Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΡΩΔΑΣ

Μιμίαμβοι (1.1-1.18)


1. Προκυκλὶς ἢ Μαστροπός


ΜΗΤΡΙΧΗ
Θ[ρέισ]σα, ἀράσσει τὴν θύρην τις· οὐκ ὄψει
μ[ή τις] παρ᾽ ἡμέων ἐξ ἀγροικίης ἥκει;
ΘΡΕΙΣΣΑ
τι[ς τ]ὴ[ν] θύρην; ΓΥΛΛΙΣ ἐγὦδε. ΘΡ. τίς σύ; δειμαίνεις
ἆσσον προσελθεῖν; ΓΥ. ἢν ἰδού, πάρειμ᾽ ἆσσον.
5 ‹ΘΡ.› τίς δέ εἶ σύ; ΓΥ. Γυλλίς, Φιλαινίδος μήτηρ·
ἄγγειλον ἔνδον Μητρίχῃ παροῦσάν με.
ΜΗ. κάλει· τίς ἐστιν; ΓΥ. Γυλλίς. ἀμμίη Γυλλίς.
ΜΗ. στρέψον τι, δούλη. τίς σε μοῖρ᾽ ἔπεισ᾽ ἐλθεῖν,
Γυλλίς, πρὸς ἡμέας; τί σὺ θεὸς πρὸς ἀνθρώπους;
10 ἤδη γάρ εἰσι πέντε κου, δοκέω, [μῆνε]ς
ἐξ οὗ σε, Γυλλίς, οὐδ᾽ ὄναρ, μὰ τὰς Μοίρας,
πρὸς τὴν θύρην ἐλθοῦσαν εἶδέ τις ταύτην.
ΓΥ. μακρὴν ἀποικέω, τέκνον, ἐν δὲ ταῖς λαύραις
ὁ πηλὸς ἄχρις ἰγνύων προσέστηκεν·
15 ἐγὼ δὲ δραίνω μυῖ᾽ ὅσον· τὸ γὰρ γῆρας
ἡμέας καθέλκει χἠ σκιὴ παρέστηκεν.
ΜΗ. σίγη τ]ε καὶ μὴ τοῦ χρόνου καταψεύδου·
οἵη τ᾽ ἔτ᾽ εἶ] γάρ, Γυλλί, χἠτέρους ἄγχειν.


1. Η τσατσά


ΜΗΤΡΙΧΗ
Θράσσα, κάποιος χτυπάει την πόρτα· δεν πας να δεις
μήπως μας έρχεται κανένας απ᾽ το κτήμα;
ΘΡΑΣΣΑ
Ποιός είναι; ΓΥΛΛΗ Εγώιμαι. ΘΡ. Ποιά είσαι εσύ; Φοβάσαι
νά ᾽ρθεις πιο κοντά; ΓΥ. Άντε, να ᾽ρθω και πιο κοντά.
5ΘΡ. Και ποιά είσαι; ΓΥ. Η Γύλλη, η μάνα της Φιλαίνιας·
πήγαινε πες στη Μητρίχη πως ήρθα.
ΜΗ. Είδες ποιός είναι; ΓΥ. Η Γύλλη είμαι, η θεια-Γύλλη.
ΜΗ. Άνοιξέ της, κοπέλα μου. Πώς ήταν αυτό, Γύλλη;
Πώς και μας καταδέχτηκες; Πώς κατεβήκαν τα βουνά;
10Εδώ πάνε πέντε μήνες, πέντε και, Γύλλη μου,
που ούτε στ᾽ όνειρό μας δε σ᾽ είδαμε
να περνάς ετούτη την πόρτα.
ΓΥ. Μακριά μένω, παιδί μου, και στα μονοπάτια
η λάσπη φτάνει ως το γόνατο·
15ανήμπορη είμαι πια, σα μυγίτσα: Με πήρανε
τα γεράματα, το σκοτάδι με γυροφέρνει.
ΜΗ. Πάψε, μην τα παραφουσκώνεις τα χρόνια σου·
εσύ Γύλλη, θα σκάσεις πολλούς ακόμα.