Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ

Ὕμνοι (4.100-4.159)

100 ἀλλ᾽ ὅτ᾽ Ἀχαιιάδες μιν ἀπηρνήσαντο πόληες
ἐρχομένην, Ἑλίκη τε Ποσειδάωνος ἑταίρη
Βοῦρά τε Δεξαμενοῖο βοόστασις Οἰκιάδαο,
ἄψ δ᾽ ἐπὶ Θεσσαλίην πόδας ἔτρεπε, φεῦγε δ᾽ Ἄναυρος
καὶ μεγάλη Λάρισα καὶ αἱ Χειρωνίδες ἄκραι·
105 φεῦγε δὲ καὶ Πηνειὸς ἑλισσόμενος διὰ Τεμπέων.
Ἥρη, σοὶ δ᾽ ἔτι τῆμος ἀνηλεὲς ἦτορ ἔκειτο·
οὐδὲ κατεκλάσθης τε καὶ ᾤκτισας, ἡνίκα πήχεις
ἀμφοτέρους ὀρέγουσα μάτην ἐφθέγξατο τοῖα·
«Νύμφαι Θεσσαλίδες, ποταμοῦ γένος, εἴπατε πατρί
110 κοιμῆσαι μέγα χεῦμα· περιπλέξασθε γενείῳ,
λισσόμεναι τὰ Ζηνὸς ἐν ὕδατι τέκνα τεκέσθαι.
Πηνειὲ Φθιῶτα, τί νῦν ἀνέμοισιν ἐρίζεις;
ὦ πάτερ, οὐ μὴν ἵππον ἀέθλιον ἀμφιβέβηκας.
ῥά τοι ὧδ᾽ αἰεὶ ταχινοὶ πόδες, ἢ ἐπ᾽ ἐμεῖο
115 μοῦνοι ἐλαφρίζουσι, πεποίησαι δὲ πέτεσθαι
σήμερον ἐξαπίνης; ὁ δ᾽ ἀνήκοος. ὦ ἐμὸν ἄχθος,
ποῖ σε φέρω; μέλεοι γὰρ ἀπειρήκασι τένοντες.
Πήλιον, ὦ Φιλύρης νυμφήιον, ἀλλὰ σὺ μεῖνον,
μεῖνον, ἐπεὶ καὶ θῆρες ἐν οὔρεσι πολλάκι σεῖο
120 ὠμοτόκους ὠδῖνας ἀπηρείσαντο λέαιναι.»
τὴν δ᾽ ἄρα καὶ Πηνειὸς ἀμείβετο δάκρυα λείβων·
«Λητοῖ, Ἀναγκαίη μεγάλη θεός· οὐ γὰρ ἔγωγε,
πότνια, σὰς ὠδῖνας ἀναίνομαι· οἶδα καὶ ἄλλας
λουσαμένας ἀπ᾽ ἐμεῖο λεχωίδας· ἀλλά μοι Ἥρη
125 δαψιλὲς ἠπείλησεν· ἀπαύγασαι οἷος ἔφεδρος
οὔρεος ἐξ ὑπάτου σκοπιὴν ἔχει, ὅς κέ με ῥεῖα
βυσσόθεν ἐξερύσειε. τί μήσομαι; ἦ ἀπολέσθαι
ἡδύ τί τοι Πηνειόν; ἴτω πεπρωμένον ἦμαρ·
τλήσομαι εἵνεκα σεῖο, καὶ εἰ μέλλοιμι ῥοάων
130 διψαλέην ἄμπωτιν ἔχων αἰώνιον ἔρρειν,
καὶ μόνος ἐν ποταμοῖσιν ἀτιμότατος καλέεσθαι.
ἠνίδ᾽ ἐγώ· τί περισσά; κάλει μόνον Εἰλήθυιαν.»
εἶπε, καὶ ἠρώησε μέγαν ῥόον· ἀλλά οἱ Ἄρης
Παγγαίου προθέλυμνα καρήατα μέλλεν ἀείρας
135 ἐμβαλέειν δίνῃσιν, ἀποκρύψαι δὲ ῥέεθρα·
ὑψόθε δ᾽ ἐσμαράγησε καὶ ἀσπίδα τύψεν ἀκωκῇ
δούρατος· ἣ δ᾽ ἐλέλιξεν ἐνόπλιον· ἔτρεμε δ᾽ Ὄσσης
οὔρεα καὶ πεδίον Κραννώνιον αἵ τε δυσαεῖς
ἐσχατιαὶ Πίνδοιο, φόβῳ δ᾽ ὠρχήσατο πᾶσα
140 Θεσσαλίη· τοῖος γὰρ ἀπ᾽ ἀσπίδος ἔβραμεν ἦχος.
