Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Σφῆκες (273-315)


τί ποτ᾽ οὐ πρὸ θυρῶν φαίνετ᾽ ἄρ᾽ ἡμῖν [στρ.]
ὁ γέρων οὐδ᾽ ὑπακούει;
μῶν ἀπολώλεκε τὰς
ἐμβάδας, ἢ προσέκοψ᾽ ἐν
275 τῷ σκότῳ τὸν δάκτυλόν που,
εἶτ᾽ ἐφλέγμηνεν αὐτοῦ
τὸ σφυρὸν γέροντος ὄντος;
καὶ τάχ᾽ ἂν βουβωνιῴη.
ἦ μὴν πολὺ δριμύτατός γ᾽ ἦν τῶν παρ᾽ ἡμῖν,
καὶ μόνος οὐκ ἀνεπείθετ᾽,
ἀλλ᾽ ὁπότ᾽ ἀντιβολοίη
τις, κάτω κύπτων ἂν οὕτω
280 «λίθον ἕψεις» ἔλεγεν.

τάχα δ᾽ ἂν διὰ τὸν χθιζινὸν ἄνθρω- [ἀντ.]
πον, ὃς ἡμᾶς διεδύετ᾽
ἐξαπατῶν καὶ λέγων
ὡς φιλαθήναιος ἦν καὶ
τἀν Σάμῳ πρῶτος κατείποι,
διὰ τοῦτ᾽ ὀδυνηθεὶς
εἶτ᾽ ἴσως κεῖται πυρέττων.
285 ἔστι γὰρ τοιοῦτος ἁνήρ.
ἀλλ᾽, ὦγάθ᾽, ἀνίστασο μηδ᾽ οὕτω σεαυτὸν
ἔσθιε μηδ᾽ ἀγανάκτει.
καὶ γὰρ ἀνὴρ παχὺς ἥκει
τῶν προδόντων τἀπὶ Θρᾴκης·
ὃν ὅπως ἐγχυτριεῖς.
290 ὕπαγ᾽, ὦ παῖ, ὕπαγε.

ΠΑ. ἐθελήσεις τί μοι οὖν, ὦ [στρ.]
πάτερ, ἤν σού τι δεηθῶ;
ΧΟ. πάνυ γ᾽, ὦ παιδίον. ἀλλ᾽ εἰ-
πέ, τί βούλει με πρίασθαι
295 καλόν; οἶμαι δέ σ᾽ ἐρεῖν ἀ-
στραγάλους δήπουθεν, ὦ παῖ.
ΠΑ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἰσχάδας, ὦ παπ-
πία· ἥδιον γάρ. ΧΟ. οὐκ ἂν
μὰ Δί᾽, εἰ κρέμαισθέ γ᾽ ὑμεῖς.
ΠΑ. μὰ Δί᾽ οὐ τἄρα προπέμψω σε τὸ λοιπόν.
300 ΧΟ. ἀπὸ γὰρ τοῦδέ με τοῦ μισθαρίου
τρίτον αὐτὸν ἔχειν ἄλφιτα δεῖ καὶ ξύλα κὤψον·
σὺ δὲ σῦκά μ᾽ αἰτεῖς.

ΠΑ. ἄγε νυν, ὦ πάτερ, ἢν μὴ [ἀντ.]
τὸ δικαστήριον ἅρχων
305 καθίσῃ νῦν, πόθεν ὠνη-
σόμεθ᾽ ἄριστον; ἔχεις ἐλ-
πίδα χρηστήν τινα νῷν ἢ
πόρον Ἕλλας ἱερόν;
ΧΟ. ἀπαπαῖ φεῦ,
310 μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε νῷν οἶδ᾽
ὁπόθεν γε δεῖπνον ἔσται.
ΠΑ. τί με δῆτ᾽, ὦ μελέα μῆτερ, ἔτικτες;
ΧΟ. ἵν᾽ ἐμοὶ πράγματα βόσκειν παρέχῃς.
ΠΑ. ἀνόνητον ἄρα σ᾽ ὦ θυλάκιόν γ᾽ εἶχον ἄγαλμα.
315 ΧΟ. ΚΑΙ ΠΑ. . πάρα νῷν στενάζειν.


