Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης των Δοκιμών έλεγα: «… θα ήθελα να είχα συμπεριλάβει σ’ αυτό τον τόμο μια “δοκιμή” για τον Καβάφη, που απασχόλησε τόσο πολύ τη γενεά μου. Μια μελέτη για τον Αλεξανδρινό ποιητή, σαν ένα σημάδι ενός σύγχρονου κόσμου που σβήνει και σαν τον τελευταίο εκπρόσωπο μιας μακρόχρονης ελληνικής παράδοσης που έσβησε (εννοώ τη “λογία” ελληνική παράδοση), θα συμπλήρωνε κάπως τη μισοτελειωμένη εικόνα που δίνω στις ακόλουθες σελίδες. Είχα αρχίσει μια τέτοια εργασία, αλλά δεν ξέρω αν θα φτάσει ποτέ στο τέλος. Λυπούμαι, γιατί νομίζω πως ο Καβάφης είναι το σημείο όπου μια παράδοση νεκρών “καταναλίσκεται” μέσα στη ζωή, και λυπούμαι ακόμη γιατί αισθάνομαι πως κάτι χρωστούσα ν’ ανταποδώσω στην Αλεξάνδρεια».

Αυτά έγραφα τα Χριστούγεννα του ’43. Τώρα οι Δοκιμές περιέχουν κάμποσες σελίδες για τον Καβάφη, όμως η εργασία που μνημόνευα δεν έφτασε ποτέ στο τέλος, τουλάχιστο όπως το φανταζόμουν αρχίζοντάς την.

Ήρθα αργά στον Αλεξανδρινό. Σαν ιδιοσυγκρασία ήταν πολύ διαφορετικός από εμένα. Και σήμερα ακόμη, όταν τον συλλογιστώ, βρίσκω πως μπροστά του είμαι ένας πελαγίσιος που πάει να μιλήσει μ’ έναν πολύ γραμματισμένο κύριο, μέσα σε μια μισοφωτισμένη βιβλιοθήκη με πολύτιμα χαλιά. Μου έτυχε κάπου-κάπου, μελετώντας τον παράξενο αυτόν άνθρωπο, να ψιθυρίσω: καιρός να πάμε να πάρουμε τον αέρα μας στη θάλασσα. Το παρελθόν μου είναι άλλο και, όπως ειπώθηκε: «μονάχα ένα όμοιο παρελθόν μπορεί να κάνει όμοιες τις ψυχές». Η «Θάλασσα του πρωιού» δεν είναι η δική μου. Παιδί, έζησα πολύ στο ύπαιθρο· οι κομψές εκφράσεις ηχούσαν κωμικά στ’ αυτιά μου· στην ηλικία που μαθαίνει κανείς να διαβάζει, είχα στα χέρια μου Πάλλη και Ψυχάρη· οι καθαρευουσιάνοι ήταν οι αντίπαλοι· ο πατέρας μου ήταν δημοτικιστής. Θυμούμαι, δέκα χρονώ, πρώτη φορά που με πήγαν στο Θέατρο, στη Σμύρνη, τα σφυρίγματα και τους γλωσσαμύντορες να χτυπιούνται με τους άλλους θεατές· η Κυβέλη και ο Παπαγεωργίου παίζαν Οιδίποδα Τύραννο, μετάφραση του Στέλιου Σεφεριάδη, σε ριμαρισμένους δεκαπεντασύλλαβους. Όσο και να ψάχνω μέσα μου, δεν είμαι διόλου Φαναριώτης.

Με τέτοια προηγούμενα και με την αρκετά ταραγμένη ατμόσφαιρα που έζησα αργότερα μέσα και έξω από την Ελλάδα, δεν είναι περίεργο που δεν ένιωσα την έλξη του Καβάφη. Υπήρχε, νομίζω, κι άλλος ένας λόγος. Ως τις μέρες που βγήκε η πρώτη έκδοση σε βιβλίο των ποιημάτων του, δεν είχα παρά μια πολύ κομματιαστή θέα του έργου του, από σποραδικά μονόφυλλα, αναδημοσιεύσεις σε περιοδικά, ή προφορικές μνείες, που κυκλοφορούσαν τις περισσότερες φορές στα χείλια ζηλωτών ή χαμηλών μιμητών. Οι λαοφιλέστεροι στίχοι του δε με τραβούσαν, και μ’ ενοχλούσαν οι λίβελλοι και οι πανηγυρισμοί που άκουγα γι’ αυτόν.

