Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Καθώς είχα εξαντλήσει όλα σχεδόν τ’ αξιοθέατα της Κωνσταντινούπολης, πήρα την απόφαση να πάω να περάσω λίγες μέρες στα Πριγκηπονήσια, ένα μικρό αρχιπέλαγος σπαρμένο στη θάλασσα του Μαρμαρά, στην είσοδο του Βοσπόρου, που θεωρείται τόπος διαμονής πολύ ωφέλιμος για την υγεία και πολύ θελκτικός. Τα νησιά αυτά είναι επτά: η Πρώτη, η Αντιγόνη, η Χάλκη, η Πρίγκιπος, η Νέανδρος, η Οξεία, η Πλάτη και δυο τρία άλλα νησάκια που δεν υπολογίζονται. Η Πρίγκιπος είναι η πιο μεγάλη και η πιο πολυσύχναστη από τούτα τα θαλάσσια λουλούδια που φωτίζει ο πρόσχαρος ήλιος της Ανατολίας και ριπίζουν οι δροσερές αύρες του πρωινού και του απόβραδου. Φτάνει κανείς εκεί με αγγλικά ή τουρκικά ατμόπλοια σε μιάμιση σχεδόν ώρα. Το τουρκικό πλοίο που είχα διαλέξει είχε έναν ασυνήθιστο μηχανισμό που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί πουθενά: το έμβολο, που προεξείχε στο κατάστρωμα, ανεβοκατέβαινε σαν πριόνι που το χειρίζονταν δυο πριονιστές. Παρά την ιδιορρυθμία αυτή, το αγγλικό πλοίο μάς προσπέρασε, και δικαίωσε πλήρως το όνομα Swan που ήταν γραμμένο πάνω στην πρύμνη του με χρυσά γράμματα: το λευκό σκαρί του έσκιζε πράγματι το νερό σαν κύκνος.
Η ακτή της Πριγκίπου προβάλλει, όπως έρχεται κάνεις από την Κωνσταντινούπολη, με τη μορφή μιας ψηλής όχθης με κοκκινωπά κατσάβραχα, πάνω στην οποία δεσπόζει μια σειρά σπιτιών· ξύλινες κλίμακες ή απότομα μονοπάτια, που διαγράφουν οξείες γωνίες, κατηφορίζουν από τον γκρεμό στη θάλασσα, που πλαισιώνεται από ξύλινες καμπίνες για τους λουόμενους. Μια εκπυρσοκρότηση αναγγέλλει ότι το ατμόπλοιο είναι ενόψει, και αμέσως ένας στόλος από καΐκια και λέμβους ξεκολλάει από την ξηρά για να προϋπαντήσει τους επιβάτες, γιατί η ρηχότητα των νερών δεν επιτρέπει στα πλεούμενα με μεγάλη καρίνα να πλησιάσουν.
Είχα κλείσει δωμάτιο εκ των προτέρων στο μοναδικό πανδοχείο του νησιού: ένα δροσερό και καθαρό ξύλινο σπίτι, κάτω από τη σκιά ψηλών δέντρων, και με παράθυρα που είχαν άπλετη θέα στη θάλασσα ως τ’ ατέρμονά βάθη του ορίζοντα.
Απέναντι διέκρινα το νησί της Χάλκης, με το τουρκικό χωριό της να καθρεφτίζεται στη θάλασσα και μ’ ένα ελληνικό μοναστήρι στην κορυφή του βουνού της. Το νερό πλατάγιζε στη βάση του γκρεμού όπου είχε κουρνιάσει το πανδοχείο, και μπορούσε κανείς να κατέβει εκεί με παντόφλες και με μπουρνούζι για να κάνει ένα απολαυστικό μπάνιο πάνω σ’ έναν αμμουδερό βυθό που εκτεινόταν αρκετά μακριά.
