Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Οι στάχτες της Σμύρνης

  • Η καταγραφή δεν είναι συνδεδεμένη σε κάποια τοποθεσία

«Προδότες, δώστε μας νερό, προδότες!»

Δυο φορές τη μέρα, ο Δημήτρης διέσχιζε την πλατεία για να μπει σ’ ένα αποχωρητήριο πίσω απ’ το κτίριο του Κονάκ, ψαχούλευε μια σχισμάδα κάτω απ’ το περβάζι του παράθυρου κι έβγαζε έναν φάκελο. Την αυγή είχε πάρει ένα κλεμμένο αντίγραφο της έκθεσης της αεροπορικής αναγνώρισης, και το βράδυ μια περίληψη των συζητήσεων με τον Υπουργό Ναυτικών και τον Υπουργό Αμύνης.

Φέρνοντας τα χαρτιά στο φως, συνοφρυώθηκε βλέποντας το αντίγραφο των συζητήσεων. Ξαναδιάβασε δυο φορές την τελευταία γραμμή, το συμπέρασμα: «Αυτοί φώναξαν: «Θα πεθάνουμε πριν εγκαταλείψουμε την Μικρά Ασία!». Τελικά, υπογράμμισε τη λέξη «αυτοί», έβαλε τη σφραγίδα «Υπολοχαγός Δ. Καλαποθάκης, 1η Μεραρχία», μονόγραψε κάθε σελίδα, έγραψε στο τέλος «να κρατηθεί για το δικαστήριο» και παραμέρισε το πακέτο. Αφού στάθηκε για μια στιγμή, με σφιγμένα τα χείλια, πρόσθεσε μια σημείωση στο πίσω μέρος μιας πλευράς έντυπης επίταξης: «Γαληνός: Ο γιατρός είναι έτοιμος να εκτελέσει την επέμβαση. Κ.».

Ένας ταχυδρόμος, που διάτρεχε την πόλη σαν έντομο που γονιμοποιεί τα μπουμπούκια, θα παραλάβαινε τα χαρτιά σε μια ή δυο ώρες. Έλεγαν πως ήταν υπάλληλος σε ξενοδοχείο, ένας εξαθλιωμένος μικρόσωμος κομμουνιστής από την Αλεξάνδρεια, ευκίνητος σαν κουνούπι. Όσο για τον «Γαληνό» -ποιος μπορούσε να πει; Ένας αξιωματικός, ίσως ταγματάρχης η συνταγματάρχης, με σλαβικό συνωμοτικό ταλέντο. Ο «Γαληνός» φρόντιζε να εξασφαλίζει με καρμπόν αντίγραφα της μυστικής αλληλογραφίας του Γενικού Επιτελείου. Τις λίγες τελευταίες μέρες είχε γίνει αλαζονικός: άρχισε να αναθέτει καθήκοντα, να ακυρώνει διαταγές και να κρύβει πληροφορίες. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν καθόλου καθορισμένο ποιος θα καθοδηγούσε το κίνημα. Ο ίδιος ο Δημήτρης, επιστρέφοντας τα ξημερώματα στους στρατώνες, ένιωσε ένα κύμα φιλοδοξίας που έκανε τα ρουθούνια του να τεντωθούν σαν την κουκούλα της κόμπρας.

Η σκάλα ήταν άδεια και το νευρικό ράμφισμα της γραφομηχανής αντηχούσε στο διάδρομο. Μια ορντινάτσα μπουσουλούσε μέσα σ’ ένα λαβύρινθο από μισογεμάτα κουτιά. […]

Ο ήλιος βρισκόταν στο ζενίθ του. Το λιθόστρωτο έκαιγε κάτω απ’ τα πόδια του. Σκουπίζοντας τον ιδρώτα απ’ το κεφάλι του, πέρασε απ’ τον Άγιο Δημήτριο και απ’ τα Αρμένικα μουσικά κέντρα στην γειτονιά του Σταθμού Μπασμαχaνέ. Ακριβώς όταν έγινε μεσημέρι, ενώ αντηχούσε η φωνή τού μουεζίνη που καλούσε τους Μουσουλμάνους σε προσευχή, έφτασε εξαντλημένος στου Καστρίτη, στο σπίτι ενός εμπόρου νεφτιού, σε μια λεωφόρο που βρισκόταν ανάμεσα στον σταθμό και στο Ναό του Ευαγγελισμού. Αλλά το βρήκε γεμάτο φοβισμένες ανιψιές, θείες και ξαδέρφες, που είχαν φύγει απ’ την Μανίσα και την Ούρλα, κουβαλώντας τα υπάρχοντά τους σε τεράστια ξύλινα μπαούλα για τις προίκες, που ήταν στοιβαγμένα στους διαδρόμους. Όσο για τον έμπορο, αυτός είχε απ’ την προηγούμενη βδομάδα φύγει στη Χίο με την γυναίκα και τις κόρες του.