Ο ΧΟΡΟΣ
Γιατί απόκριση ο γέρος δε δίνει καμιά
και γιατί στη εξώπορτα εδώ δεν προβάλλει;
Τα παπούτσια του μην έχασε;
Στο σκοτάδι μήπως σκόνταψε
και το δάχτυλό του χτύπησε
και του κακοφόρμισε ίσως το στραγάλι;
Κάτι τέτοια τα παθαίνουν όλοι οι γέροι.
Μην του πρήστηκε, καλέ, το ριζομέρι;
Μες στην ομάδα μας άλλος κανείς τέτοιο πείσμα δεν το ᾽χει.
Δε λυγάει αυτός ποτέ του.
Του ζητά κανείς χατίρι;
Σκύβει, να έτσι, κι απαντάει:
280«Πέτρα βράζεις, κακομοίρη.»

Μην πικράθηκε για όσα γινήκανε χτες,
για τον ψεύταρο αυτόν που μας ήρθε κει χάμου;
Να μας ξεγελάσει γύρευε,
φιλαθήναιος ήταν έλεγε,
κι αυτός τάχα μας μαρτύρησε
πρώτος πρώτος το ξεσήκωμα της Σάμου·
όλ᾽ αυτά κατάκαρδα ίσως τα ᾽χει πάρει
και θα κείτεται με θέρμη στο κλινάρι.
Σήκω και μη χολοσκάς και μην τρώγεσαι τόσο, καημένε.
Απ᾽ της Θράκης τους προδότες
έναν έχουν τώρα πιάσει·
είναι παχουλός και βάλ᾽ τον
στο τσουκάλι σου να βράσει.
290Προχώρει εσύ, παιδάκι μου, προχώρει.

ΠΑΙ. Αν σου ζητήσω μια χάρη,
θα μου την κάμεις, πατέρα;
ΧΟΡ. Βέβαια παιδάκι μου· πες μου
σαν τί καλό να σου πάρω·
μα το μαντεύω, νομίζω·
κότσια θα θέλεις, να παίζεις.
ΠΑΙ. Σύκα, μπαμπάκα μου, σύκα·
πιότερο αυτά με γλυκαίνουν.
ΧΟΡ. Και να σας δω κρεμασμένα,
τούτο δε γίνεται, αλήθεια.
ΠΑΙ. Παίρνω κι εγώ το λυχνάρι και πια δε σου φέγγω.
300ΧΟΡ. Με τα ψωρόλεφτ᾽ αυτά που μου δίνουν
πρέπει για τρεις ανομάτους να πάρω προσφάι, ξύλα, αλεύρι·
σύκα γυρεύεις;

ΠΑΙ. Κι ο άρχοντας αν συνεδρία
του δικαστήριου, πατέρα,
δε σας ορίσει, πού θα ᾽βρεις
για να ψωνίσεις να φάμε;
Έχεις ελπίδα από κάπου;
Αχ τα στενά του Ελλησπόντου
πώς τα περνάνε; Γιά πες μου.
ΧΟΡ. Α συφορά, συφορά μου!
310Τρόπο κανένα δεν ξέρω
να οικονομήσω φαγάκι.
ΠΑΙ. Τί ήθελες, αχ, να με κάμεις, καημένη μανούλα;
ΧΟΡ. Για να παιδεύομ᾽ εγώ να σε θρέφω.
ΠΑΙ. Αχ σακουλάκι μου, ανώφελο πάνω μου σ᾽ έχω στολίδι.
ΧΟΡ. ΚΑΙ ΠΑΙ. Δάκρυα, χυθείτε.