Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Ιστορικά και Τοπογραφικά
του Μεσαιωνικού Κάστρου των Ιωαννίνων

Το σημερινόν κάστρον των Ιωαννίνων, ογκώδες και στερεώτατον τείχος, με επιβλητικάς επάλξεις, προμαχώνας, πυλώνας κλπ., περιβαλλόμενον άλλοτε και υπό ευρείας τάφρου (την οποίαν κατέκλυζαν τα ύδατα της λίμνης, μεταβάλλοντα την οχυράν χερσόνησον εις νησίδα), είναι, ως γνωστόν, έργον της εποχής του Αλή-πασά, ολοκληρωθέν κατά το έτος 1815. Εντός του κάστρου ο ίδιος ισχυρός σατράπης του Σουλτάνου ωχύρωσεν επίσης με παρόμοιον τείχος την προς τα νοτιοανατολικά ακρόπολιν και την απεμόνωσεν εις ιδιαίτερον εσωτερικόν φρούριον (το λεγόμενον ιτς-καλέ), όπου είχεν ανεγείρει και σεράγια, ανάκτορα, γυναικωνίτας και σειράν άλλων οικοδομημάτων. Αλλά και προ του Αλή-πασά, από της τουρκικής κατακτήσεως και εντεύθεν, είχαν επανειλημμένως γίνει κατά καιρούς παρόμοια έργα εις το κάστρον—οχυρώσεις μεν εις μικροτέραν κλίμακα, οικοδομήματα όμως αξιόλογα (δύο τζαμιά, άλλα δημόσια κτίρια, λουτρά, κυβερνητικά μέγαρα ή αρχοντικά Τούρκων αξιωματούχων κττ.). Επί τέσσαρας περίπου αιώνας ο χώρος και τα τείχη του κάστρου υπέστησαν, ασφαλώς, αλλεπαλλήλους αναμορφώσεις. Ευρυτέρας όμως εκτάσεως αναμορφώσεις επήλθαν με τα οχυρωματικά και οικοδομικά έργα του Αλή-πασά. Δια τα τεράστια αυτά φρουριακά και κτιριακά συγκροτήματα εχρησιμοποιήθησαν όχι μόνον απροσμέτρητα οικοδομικά υλικά, αλλά και βουνά ολόκληρα παντοίας ύλης (μπάζα) δια παραγεμίσματα και επιχωματώσεις. Οι περίβολος του φρουρίου (κενόν μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού τείχους υπερβαίνον συνήθως τα 10 μέτρα) έπρεπε καθ’ όλον σχεδόν το μήκος του να παραγεμισθεί, ενώ εις τας επάλξεις και εις πολλά άλλα σημεία παρέστη ανάγκη να υπερυψωθεί το έδαφος κατά πολύ. Οι όγκοι όμως αυτοί των νέων τειχών και των ευρείας εκτάσεως επιχωματώσεων εκάλυψαν δια παντός ή απερρόφησαν τα προϋπάρχοντα τείχη και άλλα κτίσματα, ή λείψανα κτισμάτων, παλαιοτέρων εποχών.

Έτσι, από το μεσαιωνικόν κάστρον των Ιωαννίνων ελάχιστα μόνον λείψανα απέμειναν, και ταύτα όχι πάντοτε ευδιάκριτα.

Δια ν΄ αναπαραστήσωμεν την αρχικήν μορφήν του μεσαιωνικού κάστρου, επιστρέφοντες μίαν χιλιετηρίδα περίπου προς τα οπίσω, και να παρακολουθήσωμεν έπειτα την εξέλιξίν του, είναι ανάγκη ν’ αγνοήσωμεν εν πολλοίς την εικόνα την οποίαν παρουσιάζει τούτο σήμερον. Η έκτασις και η μορφή του σημερινού φρουρίου, με τα υψηλά και ισχυρά τείχη του 1815, υπερβαίνει κατά πολύ τας διαστάσεις ενός μικρού επαρχιακού κάστρου, προστατεύοντος μίαν ασήμαντον πολίχνην της βυζαντινής αυτοκρατορίας και μίαν ασήμαντον από στρατηγικής πλευράς θέσιν.

Η μορφολογία του εδάφους μας βοηθεί να συλλάβωμεν τον αρχικόν πυρήνα του κάστρου και να παρακολουθήσωμεν με την βοήθειαν των σχετικών μαρτυριών την εξέλιξίν του.