Στην τραπεζαρία, όπου η εξυπηρέτηση ήταν άψογη, ερχόταν και καθόταν μεγαλόπρεπα μια κυρία· πίσω της στεκόταν ένας επιβλητικός έλληνας υπηρέτης με στολή παλικαριού, όλη με χρυσά και ασημένια κεντίδια, που υπηρετούσε την κυρία του με μια σοβαρότητα αντάξια άγγλου υπηρέτη. Αυτός ο χαρακτηριστικός λεβέντης, πιο κατάλληλος για να γεμίζει κοντόκανα όπλα και καραμπίνες πίσω από ένα βράχο πάρα για ν’ αλλάζει σερβίτσια, προξενούσε αλλόκοτη εντύπωση, και θαρρώ ότι ποτέ κανείς δεν έχει βάλει κρασί σε ποτήρι με τόση μεγαλοσύνη. Οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι υπηρεσίες του δεν περιοριζόταν μόνο σ’ αυτό, αλλά πρέπει πάντα να πιστεύεις μονάχα τα μισά απ’ όσα λένε.
Το απόβραδο, στον περίπατο που γινόταν στον στενό χώρο ανάμεσα στα σπίτια και την ακτή, οι Αρμένισσες και οι Ελληνίδες συναγωνίζονταν στα λούσα: τα πιο βαριά και τα πιο πλούσια μεταξωτά φορέματα ξεδίπλωναν εκεί τις πολλαπλές πτυχές τους· τα διαμάντια στραφτάλιζαν στις αχτίδες της σελήνης και τα γυμνά μπράτσα ήταν φορτωμένα με τεράστια χρυσά βραχιόλια με πολλές αλυσίδες, ιδιαίτερο στολίδι της Κωνσταντινούπολης, που καλά θα έκαναν να αντιγράψουν οι κοσμηματοποιοί μας, γιατί δίνει λυγεράδα στον καρπό και κολακεύει το χέρι.
Οι αρμενικές οικογένειες είναι το ίδιο γόνιμες με τις αγγλικές, και δεν είναι καθόλου σπάνιο να δει κανείς μια πληθωρική κυρά ν’ ακολουθεί τέσσερις πέντε κόρες, τη μια πιο όμορφη από την άλλη, και αλλά τόσα ζωηρά αγόρια· οι ποικίλες κομμώσεις, τα τολμηρά μπούστα, χαρίζουν στον περίπατο την όψη ενός υπαίθριου χορού· ξεχωρίζουν κάποια παριζιάνικα καπέλα, όπως στο Πράδο της Μαδρίτης, αλλά ελάχιστα.
Μες στα καφενεία, που όλα έχουν μπαλκόνια με θέα τη θάλασσα, τρώνε παγωτά φτιαγμένα από το χιόνι του Ολύμπου της Βιθυνίας, ρουφούν καφέ σε φλιτζανάκια που συνοδεύονται από ποτήρια με νερό, και καίνε ταμπάκο με όλους τους δυνατούς τρόπους· τσιμπούκι, ναργιλές, πούρα, τσιγάρα, τίποτα δε λείπει· η χρωματιστή φιγούρα του Καραγκιόζη αποχαλινώνεται πίσω από τη διαφανή οθόνη και λέει τις βωμολοχίες της υπό τον ήχο του ντεφιού.
Πότε πότε, μια γαλάζια αντανάκλαση σαν εκείνη του ηλεκτρικού φωτός έρχεται να φωτίσει αλλόκοτα μια πρόσοψη σπιτιού, μια συστάδα δέντρων, μια παρέα διαβατών· όλοι στρέφονται, την κοιτάζουν και χαμογελούν: κάποιος ερωτευμένος καίει ένα βεγγαλικό προς τιμήν της ερωμένης του ή της μνηστής του. Πρέπει να υπάρχουν πολλοί ερωτευμένοι στην Πρίγκιπο, γιατί πριν προλάβει να σβήσει ένα φως άναβε άλλο. Λέγοντας ερωμένη, εννοείται, με τη σημασία της παλιάς γαλαντομίας, γυναίκα που την περιποιούμαστε για να την κάνουμε να μας αγαπήσει με πρόθεση να την παντρευτούμε, και όχι κάτι άλλο, γιατί τα ήθη εδώ είναι πολύ αυστηρά.
