Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (1435-1474)


ΑΘΗΝΑ
1435ποῖ ποῖ διωγμὸν τόνδε πορθμεύεις, ἄναξ
Θόας; ἄκουσον τῆσδ᾽ Ἀθηναίας λόγους.
παῦσαι διώκων ῥεῦμά τ᾽ ἐξορμῶν στρατοῦ·
πεπρωμένος γὰρ θεσφάτοισι Λοξίου
δεῦρ᾽ ἦλθ᾽ Ὀρέστης, τόν τ᾽ Ἐρινύων χόλον
1440φεύγων ἀδελφῆς τ᾽ Ἄργος ἐσπέμψων δέμας
ἄγαλμά θ᾽ ἱερὸν εἰς ἐμὴν ἄξων χθόνα,
1441b τῶν νῦν παρόντων πημάτων ἀναψυχάς.
πρὸς μὲν σ᾽ ὅδ᾽ ἡμῖν μῦθος· ὃν δ᾽ ἀποκτενεῖν
δοκεῖς Ὀρέστην ποντίῳ λαβὼν σάλῳ,
ἤδη Ποσειδῶν χάριν ἐμὴν ἀκύμονα
1445πόντου τίθησι νῶτα πορθμεύων πλάτῃ.
μαθὼν δ᾽, Ὀρέστα, τὰς ἐμὰς ἐπιστολάς—
κλύεις γὰρ αὐδὴν καίπερ οὐ παρὼν θεᾶς—
χώρει λαβὼν ἄγαλμα σύγγονόν τε σήν.
ὅταν δ᾽ Ἀθήνας τὰς θεοδμήτους μόλῃς,
1450χῶρός τις ἔστιν Ἀτθίδος πρὸς ἐσχάτοις
ὅροισι, γείτων δειράδος Καρυστίας,
ἱερός, Ἁλάς νιν οὑμὸς ὀνομάζει λεώς·
ἐνταῦθα τεύξας ναὸν ἵδρυσαι βρέτας,
ἐπώνυμον γῆς Ταυρικῆς πόνων τε σῶν,
1455οὓς ἐξεμόχθεις περιπολῶν καθ᾽ Ἑλλάδα
οἴστροις Ἐρινύων. Ἄρτεμιν δέ νιν βροτοὶ
τὸ λοιπὸν ὑμνήσουσι Ταυροπόλον θεάν.
νόμον τε θὲς τόνδ᾽· ὅταν ἑορτάζῃ λεώς,
τῆς σῆς σφαγῆς ἄποιν᾽ ἐπισχέτω ξίφος
1460δέρῃ πρὸς ἀνδρὸς αἷμά τ᾽ ἐξανιέτω,
ὁσίας ἕκατι θεά θ᾽ ὅπως τιμὰς ἔχῃ.
σὲ δ᾽ ἀμφὶ σεμνάς, Ἰφιγένεια, κλίμακας
Βραυρωνίας δεῖ τῆσδε κλῃδουχεῖν θεᾷ·
οὗ καὶ τεθάψῃ κατθανοῦσα, καὶ πέπλων
1465ἄγαλμά σοι θήσουσιν εὐπήνους ὑφάς,
ἃς ἂν γυναῖκες ἐν τόκοις ψυχορραγεῖς
λείπωσ᾽ ἐν οἴκοις. τάσδε δ᾽ ἐκπέμπειν χθονὸς
Ἑλληνίδας γυναῖκας ἐξεφίεμαι
γνώμης δικαίας οὕνεκ᾽, ‹. . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . › ἐκσῴσασα δὲ
1470καὶ πρίν σ᾽ Ἀρείοις ἐν πάγοις ψήφους ἴσας
κρίνασ᾽, Ὀρέστα· καὶ νόμισμ᾽ ἔσται τόδε,
νικᾶν ἰσήρεις ὅστις ἂν ψήφους λάβῃ.
ἀλλ᾽ ἐκκομίζου σὴν κασιγνήτην χθονός,
Ἀγαμέμνονος παῖ — καὶ σὺ μὴ θυμοῦ, Θόας.


Εμφανίζεται στο θεολογείο η Αθηνά.
ΑΘΗΝΑ
Θόα βασιλιά! Την καταδίωξη τούτη
για πού ετοιμάζεις; Η Αθηνά ειμαι, κι άκου
τα λόγια μου. Σταμάτα το κυνήγι,
μην αμολάς το ρέμα του στρατού σου·
γιατί ο Ορέστης ήρθε εδώ ακλουθώντας
του Απόλλωνα χρησμό, για να ξεφύγει
των Ερινύων την όργητα, να πάρει
1440την αδερφή του στο Άργος, και να φέρει
τ᾽ άγιο άγαλμα στη χώρα τη δική μου,
να ᾽ναι δροσιά στα τωρινά δεινά της.
Σ᾽ εσένα λέω αυτά. Για τον Ορέστη,
που πας να τον σκοτώσεις πιάνοντάς τον
μες στη φουρτούνα, ο Ποσειδώνας κιόλας
για χάρη μου το πέλαο γαληνεύει
κι έτσι μπορεί το πλοίο του ν᾽ αρμενίσει.
Μακριά κι αν είσαι, Ορέστη, η θεία φωνή μου
στ᾽ αυτιά σου φτάνει· νά για σε τί ορίζω:
Μ᾽ άγαλμα κι αδερφή το δρόμο παίρνε.
Στη θεόχτιστην Αθήνα σα θα φτάσεις...
1450στην Αττική άκρη άκρη είναι μια θέση
—στης Κάρυστος αντίκρυ τ᾽ ακρωτήρι—
ιερή· ο λαός μου Αλές την ονομάζει·
εκεί ναό να χτίσεις και να στήσεις
τ᾽ άγαλμα· αυτό θα πάρει τ᾽ όνομά του
από την Ταυρική κι απ᾽ τις βαριές σου
περιπολίες, που γύρναες την Ελλάδα
με κέντρισμα Ερινύων· ο κόσμος όλος
Άρτεμη Ταυροπόλα θα το λέει.
Κι ένα έθιμο όρισε· όταν θα γιορτάζουν,
μ᾽ ένα σπαθί ν᾽ αγγίζει ο ιερέας
1460αντρός λαιμό, λίγο αίμα ν᾽ αναβρύζει,
για τη σφαγή σου αντίδωρο· αυτό θα ᾽ναι
για τη θεά τιμή και ευλάβειας χρέος.
Της θεάς ιέρεια πρέπει εσύ, Ιφιγένεια,
να γίνεις στους ιερούς Βραυρώνιους λόφους.
Εκεί και θα σε θάψουν, σαν πεθάνεις·
κι όσα κρουστά υφαντά θα μένουν μέσα
στα σπίτια από γυναίκες που θα τύχει
στη γέννα τους απάνω να πεθάνουν
σ᾽ εσέ θα τα προσφέρνουν. Θόα, σου δίνω
την εντολή ν᾽ αφήσεις τις γυναίκες
αυτές τις Ελληνίδες, για την τίμια
τη γνώμη τους, να φύγουν απ᾽ τη χώρα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ορέστη, εγώ σε γλίτωσα και πρώτα,
1470στο λόφο του Άρη, όταν μετρώντας βρήκα
ισοψηφία· κι αυτή η αρχή θα μείνει:
όποιος παίρνει ίσους ψήφους να κερδίζει.
Του Αγαμέμνονα γιε, την αδερφή σου
πάρ᾽ τη δώθε. — Εσύ, Θόα, να μη θυμώνεις.