Η περιοχή του σημερινού φρουρίου είναι μία χερσόνησος, η οποία εισχωρεί εις την λίμνην και καταλήγει εις δύο βραχώδη υψώματα. Εις πολύ παλαιοτέρους αιώνας, όταν η στάθμη της λίμνης ανέβαινεν, έστω και κατά περιόδους, υψηλότερα [1], τα γνώριμα έλη και οι καλαμώνες των οχθών της εξετείνοντο, φαίνεται, κατά μήκος του σημερινού φρουρίου (από την πλευράν του σημερινού Μόλου και από την πλευράν της Σκάλας) συμπλησιάζοντα τόσον πολύ, ώστε στενός και δύσβατος λαιμός συνέδεε την ξηράν (όπου σήμερον απλώνεται η πόλις των Ιωαννίνων) με τους «χερρονησίζοντας» βράχους. Η θέσις ήτο φυσικώς οχυρά, κατάλληλος δια την ανέγερσιν ενός κάστρου.

Από τα ύδατα της λίμνης αναδύονται, ως ελέχθη, δύο βραχώδη υψώματα, επί των οποίων δεσπόζουν σήμερα με τους κομψούς μιναρέδες των το τζαμί του Ασλάν-πασά εις τα βορειοανατολικά και το Φετιχιέ-τζαμί εις τα νοτιοανατολικά. Το πρώτον ύψωμα είναι συμπαγής βράχος, καταφανώς υψηλότερος των άλλων, δυνάμενος ευκόλως να περιτειχισθεί και ν’ απομονωθεί, αλλ’ η επιφάνειά του είναι ανεπαρκής δι’ ένα οικισμόν, έστω και πολύ περιωρισμένον. Επί της κορυφής του ολόκληρον σχεδόν των χώρον καταλαμβάνει εν και μόνον κτίριον, το τζαμί του Ασλάν-πασά (τώρα Δημοτικόν Μουσείον). Απέναντί του, προς νοτιοανατολάς, τα άλλα βραχώδη υψώματα είναι μεν ολιγώτερον οχυρά, κατά τι χαμηλότερα, προσιτά από διάφορα σημεία της λίμνης και της ξηράς, και με ομαλωτέρας προσβάσεις, έχουν όμως επιφάνειαν επαρκή δι’ ένα μικρόν οικισμόν. Οπωσδήποτε, η μορφολογία του εδάφους και αι μαρτυρίαι των πηγών επιβάλλουν να διακρίνομεν εντός του σημερινού φρουρίου των Ιωαννίων δύο ακροπόλεις, την μίαν επί του βορειοδυτικού βράχου, την άλλην εις τα νοτιοανατολικά υψώματα. Εις παλαιοτέρους αιώνας, όταν δεν υπήρχαν τα υψηλά εξωτερικά τείχη του 1815, και πριν αι προσχώσεις, οι αλλεπάλληλοι οικισμοί, αι αλλεπάλληλοι οχυρώσεις και αι ευρείας εκτάσεως επιχωματώσεις προσδώσουν εις την χερσόνησον του κάστρου την σημερινήν της όψιν, αι δύο αυταί βραχώδεις ακροπόλεις ήσαν περισσότερον ευδιάκριτοι και επιβλητικαί, με προχείρους δε περιχαρακώσεις και οχυρώσεις καθίσταντο απροσπέλαστοι.

Φαίνεται ότι ο αρχικός πυρήν του κάστρου ήτο η μία από τας δύο αυτάς ακροπόλεις, πιθανώτατα η νοτιοανατολική, χώρος επαρκής, ως ελέχθη, δια να περιλάβει και ένα μικρόν οικισμόν, τον πυρήνα της μετέπειτα αναπτυχθείσης πόλεως. Νομίζω ότι το καθαυτό κάστρον των Ιωαννίων περιωρίζετο αρχικώς —και ίσως επί αιώνας— εις τον περιτειχισμένον περίβολον της μιας αυτής ακροπόλεως. Έξω από τον φρουριακόν τούτον περίβολον θα υπήρχαν, βέβαια, περαιτέρω σποραδικά αντερείσματα, πύργοι και οχυρώσεις εις ορισμένα ευπρόσβλητα σημεία διαβάσεων, αλλ’ όχι συνεχές και ισχυρόν τείχος περιβάλλον τας δύο μαζί ακροπόλεις και ολόκληρον την χερσόνησον, όπως σήμερα.