Ωστόσο μου έστειλε μια βιβλιοδετημένη σειρά μονόφυλλα, του 1907-1915 α δε γελιέμαι, και του έστειλα τη Στροφή, όταν εβγήκε. Τα πράγματα δεν άλλαξαν πάρα πολύ. Έτσι ως το χειμώνα ’36-37. Υπηρετούσα τότε στην Κορυτσά· πολλές φορές το χιόνι έκλεινε τα περάσματα και δε λάβαινα γράμματα μήτε εφημερίδες για δυο και τρεις εβδομάδες· είχα ήσυχες ώρες και είχα επιτέλους ολόκληρο το έργο του. Τότε κάθησα για πρώτη φορά να τον μελετήσω με κάποιο σύστημα. Προχωρούσα, θυμάμαι, πολύ σιγά, πολύ εμπειρικά, κοιτάζοντας να ιδώ ποιοι στίχοι του μπορούσαν ν’ αγκιστρωθούν στη μνήμη μου· οι περισσότεροι ήταν από τα μεσαία ή τα τελευταία ποιήματά του. Στο τέλος καταπιάστηκα μια μελέτη για τα Νέα Γράμματα. Στα χαρτιά μου της εποχής εκείνης βρίσκω τούτη τη σημείωση: «Αν ήμουν μεγαλύτερος, θα είχα ίσως αγαπήσει περισσότερο τον Καβάφη· αν ήμουν νεότερος, θα μ’ ενδιέφερε ίσως λιγότερο». Μετατέθηκα· η μελέτη έμεινε μισοτελειωμένη· μπαίναμε στις παραμονές του πολέμου· πέρασε ο καιρός.

Ξανασυλλογίστηκα τον Καβάφη το Μάη του ’41, όταν, επιβάτης από την Κρήτη, πρωταντίκρισα την Αίγυπτο στο Πορτ Σαΐντ. Ήτανε σκοτεινές οι ώρες· έγραφα στο ημερολόγιό μου:

«Παρασκευή, 16 Μάη. —Αίγυπτος, η χαμηλή γης. Η πιο χαμηλή που είδα ποτέ μου· κανένα βουνό στον ορίζοντα. Τα ψηλότερα πράγματα που βλέπεις καθώς πλησιάζεις είναι τα καράβια και τα σπίτια. Κίτρινη θάλασσα· η θάλασσα του Πρωτέα, και μέδουσες, πολλές μέδουσες· ένα έντονο γαλάζιο. Πού να είναι ο Αντωνίου;… Και ο Ελύτης;… Το αντιτορπιλικό που βγήκε να μας οδηγήσει είναι ελληνικό· τα ξύλινα τείχη μας, τώρα. Μερικοί από μας φωνάζουν: “Αέρα!…”, κι οι ναύτες του μας αποκρίνουνται: “Αέρα!…” Το λιμάνι γεμάτο καράβια, γεμάτο ζωή. Ένας Νεοζηλανδός αξιωματικός παίζει στο μηχανικό πιάνο του σαλονιού τη σονάτα “Clair de lune”. Παράξενη μουσική κάτω από τούτο τον ήλιο· ξεκρέμαστη, όπως αρχίζει να γίνεται η ζωή μας. Συλλογίζομαι τον Καβάφη καθώς προσέχω τη χαμηλή τούτη χώρα. Τέτοια είναι η ποίησή του· πεζή, σαν τον απέραντο κάμπο μπροστά μας· δεν ανεβοκατεβαίνει· περπατά· τον καταλαβαίνω καλύτερα τώρα και τον εκτιμώ γι’ αυτό που έκανε. Ξαφνίζομαι· λέω πως είμαι κι εγώ σαν τον Νεοζηλανδό με τη μηχανική μουσική του. Έξω καιρού και τόπου. Αλλά ρωτιέμαι: αν ένας μπακάλης συλλογιζότανε τα φασόλια του και τους καφέδες του, τέτοιες ώρες, θα ήταν άραγε το πράγμα για ξάφνιασμα; Ο ποιητής Φερνάζης.»

