Μεταφράσεις Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή
Συμφραστικός Πίνακας
κριγιος
| Οδ. 9.444 | ...ολόστερνος ετράβηξε να βγεί ο κριγιός ο μέγας, | τι το μαλλί κι εγώ τον... |
κριγιου
| Ιλ. 12.451 | ...κουβαλάει βοσκός κουρόμαλλο κριγιού με δίχως κόπο, | κι ως το κρατάει με τό... |
κριγιους
κριθαλευρο
| Ιλ. 11.640 | ...ξύστρα | τυρί γιδίσιο, και πασπάλισε κριθάλευρο από πάνω· | και το πιοτό σαν... |
| Οδ. 2.290 | ...και βάλε | κρασί σε στάμνες, και κριθάλευρο , μεδούλι των ανθρώπων, | σε σάκους... |
| Οδ. 10.520 | ...χύσεις, | νερό στο τέλος, και πασπάλισε κριθάλευρο από πάνω. | Και κάνε στων νεκρών... |
| Οδ. 11.28 | ...κατόπι, | νερό στο τέλος, και πασπάλιζα κριθάλευρο από πάνω· | και δέομουν στων νεκρών τ᾽... |
| Οδ. 14.77 | ...Οδυσσέα μπροστά, πασπάλισε κριθάλευρο από πάνω, | κι αφού γλυκόπιοτο... |
κριθαραλευρο
| Οδ. 2.354 | ...τις βουλώσεις όλες, | και σε δερμάτια κριθαράλευρο καλοραμμένα βάλε· | είκοσι μόδια νά... |
| Οδ. 2.380 | ...᾽βαλε κρασί στις στάμνες μέσα, | και κριθαράλευρο σε δέρματα καλοραμμένα... |
| Οδ. 10.235 | ...μαζί τυρί ξυσμένο, | μέλι ξανθό και κριθαράλευρο , και μέσα εκεί τους ρίχνει | κακά... |
κριθαρι
| Ιλ. 5.196 | ...αλόγατα, που θρέφουνται με βίκο και κριθάρι . | Πολλά ο Λυκάονας μου παράγγελνεν, ο... |
| Ιλ. 6.506 | ...το άτι, που ξαπόστασε και χόρτασε κριθάρι | μες στο παχνί του, σπάει τα χάμουρα... |
| Ιλ. 8.564 | ...στ᾽ αμάξια εστέκαν τ᾽ άλογα κι άσπρο κριθάρι ετρώγαν | και βίκο, πότε η Αυγή η... |
| Ιλ. 11.69 | ...στα καρπερά σπαρτά του | ―στάρι, κριθάρι ― και χερόβολα πυκνά στο χώμα... |
| Ιλ. 15.263 | ...το άτι, που ξαπόστασε και χόρτασε κριθάρι | μες στο παχνί του, σπάει τα χάμουρα... |
| Ιλ. 20.496 | ...του τους φαρδιοκουτελάτους, | άσπρο κριθάρι για να τρίψουνε στο πατημένο... |
| Οδ. 3.441 | ...και στο άλλο του πανέρι με κριθάρι . | Κι είχε πελέκι ο πολεμόχαρος στο... |
| Οδ. 4.40 | ...τους τ᾽ αλογάρικα τα δέσαν, και κριθάρι | μπροστά τους βάζαν άσπρο, ανάκατο... |
| Οδ. 4.604 | ...βίκο κι άσπρο, αδερφοκλώνιαστο κριθάρι και σιτάρι. | Ρούγες φαρδιές εμείς δεν... |
| Οδ. 9.110 | ...φυτρώνουν απ᾽ το χώμα, | στάρι, κριθάρι · μεγαλόρωγα στ᾽ αμπέλια τους... |
κριθινο
| Ιλ. 11.631 | ...πίνουν, μέλι ακόμα ολόξανθο και κρίθινο άγιο αλεύρι, | στερνά την ώρια κούπα, ο... |
κρικελι
κρικελια
| Ιλ. 24.269 | ...καρφί ψηλά ανακρέμουνταν, με τα καλά κρικέλια · | βγάζουν μαζί και τα ζυγόλουρα,... |
κρικο
| Ιλ. 24.272 | ...άκραν άκρα ομπρός, και πέρασαν τον κρίκο απά στη σφήνα, | και δέσαν τα λουριά... |