Αι δύο βραχώδεις ακροπόλεις πολύ ενωρίς ίσως συνεδέθησαν με κάποιο τείχος, είναι όμως βέβαιον ότι η κάθε μία είχε — και διετήρησεν επί μακρόν — τον ιδικόν της φρουριακόν περίβολον. Η νοτιοανατολική αποτελεί και σήμερα αυτοτελές φρούριον, το «ιτς-καλέ» του Αλή-πασά. Η βορειοδυτική ακρόπολις (όπου το τζαμί του Ασλάν-πασά) δεν διατηρεί εμφανή την μορφήν του αυτοτελούς φρουρίου, διότι το τειχόκαστρον, που την περιέβαλλεν άλλοτε και την απεμόνωνε, δεν ανενεώθη. Από αιώνων μάλιστα διάφορα κτίσματα (μενδρεσές κλπ.) και επιχωματώσεις εις κλιμακωτά επίπεδα (τουρκικοί τάφοι κλπ.) διεμόρφωσαν ομαλήν την πρόσβασιν προς τον απομονωμένον άλλοτε βράχον. Μικρόν όμως τμήμα μεσαιωνικού τείχους, με ισχυρόν πυλώνα και προστατευτικόν πύργον, μαρτυρεί ότι και η ακρόπολις αυτή του κάστρου είχε τον ιδικόν της φρουριακόν περίβολον [2]. Ο ανερχόμενος σήμερα προς το τζαμί του Ασλάν-πασά εισέρχεται εις τον περίβολον του τεμένους από μίαν νεωτέραν πύλην, η οποία κοιτάζει προς την πόλιν. Δεξιώτερα της σημερινής πύλης ο νεώτερος αυτός περίβολος συναντάται με το αναφερθέν μεσαιωνικόν τείχος, του οποίου η πύλη, αφανής από την πλευράν της πόλεως, κοιτάζει προς την απέναντί της ακρόπολιν του «ιτς-καλέ». Πιθανόν κάποιο τείχος επροστάτευε την επικοιωνίαν των δύο ακροπόλεων, η κάθε μία όμως απετέλει αυτοτελές φρούριον. Η βορειοδυτική αυτή ακρόπολις, η υψηλοτέρα, δεν ήτο, αρχικώς, καθώς φαίνεται, παρά ένας προμαχών, παρατηρητήριον και προστατευτικός πύργος δια την άμυναν της άλλης ακροπόλεως, όπου και ο αρχικός οικισμός της μεσαιωνικής πόλεως. Επί του φυσικού τούτου προμαχώνος είχεν ανεγερθεί και ισχυρός κυκλικός πύργος, προστατεύων τον μνημονευθέντα μεσαιωνικόν πυλώνα και δεσπόζων επί ολοκλήρου του μεταξύ των δύο ακροπόλεων χώρου. Σώζεται ακόμη εις αρκετόν ύψος από των θεμελίων του και είναι, εις την βάσιν του τουλάχιστον, αναμφισβητήτως μεσαιωνικός. Τι άλλο επροστάτευεν ο ισχυρός αυτός πύργος θα ίδωμεν κατωτέρω.

Το δίδυμον ή δικέφαλον κάστρον των Ιωαννίνων δεν εχρειάζετο πολλάς οχυρώσεις και υψηλά τείχη εις τας πλευράς του εκείνας, τας οποίας επροστάτευεν η λίμνη. Ο λαιμός όμως, ο οποίος συνέδεε την ξηράν με την χερσόνησον του κάστρου, είχεν αποκοπεί ασφαλώς, όπως και επί Αλή-πασά, με τάφρον, και επροστατεύετο με τείχη και πύργους. Εις αυτό το σημείον ακριβώς ευρίσκεται ογκώδης τετράπελυρος πύργος, τον οποίον συναντά δεξιά του ο εισερχόμενος δια της σημερινής κεντρικής πύλης του κάστρου, ενσωματωμένον εις το τείχος του 1815, αλλά και εξέχοντα αυτού εμφανώς, διακρινόμενον δε ευχερώς λόγω του μεγάλου τοξωτού ανοίγματος, της βυζαντινής τοιχοδομίας του κτλ. Η επ’ αυτού επιγραφή Θωμάς μαρτυρεί ότι ο πύργος ανηγέρθη υπό δεσπότου Θωμά, τον ΙΔ΄ αιώνα [3].