ὡς δ᾽ ὁπότ᾽ Αἰτναίου ὄρεος πυρὶ τυφομένοιο
σείονται μυχὰ πάντα, κατουδαίοιο γίγαντος
εἰς ἑτέρην Βριαρῆος ἐπωμίδα κινυμένοιο,
θερμάστραι τε βρέμουσιν ὑφ᾽ Ἡφαίστοιο πυράγρης
145 ἔργα θ᾽ ὁμοῦ, δεινὸν δὲ πυρίκμητοί τε λέβητες
καὶ τρίποδες πίπτοντες ἐπ᾽ ἀλλήλοις ἰαχεῦσι·
τῆμος ἔγεντ᾽ ἄραβος σάκεος τόσος εὐκύκλοιο.
Πηνειὸς δ᾽ οὐκ αὖτις ἐχάζετο, μίμνε δ᾽ ὁμοίως
καρτερὸς ὡς τὰ πρῶτα, θοὰς δ᾽ ἐστήσατο δίνας,
150 εἰσόκε οἱ Κοιηὶς ἐκέκλετο· «σῴζεο χαίρων,
σῴζεο· μὴ σύ γ᾽ ἐμεῖο πάθῃς κακὸν εἵνεκα τῆσδε
ἀντ᾽ ἐλεημοσύνης, χάριτος δέ τοι ἔσσετ᾽ ἀμοιβή.»
ἦ καὶ πολλὰ πάροιθεν ἐπεὶ κάμεν, ἔστιχε νήσους
εἰναλίας· αἳ δ᾽ οὔ μιν ἐπερχομένην ἐδέχοντο,
155 οὐ λιπαρὸν νήεσσιν Ἐχινάδες ὅρμον ἔχουσαι,
οὐδ᾽ ἥτις Κέρκυρα φιλοξεινωτάτη ἄλλων,
Ἶρις ἐπεὶ πάσῃσιν ἐφ᾽ ὑψηλοῖο Μίμαντος
σπερχομένη μάλα δεινὸν ἀπέτραπεν· αἳ δ᾽ ὑπ᾽ ὀμοκλῆς
πανσυδίῃ φοβέοντο κατὰ ῥόον ἥντινα τέτμοι.

100Μα όταν και οι Αχαϊκές πόλεις αρνήθηκαν να τη δεχτούν
καθώς τη βλέπαν να ᾽ρχεται, η Ελίκη η συντρόφισσα του Ποσειδώνα
και η Βούρα, όπου τα βουστάσια του Δεξαμενού, του γιου του Οικιάδη,
το δρόμο ξαναπήρε για τη Θεσσαλία. Μα ο Άναυρος απομακρύνθηκε
και η μεγάλη Λάρισα και οι Χειρωνίδες βράχοι,
105κι ο Πηνειός που ελίσσεται στα Τέμπη.
Ήρα, η καρδιά σου ακόμα (κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτά) απόμεινε ανελέητη.
Ούτε συγκινήθηκες, ούτε λυπήθηκες όταν (η Λητώ)
τα δυο χέρια σηκώνοντας, τούτα τα μάταια είπε:
«Νύμφες Θεσσαλές, γεννήματα του ποταμού, πέστε στον πατέρα σας
110να λιγοστέψει το ισχυρό του ρεύμα· πιάστε τα γένια του
ικετεύοντας να γεννηθούν του Δία τα τέκνα στα ύδατά του.
Πηνειέ Φθιωτικέ, τώρα με τους ανέμους γιατί ερίζεις;
Πατέρα, κι όμως δεν ιππεύεις έναν ίππο αγώνων.
Τα πόδια σου είναι πάντα τόσο γρήγορα, ή είναι για μένα
115που γίναν τόσο ελαφρά, κι ομοιάζει να πετούνε
σήμερα τόσο ξαφνικά; Μα είναι κουφός. Του σώματός μου βάρος
πού να σε μεταφέρω; Των μελών μου οι τένοντες ανήμποροι.
