Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Νεφέλαι (263-297)


ΣΩ. εὐφημεῖν χρὴ τὸν πρεσβύτην καὶ τῆς εὐχῆς ἐπακούειν.
ὦ δέσποτ᾽ ἄναξ, ἀμέτρητ᾽ Ἀήρ, ὃς ἔχεις τὴν γῆν μετέωρον,
265λαμπρός τ᾽ Αἰθὴρ σεμναί τε θεαὶ Νεφέλαι βροντησικέραυνοι,
ἄρθητε, φάνητ᾽, ὦ δέσποιναι, τῷ φροντιστῇ μετέωροι.
ΣΤ. μήπω, μήπω γε, πρὶν ἂν τουτὶ πτύξωμαι, μὴ καταβρεχθῶ.
τὸ δὲ μηδὲ κυνῆν οἴκοθεν ἐλθεῖν ἐμὲ τὸν κακοδαίμον᾽ ἔχοντα.
ΣΩ. ἔλθετε δῆτ᾽, ὦ πολυτίμητοι Νεφέλαι, τῷδ᾽ εἰς ἐπίδειξιν·
270εἴτ᾽ ἐπ᾽ Ὀλύμπου κορυφαῖς ἱεραῖς χιονοβλήτοισι κάθησθε,
εἴτ᾽ Ὠκεανοῦ πατρὸς ἐν κήποις ἱερὸν χορὸν ἵστατε Νύμφαις,
εἴτ᾽ ἄρα Νείλου προχοαῖς ὑδάτων χρυσέαις ἀρύτεσθε πρόχοισιν,
ἢ Μαιῶτιν λίμνην ἔχετ᾽ ἢ σκόπελον νιφόεντα Μίμαντος·
ὑπακούσατε δεξάμεναι θυσίαν καὶ τοῖς ἱεροῖσι χαρεῖσαι.

ΧΟΡΟΣ
ἀέναοι Νεφέλαι, [στρ.] 275
ἀρθῶμεν φανεραὶ δροσερὰν φύσιν εὐάγητον,
πατρὸς ἀπ᾽ Ὠκεανοῦ βαρυαχέος
ὑψηλῶν ὀρέων κορυφὰς ἔπι
280δενδροκόμους, ἵνα
τηλεφανεῖς σκοπιὰς ἀφορώμεθα,
καρπούς τ᾽ ἀρδομέναν θ᾽ ἱερὰν χθόνα,
καὶ ποταμῶν ζαθέων κελαδήματα,
καὶ πόντον κελάδοντα βαρύβρομον·
285ὄμμα γὰρ αἰθέρος ἀκάματον σελαγεῖται
μαρμαρέαισιν αὐγαῖς.
ἀλλ᾽ ἀποσεισάμεναι νέφος ὄμβριον
ἀθανάτας ἰδέας ἐπιδώμεθα
290τηλεσκόπῳ ὄμματι γαῖαν.

ΣΩ. ὦ μέγα σεμναὶ Νεφέλαι, φανερῶς ἠκούσατέ μου καλέσαντος.
ᾔσθου φωνῆς ἅμα καὶ βροντῆς μυκησαμένης θεοσέπτου;
ΣΤ. καὶ σέβομαί γ᾽, ὦ πολυτίμητοι, καὶ βούλομαι ἀνταποπαρδεῖν
πρὸς τὰς βροντάς· οὕτως αὐτὰς τετρεμαίνω καὶ πεφόβημαι·
295κεἰ θέμις ἐστίν, νυνί γ᾽ ἤδη, κεἰ μὴ θέμις ἐστί, χεσείω.
ΣΩ. οὐ μὴ σκώψεις μηδὲ ποήσεις ἅπερ οἱ τρυγοδαίμονες οὗτοι,
ἀλλ᾽ εὐφήμει· μέγα γάρ τι θεῶν κινεῖται σμῆνος ἀοιδαῖς.