Αλλ’ αν από τας παλαιοτέρας οχυρώσεις του κάστρου δεν απέμειναν παρά μόνον τα ανωτέρω επισημανθέντα ολίγα λείψανα (μικρόν τμήμα τείχους με πυλώνα και πύργον παρά την βορειοδυτικήν ακρόπολιν, και ο πύργος του Θωμά παρά την σημερινήν κεντρικήν πύλην του φρουρίου), από τα άλλα κτίσματα που υπήρχαν εντός του μεσαιωνικού κάστρου (ανάκτορα, ναοί, μοναί, κωδωνοστάσια, τάφοι κτλ.) δεν διεσώθη ούτε ίχνος!

Την εξαφάνισιν των μνημείων και την έλλειψιν αρχαιολογικών ευρημάτων αναπληρώνουν αι σχετικαί πληροφορίαι ιστορικών και άλλων πηγών, εκδεδομένων και ανεκδότων, των οποίων επιχειρούμεν μίαν πρώτην συναγωγήν.


[1] Η αυξομείωσις της στάθμης των υδάτων της λίμνης δεν εξηρτάτο μόνον από την αυξομείωσιν των βροχοπτώσεων, αλλά κυρίως από την ομαλήν ή ανώμαλον λειτουργίαν των καταβοθρών και των άλλων αποχετευτικών διεξόδων, δια των οποίων μέχρι σήμερον διοχετεύονται προς διαφόρους κατευθύνσεις τα πλεονάζοντα ύδατα του λεκανοπεδίου• βλ. Κ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Η λίμνη Παμβώτις, Ηπειρ. Εστία 3 (1954) σ.460-466. Εις προσφάτους σχετικώς χρόνους, το 1684/5, κατά τινα σωζομένην ενθύμησιν, η στάθμη της λίμνης ανήλθεν εις τόσον ύψος, ώστε τα ύδατα κατέκλυσαν τα παραλιμνίους συνοικίας και έφθασαν μέχρι του σημερινού μητροπολιτικού ναού! Βλ. Μητροπολίτου ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Νέος Κουβαράς, ήτοι χρονικά σημειώματα κλπ., Ηπειρ. Χρονικά 4 (1929) σ.19• πρβλ. Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΥ, Χρονογραφία της Ηπείρου, Αθ. 1856-7, τ.Β΄σ.224. —Πλην της υποχωρήσεως των υδάτων, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν αι συνεχείς προσχώσεις, αι οποίαι αλλοιώνουν εις πολλά σημεία την μορφήν των οχθών της λίμνης. Οι υπερκείμενοι της πόλεως γυμνοί λόφοι κατεβάζουν με τας καταρρακτώδεις βροχάς τόσην ύλην, ώστε είναι εύκολον να παρακολουθεί κανείς πώς αι σχηματιζόμεναι προσχώσεις μεταβάλλουν βαθμηδόν τας ελώδεις όχθας της λίμνης εις στερεόν έδαφος.

[2] Πρβλ. Α ΞΥΓΓΟΠΟΥΛΟΥ, Μεσαιωνικά μνημεία Ιωαννίνων, εις Ηπειρωτ. Χρονικά 1 (1962) σ.295, β. ΠΥΡΣΙΝΕΛΛΑ, Ιστορία της πόλεως των Ιωαννίνων — Η ίδρυσις των Ιωαννίνων και η ονομασία αυτών, Ιωάννινα 1959, σ.39 [=Ηπειρ. Εστία 8, 1959, σ.533]. — Ελπίζω κάποτε η Αρχαιολογική Υπηρεσία και ο Δήμος ν’ απαλλοτριώσουν και να κατεδαφίσουν μερικά πρόχειρα (και πιθανόν αυθαίρετα) κτίσματα ή οικίσκους που ακκουμβούν εις το βυζαντινόν τείχος, αριστερά του πυλώνος, ώστε ν’ απελευθερωθεί αι ν’ αναδειχθεί κάπως το τειχόκαστρον αυτό που απεμόνωνεν άλλοτε την ακρόπολιν.

[3] Α. ΟΡΛΑΝΔΟΥ, Εκ του βυζαντινού κάστρου των Ιωαννίνων, Ηπειρ. Χρονικά 5 (1930) σ.7-8. —Περί της επιγραφής κατωτέρω, σ.506.


Λέανδρος Βρανούσης, Ιστορικά και Τοπογραφικά του Μεσαιωνικού κάστρου των Ιωαννίνων, Αθήναι, 1968, σ. 7-10.