Ήρθα στις καβαφικές επαρχίες, με τον καημό του πρόσφυγα· στην Αλεξάνδρεια βρήκα μια πρωτεύουσα που μιλούσε ακόμη ελληνικά, μιαν οριακή πρωτεύουσα, όπως η παλιά Σελεύκεια επί του Τίγρη· έναν ελληνικό λαό που είχε τον ποιητή του· ο ίσκιος του δεν είχε χαθεί ολότελα από τους δρόμους και τα κέντρα της· έναν διαφορετικό ελληνικό κόσμο ίσως, αλλά ήταν ο μόνος που μου έμενε ως την απελευθέρωση του τόπου. Και αλήθεια, τώρα που αναλογίζομαι τους πικρούς εκείνους καιρούς, νομίζω πως μπορώ να πω πως οι καλύτερες μέρες που έζησα στα τριάμισι χρόνια της εξορίας μου, ήταν οι λίγες αλεξανδρινές. Δώδεκα χρόνια αργότερα, περαστικός με το καράβι, κατέβηκα πάλι στην Αλεξάνδρεια και τριγύρισα λίγο στους αλλοτινούς δρόμους· η γοητεία είχε στεγνώσει· πλάι στον αριθμό 10 της Rue Lepsius μια μεγάλη στοίβα σκουπίδια· η πόλις του Καβάφη είχε φύγει.

Από τις τρεις ή τέσσερις εβδομάδες που έμεινα την πρώτη φορά στην Αλεξάνδρεια ξεκίνησαν οι σελίδες που δημοσιεύω παρακάτω. Είναι τα αποσπάσματα μιας μακρύτερης εργασίας που άρχισα στην Πρετόρια τον Οχτώβρη του ’41. Νομίζω πως το πιο αποφασιστικό κίνητρό της ήταν η λαχτάρα του πρόσφυγα, ίσως, πιο σωστά, η νεύρωση του εξόριστου. Με κάποιον τρόπο υπήρχε ένα πεισματικό στοίχημα σ’ αυτή την υπόθεση. Αντιγράφοντας, καθώς έτυχε, τα ποιήματα του Καβάφη, τα σχολίαζα ένα προς ένα με λεπτολογία μοναστηρίσια κάποτε· ήθελα να κάνω ένα βιβλίο μ’ αυτά τα σχόλια. Ήταν μια βοήθεια για να ζω ακόμη στον τόπο που μου έλειπε· έπειτα, κουβέντιαζα μ’ ένα μάστορα για την τέχνη του, στη γλώσσα μου, την πολιορκημένη. Η δουλειά δεν ήταν πολύ εύκολη· μου έλειπαν τα βιβλία· ο παπάς της εκκλησίας μου είχε δανείσει την Ιστορία του Παπαρρηγόπουλου, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη είχα βρει έναν Φιλόστρατο, αλλά γύρευα τόσα ακόμη. Τώρα λέω πως είναι καλύτερα που δεν τα βρήκα· δεν είμαι βέβαιος αν είναι πάντα ωφέλιμα τα βοηθήματα που νομίζουμε πως μας χρειάζουνται. Ωστόσο η πρώτη γραφή ήταν πολύ προχωρημένη όταν έφυγα, μετά πέντε μήνες, στο Κάιρο. Τα χειρόγραφά μου δεν τα ξανάπιασα ως το τέλος του ’46. Τότε τα ξανακοίταξα και συμπλήρωσα όσα κομμάτια μπορούσα με περικοπές κειμένων και παραπομπές. Τα είδα μια-δυο φορές ακόμη ως την αρχή του ’50, και θα τα είχα καταστρέψει αν λίγα πρόσωπα δε με παρακινούσαν επίμονα να τα δημοσιέψω· ίσως να είναι σωστό πως η αυστηρή σιωπή, όπως και άλλες πιο διαχυτικές εκδηλώσεις, μπορεί να σημαίνει ότι αποδίδουμε υπερβολική σημασία στον εαυτό μας. Το μόνο που θέλω να προσθέσω είναι ότι δεν μπόρεσα να ενημερώσω βιβλιογραφικά τα κείμενά μου, δηλαδή από το ’47 ή ’48 και πέρα, ή να σημειώσω πράγματα που ίσως να έχουν ειπωθεί από άλλους. Παρακαλώ να με συμπαθήσουν όσους κανονικά θα έπρεπε να είχα αναφέρει· όπως η Αλεξάνδρεια, είχε φύγει και ο καιρός του Καβάφη για μένα.

Γιώργος Σεφέρης, «Ακόμη λίγα για τον Αλεξανδρινό» (1960), Δοκιμές, Ίκαρος 1984, τ. 1, σ. 364-369.