Σιγά σιγά όλοι επιστρέφουν σπίτια τους, και προς τα μεσάνυχτα όλο το νησί παραδίδεται σ’ έναν ειρηνικό και μακάριο ύπνο. Ο περίπατος αυτός και τα θαλάσσια μπάνια αποτελούν τις τέρψεις της Πριγκίπου· για να τους δώσω κάποια ποικιλία, έκανα μαζί μ’ έναν αξιαγάπητο νεαρό που είχα γνωρίσει στην τραπεζαρία μια μεγάλη εκδρομή με γαϊδούρια στο εσωτερικό του νησιού. Διασχίσαμε πρώτα την αγορά του χωριού, χάρμα οφθαλμών, με ποικιλόμορφα αγγούρια, καρπούζια και πεπόνια Σμύρνης, ντομάτες, καυτερές πιπεριές, σταφύλια και ασυνήθιστα προϊόντα· ύστερα ακολουθήσαμε με τη θάλασσα πότε από κοντά και πότε από μακριά, μέσα από φυτείες δένδρων και καλλιεργημένους αγρούς, και φτάσαμε στο σπίτι ενός παπά, μεγάλου καλοζωιστή, που έβαλε μια όμορφη κόρη να μας κεράσει ρακί και ποτήρια με παγωμένο νερό· κατόπιν, κάνοντας τον γύρο του νησιού, φτάσαμε σε ένα παλιό ελληνικό μοναστήρι, μάλλον ρημαγμένο, που χρησίμευε τώρα για άσυλο τρελών.
Τρεις τέσσερις φουκαράδες, ρακένδυτοι, πελιδνοί και σκυθρωποί, σέρνονταν κατά μήκος των τοίχων, με τις σιδερένιες αλυσίδες τους να κροταλίζουν, μέσα σε μία ηλιόλουστη αυλή. Μας έδειξαν στο βάθος του παρεκκλησιού, με αντάλλαγμα λίγα γρόσια για μπαξίσι, κάτι άσχημες εικόνες με χρυσό φόντο και μαυριδερά πρόσωπα, σαν αυτές που φτιάχνουν στον Άθω, πάνω σε βυζαντινά πρότυπα, προορισμένες για την ελληνική λατρεία· η Παναγία φαινόταν, όπως είθισται, με μελαμψό πρόσωπο και χέρια, μέσα από το περίγραμμα ενός ασημένιου ή επιχρυσωμένου πλαισίου, και το παιδί, ο Ιησούς, πρόβαλλε σαν νεγράκι μες στο φωτοστέφανό του με τα τρία τόξα. Ο άγιος Γεώργιος, πολιούχος του τόπου, κατατρόπωνε τον δράκο στην καθιερωμένη στάση.
Η θέση του μοναστηριού είναι θαυμάσια: καταλαμβάνει την κορυφή ενός κρηπιδώματος από βράχια, και πάνω από τα δώματά του η ρέμβη μπορεί να βυθιστεί μες στο απεριόριστο βαθυγάλανο του ουρανού και της θάλασσας. Δίπλα στη μονή, μισοβουλιαγμένα θολωτά ορύγματα δείχνουν ότι το μοναστήρι κάλυπτε άλλοτε πολύ μεγαλύτερη έκταση και ότι είχε άλλη διάταξη.
Επιστρέψαμε από έναν άλλο δρόμο, πιο άγριο, μέσα από συστάδες μύρτων, δέσμες τερέβινθων και πεύκων που φυτρώνουν φυσικά, και που οι κάτοικοι κόβουν για να κάνουν καυσόξυλα, και φτάσαμε στο χάνι, προς μεγάλη ικανοποίηση των γαϊδουριών μας, τα οποία χρειαζόταν να σπιρουνίζουμε και να βιτσίζουμε δυνατά για να μην τα πάρει ο ύπνος στη διαδρομή, γιατί είχαμε κάνει το σφάλμα να μην πάρουμε μαζί μας τον γαϊδουρολάτη, πρόσωπο αναντικατάστατο σε καραβάνι τέτοιας λογής, καθώς τα ανατολίτικα γαϊδούρια περιφρονούν πολύ τους αστούς και μένουν εντελώς ασυγκίνητα στις ξυλιές τους.
Τέσσερις πέντε μέρες αργότερα, αφού απόλαυσα αρκούντως τις τέρψεις της Πριγκίπου, έφυγα για να κάνω μια εκδρομή στον Βόσπορο, από την άκρα του σεραγιού ως την είσοδο της Μαύρης Θάλασσας.

Θεόφιλος Γκωτιέ, Κωνσταντινούπολη, μτφ. Έρση Μπομπολέση, Καστανιώτης, 1998, σ. 330-334.