Πήλιο, της Φιλύρας νυμφοθάλαμε, εσύ τουλάχιστο μη φεύγεις,
μείνε, αφού θηράματα πολλές φορές στα όρη σου,
120και λέαινες ακόμα τοκετό δοκίμασαν σκληρό».
Της αποκρίθηκε ο Πηνειός δάκρυα χύνοντας:
«Λητώ, η Ανάγκη είναι μια θεά μεγάλη. Εγώ, σεβάσμια,
τις ωδίνες σου δεν περιφρονώ. Το ξέρω, κι άλλες
λεχώνες στα νερά μου έχουν λουστεί. Όμως η Ήρα
125μ᾽ απείλησε βαριά. Κοίταξε το φρουρό
που επιβλέπει απ᾽ το βουνό ψηλά· εύκολα θα μπορούσε
να με ξεράνει απ᾽ το βυθό. Σαν τί να κάνω; Ή αν χανότανε
ο Πηνειός θα ᾽ταν ευχάριστο; (Μα αν εδώ επιμένεις να γεννήσεις) η πεπρωμένη ας έρθει ώρα.
Για χάρη σου θ᾽ αποτολμήσω, κι όταν ακόμα μέλλεται η ροή μου
130να ξεραθεί και για παντοτινά ν᾽ αφανιστώ,
και μόνος στα ποτάμια ανάμεσα ν᾽ αποκαλούμαι ντροπιασμένος.
Εδώ είμαι εγώ. Τί θέλεις τα περίσσια; Κάλεσε μόνο την Ειλείθυια».
Αυτά είπε και σταμάτησε τη δυνατή ροή του. Μα ο Άρης
του Παγγαίου σύρριζα τ᾽ ακρόκορφα αποσπώντας, έμελλε
135στου ποταμού το ρεύμα να τα ρίξει, αποκρύβοντας τη ρείθρα.
Από τα ύψη βροντολάλησε και την ασπίδα με τη μύτη χτύπησε
του δόρατος, που ωσάν χορός πολεμικός αντήχησε. Και τρέμανε της Όσσας
τα όρη, η πεδιάδα της Κραννώνας και οι άγριες
κορφές της Πίνδου, κι απ᾽ το φόβο χόρεψεν ακέρια
140η Θεσσαλία. Ήχος τόσο δυνατός βγήκεν απ᾽ την ασπίδα!
Καθώς όταν του όρους Αίτνα μαίνεται η φωτιά
και σειούνται όλα τα σπήλαια και ο θαμμένος γίγαντας
γυρίζει ο Βριάρεος, από το ένα το πλευρό στο άλλο,
και τρέμουν τα καμίνια κάτω απ᾽ την τσιμπίδα του Ηφαίστου
145κι όλα τα έργα (στο σιδηρουργείο) και κατά τρόπο φοβερό τα δουλεμένα στη φωτιά λεβέτια
και οι τρίποδες, το ένα πάνω στ᾽ άλλο πέφτοντας βροντολογούν,
τόσο τρανός ακούστηκεν ο θόρυβος της ωραιόκυκλης ασπίδας.
Μα δεν υποχωρούσε ο Πηνειός κι όμοια παρέμεινε
σταθερός, καθώς και πρώτα, συγκρατώντας των νερών του την ορμή,
150ώσπου του Κοίου τού είπε η θυγατέρα: «Χαίροντας κοίτα να σωθείς,
φυλάξου το κακό μην πάθεις για λογαριασμό μου
από την ευσπλαχνία που μου δείχνεις· όμως θ᾽ αμειφθεί ετούτη η χάρη σου».
Είπεν αυτά, κι αφού απ᾽ τις προσπάθειες απόκαμε, τράβηξε κατά τα νησιά
της θάλασσας. Μα και αυτά, καθώς ερχόταν, δεν τη δέχονταν,
155ούτε οι Εχινάδες με τους όρμους τους ασφαλισμένους,
ούτε η Κέρκυρα η πιο φιλόξενη από τ᾽ άλλα,
γιατί η Ίρις όλα, απ᾽ την κορφή του Μίμαντα
με απειλές μεγάλες τα απέτρεπε. Και τρομαγμένα όλα
έφευγαν μ᾽ όλη τους τη δύναμη προς τη ροή της θάλασσας, ως τα πλησίαζε (η Λητώ).