτημένη,
ἔσω φρενῶν λέγουσα πείθω νιν λόγῳ.
ΧΟ. ἕπου. τὰ λῷστα τῶν παρεστώτων λέγει.
πείθου λιποῦσα τόνδ᾽ ἁμαξήρη θρόνον.
1055 ΚΛ. οὔτοι θυραίᾳ τῇδ᾽ ἐμοὶ σχολὴ πάρα
τρίβειν· τὰ μὲν γὰρ ἑστίας μεσομφάλου
ἕστηκεν ἤδη μῆλα πρὸς σφαγὰς πάρος.
[ὡς οὔποτ᾽ ἐλπίσασι τήνδ᾽ ἕξειν χάριν.]
σὺ δ᾽ εἴ τι δράσεις τῶνδε, μὴ σχολὴν τίθει.
1060 εἰ δ᾽ ἀξυνήμων οὖσα μὴ δέχῃ λόγον—
σὺ δ᾽ ἀντὶ φωνῆς φράζε καρβάνῳ χερί.
ΧΟ. ἑρμηνέως ἔοικεν ξένη τοροῦ
δεῖσθαι. τρόπος δὲ θηρὸς ὡς νεαιρέτου.
ΚΛ. ἦ μαίνεταί γε καὶ κακῶν κλύει φρενῶν,
1065 ἥτις λιποῦσα μὲν πόλιν νεαίρετον
ἥκει, χαλινὸν δ᾽ οὐκ ἐπίσταται φέρειν
πρὶν αἱματηρὸν ἐξαφρίζεσθαι μένος.
οὐ μὴν πλέω ῥίψασ᾽ ἀτιμασθήσομαι.
ΧΟ. ἐγὼ δ᾽, ἐποικτίρω γάρ, οὐ θυμώσομαι.
1070 ἴθ᾽, ὦ τάλαινα, τόνδ᾽ ἐρημώσασ᾽ ὄχον,
εἴκουσ᾽ ἀνάγκῃ τῇδε καίνισον ζυγόν.


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ


ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Και συ, σε σένα λέω Κασσάντρα, έμπαινε μέσα·
αφού σου ᾽δωκε ο θεός ανόργητα εδώ μέσα
του σπιτιού μας να γίνεις και με τόσες δούλες
μαζί να παραστέκεις δίπλα στους βωμούς μας,
κατέβαιν᾽ απ᾽ τ᾽ αμάξι, δίχως περηφάνια,
1040αφού κι ο γιος ακόμη, λένε, της Αλκμήνης
υπόμεινε ψωμί σκλαβιάς να δοκιμάσει·
γιατί αν το φέρ᾽ η τύχη τέτοια νά ᾽ρθει ανάγκη,
χαρά στον που αρχαιόπλουτους κυρίους θα λάχει·
μα εκείνοι όπου ανέλπιστα θερίσουν πλούτη,
πάντα σκληροί στους δούλους των και δίχως μέτρο
Από μας θα ᾽χεις τέτοια όσα ζητά το δίκιο.
ΧΟΡΟΣ
Σου ᾽πε λόγια κοφτά και στρογγυλά και παύει·
και μια που στα πλεμμάτια είσαι της τύχης,
ό,τι σου λέει κάμε — αν θες — μα ίσως δε θέλεις.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
1050Μ᾽ αν ίσως και δεν έχει σαν το χελιδόνι
βαρβαρικιά στη γλώσσα της φωνή και ξένη,
τα φρόνιμά μου ακούοντας θα νιώσει λόγια.
ΧΟΡΟΣ
Εμπρός, σου λέει τα πιο καλά στη θέση που ᾽σαι,
κατέβαιν᾽ απ᾽ τ᾽ αμάξι κι ακλούθησέ την.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Καιρό δεν έχω πια εδώ έξω από τη θύρα
να χάνω· γιατ᾽ εκεί στου παλατιού τη μέση
μπρος στους βωμούς για σφάξιμο τ᾽ αρνιά προσμένουν,
σα να μην έλπιζαν ποτέ μια τέτοια χάρη·
και συ στο νου σου αν το ᾽χεις, κάμε ό,τι θα κάμεις·
1060κι αν δε ξέρεις τη γλώσσα μας για να με νιώσεις,
αντίς φωνή, το βάρβαρο ας μου γνέψει χέρι.
ΧΟΡΟΣ
Φαίνεται θέλ᾽ η ξένη έν᾽ άξιο δραγομάνο
κι ο τρόπος της νεοσκλάβωτο τη δείχνει αγρίμι.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Μα είναι τρελή κι ακούει κακά στο νου της φρένα,
που αφού πάρθηκε η χώρα της κι εδώ μας ήρθε
δε λέει στο χαλινάρι της να συνηθίσει,
πρι ξεθυμάν᾽ η γλώσσα της σ᾽ αφρό αιματένιο.
Δε θα ταπεινωθώ να χάνω κι άλλα λόγια.
ΧΟΡΟΣ
Μα εγώ τη συμπονώ και δε θα της θυμώσω·
1070κατέβα πια ταλαίπωρη κι άφησ᾽ τ᾽ αμάξι
και κάνε της σκλαβιάς σου αρχή, σαν είναι ανάγκη.