Βαδίζοντας με κόπο πίσω ξανά προς τον Σταθμό Μπασμαχανέ, ο Χρήστος ανάπνεε με δυσκολία. Η καρδιά του χτυπούσε με δύναμη, και τ’ αφτιά του κουδούνιζαν απ’ την ασυνήθιστη σιωπή των δρόμων. Σίγουρα, αυτό το αχάριστο κορίτσι, αυτή που κατάντησε πόρνη ενός Τούρκου, δεν άξιζε τέτοιες οδυνηρές προσπάθειες! Μπορούσε να βρει το δρόμο για τη Χίο μονάχη της, ντυμένη με τα ρούχα που φορούσε, με τα μαλλιά της σε φέσι και τα πόδια της σκεπασμένα με παντελόνια. Θα γύριζε πίσω να την στείλει στο δρόμο της… Όμως, όχι, δεν θάταν σωστό. Για χάρη του ονόματος των Τριγώνηδων, η Ελένη πρέπει να προφυλαχτεί από έναν καινούργιο εξευτελισμό. Η υπόληψη της οικογένειας αρκετά είχε λερωθεί. Η αξιοπρέπεια του χαρακτήρα και η σοβαρότητα της πειθαρχημένης συμπεριφοράς μπορούσαν να καλύψουν το κακό πούχε γίνει στην τιμή των γυναικών της.

Έτσι ο Χρήστος, συνέχισε με δυσκολία να περπατάει, μέσα σε ζοφερά στενοσόκακα κάτω από τζαμιλίκια που κρεμόντουσαν πάνω απ’ τους δρόμους και γύψινες αψίδες, σταματώντας εδώ κι εκεί για ν’ ανέβει μια σκάλα, για να χτυπήσει ένα κουδούνι και να περιμένει με το χέρι στ’ αφτί.

Πέρασε απ’ την οδό Τράσσα και την Μπέλλα Βίστα. Έτρεξε μέχρι την Λεωφόρο Αλιόττι, όπου η μυρουδιά της αρμύρας απλωνόταν πάνω απ’ τους βάλτους. Όμως κανείς δεν υπήρχε. Μόνο ανάπηροι, πρόσφυγες και ηλίθιοι είχαν απομείνει στη Σμύρνη, κρυμμένοι στα παραπήγματα που στοίβαζαν τον καπνό. Ο Χρήστος περιφέρθηκε γύρω απ’ τη Μορτάκια, πέρασε απ’ όλα τα κακόφημα δρομάκια πίσω απ’ το νοσοκομείο. Έφτασε ως τον Άγιο Ποιμένα, κοντά στο αρχαίο υδραγωγείο, και τέλος ξαναγύρισε προς την Μπασμαχανέ τόσο κουρασμένος που δύσκολα κρατιόταν στα πόδια του.

Όταν είχε αποκάμει πια απ’ την εξάντληση, σταμάτησε δίπλα σ’ ένα πηγάδι γεμάτο βρύα. Μπροστά απ’ τα μάτια του περνούσαν εικόνες της Ελένης, έτσι όπως την είδε βρώμικη μεσ’ στη γελοία φορεσιά της. Ένιωθε τρομερή ανάγκη ν’ απαλλαχτεί απ’ αυτήν την πόρνη, φαινόταν νάναι γι’ αυτόν μια φοβέρα, σα να έφερνε πάνω του το στίγμα της καταισχύνης της. Γιατί θάπρεπε να αισθάνεται υπεύθυνος για ότι αυτή είχε κάνει; Είχε περιφρονήσει την πατρική αγάπη του. Είχε απορρίψει τον εξαίρετο νεαρό αξιωματικό που ο πατέρας της τής είχε διαλέξει.

Έξαφνα, χτύπησε με την παλάμη του το μέτωπό του και είπε φωναχτά:

- Ω; τι βλακεία! Και γι’ άλλη μια φορά ξεκίνησε περνώντας απ’ την έρημη λαϊκή αγορά, προς την κατεύθυνση τώρα των στρατώνων.