Ο Σωκράτης παίρνει στάση επίσημη, ιερατική.
ΣΩΚ. Πρέπει ο γέρος ιερή να κρατήσει σιωπή
και τη δέηση που κάνω ν᾽ ακούσει.
Απροσμέτρητε Αέρα, ω αφέντη τρανέ,
που τη γη μας ανάερη σηκώνεις,
κι εσύ, Αιθέρα λαμπρέ, και σεβάσμιες θεές
αστραπών και βροντών, ω Νεφέλες,
σηκωθείτε και δείξτε, κυράδες μου εσείς,
στο σοφό ερευνητή τη θωριά σας.
ΣΤΡ. Μια στιγμή, μια στιγμούλα· όχι πριν τυλιχτώ
στο σκουτί μου, μη γίνω μουσκίδι.
Και να δεις που ο κακότυχος ήρθα, χωρίς
ένα σκούφο να πάρω απ᾽ το σπίτι.
ΣΩΚ. Τιμημένες Νεφέλες, ελάτε ως εδώ
και δειχτείτε στον άνθρωπο τούτο·
270κι αν στου Ολύμπου, ω θεές, τις ιερές κορυφές
τις χιονόδαρτες κάθεστε επάνω,
κι αν με Νύμφες ιερός σας ευφραίνει χορός
στου Ωκεανού του γονιού σας τους κήπους,
κι αν, στις άκρες που χύνεται ο Νείλος, νερό
με χρυσές ανασέρνετε στάμνες,
κι αν στο βράχο, όλο χιόνια, του Μίμαντα, κι αν
στη Μαιώτιδα βρίσκεστε λίμνη,
με χαρά τη θυσία που προσφέρνω κι αυτά
τα ιερά μου δεχτείτε κι ελάτε.

Ακούγεται των αθέατων ακόμη Νεφελών το τραγούδι να σιμώνει σιγά σιγά, συνοδεμένο από αστραπές και βροντές.
Ο ΧΟΡΟΣ
Την αγκαλιά του πατέρα μας,
του Ωκεανού του βαρύβροντου, αφήνοντας
οι δροσερές, φευγαλέες, οι αστέρευτες
ας ανεβούμε Νεφέλες εμείς
280στις δασωμένες κορφές των βουνών·
τα μακροθώρητα κείθε να δούμε ψηλώματα,
την ποτιζάμενη γη και της γης τα γεννήματα
και τα θεϊκά της ποτάμια τα γάργαρα
και το βαρύβροντο πέλαο· γιατί
μέσα σε λάμψες
αχτιδοβόλες ακούραστο λάμπει του αιθέρα το μάτι.
Απ᾽ τα κορμιά μας, Νεφέλες, τ᾽ αθάνατα
τη βροχερή την αντάρα ας τινάξουμε
290και τις ματιές μας στον κόσμο ας τις ρίξουμε πέρα.

ΣΩΚ. Ω που μόλις σας κάλεσα, νά, φανερά,
σεβαστές μου Νεφέλες, μ᾽ ακούτε.
Στο Στρεψιάδη.
Τη φωνή και μαζί τη θεϊκή τη βροντή
που μπουμπούνισε, πες μου, έχεις νιώσει;
ΣΤΡ. Ναι· κι εσάς, σεβαστές μου, βαθιά προσκυνώ·
στις βροντές σας ποθώ ν᾽ απαντήσω
με πορδές, γιατί μ᾽ έπιασε —τί να σας πω;—
φριχτός φόβος, μεγάλη τρεμούλα·
α, κι αν είναι πρεπούμενο, αυτή τη στιγμή,
κι αν είν᾽ άπρεπο, εγώ θα τα κάμω.
ΣΩΚ. Άσ᾽ τ᾽ αστεία και μην κάνεις αυτά που ποιητές
κωμικοί κακομοίρηδες κάνουν·
σιγή κράτα ιερή· γιατί, νά, ένα τρανό
σμάρι θεών τραγουδώντας σαλεύει.