Εξώφυλλο

Ανθολογίες

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

των Θ.Κ. Στεφανόπουλου, Στ. Τσιτσιρίδη, Λ. Αντζουλή, Γ. Κριτσέλη

ΑΝΑΚΡΕΩΝ

43. – Απόσπασμα 395 Page

Σύμφωνα με την παράδοση ο Ανακρέων πέθανε σε μεγάλη ηλικία, όταν είχε ήδη φτάσει στα 85 έτη. Όπως αναφέρεται μάλιστα σε μια πηγή, πνίγηκε καθώς κατάπινε μια ρώγα από σταφύλι (ανέκδοτο που επινοήθηκε ίσως για να δείξει ότι ο φίλοινος και φίλερως ποιητής απόλαυσε τη ζωή μέχρι την τελευταία του στιγμή). Είναι εύλογο η αίσθηση της φθοράς και του τέλους να προκαλούσε συναισθήματα λύπης σε έναν άνθρωπο που αγάπησε τη ζωή και τραγούδησε τις χαρές της. Στους στίχους που ακολουθούν ο Ανακρέων εκφράζει τη θλίψη του για τη φθορά του σώματος που επέφεραν τα γηρατειά (ενδεικτικά αναφέρονται δυο στοιχεία του προσώπου, τα μαλλιά και τα δόντια) και θρηνεί για το ορατό τέλος του βίου. Η αντίληψη που εκφράζει για το θάνατο (είναι η ίδια με αυτήν που συναντά κανείς στα ομηρικά έπη. Ακόμη όμως και σ᾽ αυτή την περίπτωση, όπου ο τόνος λόγω του θέματος είναι σοβαρός, η ποίησή του δεν χάνει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της, την αγάπη για το παιχνίδι. Είναι χαρακτηριστική η χρήση πολλών μέσων του έντεχνου λόγου, όπως είναι ο χιασμός (στ. 1-2), οι αλλεπάλληλοι διασκελισμοί, οι παρηχήσεις, οι σύντομες προτάσεις, η παρατακτική δομή.

πολιοὶ μὲν ἡμὶν ἤδη
κρόταφοι κάρη τε λευκόν,
χαρίεσσα δ᾽ οὐκέτ᾽ ἥβη
πάρα, γηραλέοι δ᾽ ὀδόντες,
5 γλυκεροῦ δ᾽ οὐκέτι πολλὸς
βιότου χρόνος λέλειπται·

διὰ ταῦτ᾽ ἀνασταλύζω
θαμὰ Τάρτατον δεδοικώς·
Ἀίδεω γάρ ἐστι δεινὸς
10 μυχός, ἀργαλῆ δ᾽ ἐς αὐτὸν
κάτοδος· καὶ γὰρ ἑτοῖμον
καταβάντι μὴ ἀναβῆναι.

Γκρίζοι οι κρόταφοί μου πια

λευκά και τα μαλλιά μου,

έφυγε η θελκτική μου νιότη

σάπια τα δόντια μου,

απ᾽ τη γλυκιά ζωή5

λίγος καιρός μου απομένει.

 

Συχνά βαριά αναστενάζω,

γιατί τον Τάρταρο1 φοβούμαι.

Είναι φρικτή η άβυσσος του Άδη

και το ταξίδι για κει κάτω θλιβερό,10

και είναι βέβαιο: αν κατεβείς

δεν ανεβαίνεις πια επάνω.

 

(μετάφραση Μ. Ζ. Κοπιδάκης)

 

1 Ο Τάρταρος είναι η κατώτατη περιοχή του σύμπαντος, που βρίσκεται τόσο πιο βαθιά από τον Άδη όσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Αργότερα ο Τάρταρος ταυτίζεται με τον κόσμο των νεκρών.