Φτάνοντας στην Πλατεία Κονάκ, ένιωσε να κόβεται η ανάσα του και ζάρωσε δίπλα σ’ ένα τοίχο. Μια ατέλειωτη φάλαγγα ερχόταν κατεβαίνοντας την Προκυμαία. Αξιωματικοί και στρατιώτες, νομάδες και λιποτάχτες, άφηναν τους στρατώνες σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο σ’ ένα σύννεφο από σκόνη. Κοπάδια νεροβούβαλα τραβούσαν σπασμένα φορτηγά κάρα. Βόδια και γκαμήλες έσερναν σκουριασμένα πυροβόλα. Στα πλάγια της φάλαγγας, νοσοκομειακά αυτοκίνητα με το σήμα του Ελληνικού Γαλάζιου Σταυρού προχωρούσαν μπροστά, κορνάροντας ασταμάτητα και σκορπίζοντας γύρω τους τη χαρακτηριστική μυρουδιά του χλωροφορμίου.

Γύφτισσες με φούστες από κατακόκκινο βελούδο βάδιζαν με δυσκολία, ανακατεμένες με το πυροβολικό. Κατάδικοι των φυλακών της οδού Μαλτέζ είχαν προσκολληθεί στα βαγόνια της επιμελητείας, περιτριγυρισμένοι από στρατιώτες που είχαν χάσει την επαφή με τις μονάδες τους και που προχωρούσαν σέρνοντας τα τουφέκια τους πάνω στα λιθάρια, μυξοκλαίγοντας χωρίς ντροπή σαν κοριτσάκια.

Μερικοί φαντάροι, που θα πρέπει να είχαν έρθει με τρένο απ’ την Μανίσα ή το Αϊδίνι, φορούσαν κράνη και γκέτες στα πόδια. Και έφιπποι προχωρούσαν οι διοικητές τους, ποζάροντας σα να βρισκόντουσαν σε παρέλαση. Αλλά οι άλλοι στρατιώτες βάδιζαν κουτσαίνοντας, και φορώντας σανδάλια από ύφασμα τυλιγμένα με κουρέλια. Οι στολές τους ήταν κουρελιασμένες και γκρίζες απ’ τη σκόνη. Μερικοί φορούσαν τούρκικα καλπάκια από μαύρο μαλλί προβάτου. Άλλοι πάλι είχαν στο κεφάλι τους λουρίδες από βρώμικο στουπί, που έμοιαζε σαν στουπί που μόλις είχε βγει απ’ την κάννη του όπλου μετά από ένα καλό καθάρισμα. Οι αξιωματικοί είχαν πετάξει τις ζώνες τους και τους αορτήρες τους. Οι διοικητές συγκεντρώνονταν στ’ ανοιχτά αυτοκίνητά τους. Οι φαντάροι που είχαν αποκοπεί απ’ τις μονάδες τους έφερναν στο στόμα τους τ’ αδειανά παγούρια τους κι έγλειφαν τα χείλια τους με ξεραμένες γλώσσες.

Φυσιογνωμίες ύποπτες, γενειοφόροι, με μάτια κόκκινα και μαυρισμένοι απ’ τον καπνό, ακολουθούσαν προχωρώντας πίσω απ’ τη φάλαγγα. Οι πιο τολμηροί φορούσαν ασυνήθιστα ρούχα –παλιάς εποχής, κίτρινες μπότες, κεντητές ζώνες αρπαγμένες από μπαούλα που φυλάνε τα προικιά, κακοραμμένες Τούρκικες βράκες και μάλλινους μανδύες που φορούν οι Δερβίσηδες. Ένας άντρας που του έλειπαν τα δόντια κούναγε πέρα δώθε ένα μακρύ μπαστούνι στο οποίο είχε περάσει μιαν αρμαθιά βραχιόλια. Και οι σύντροφοί του κουβαλούσαν βαριές αρμαθιές χρυσά ναπολεόνια και μικρά ασημένια μεντζιντιγιές, χρυσά μαχμουντιγιές και τεράστια νομίσματα των πέντε λιρών γνωστά σαν μπεσιμπιργιερντέ, «πέντε σε ένα». Όταν όλοι αυτοί οι πλιατσικολόγοι αντίκριζαν αξιωματικό, έδειχναν τα δόντια σαν τους λύκους. Αλλ’ οι αξιωματικοί τους αγνόησαν από βαριεστιμάρα ίσως, από κάποιο συναίσθημα συνενοχής ή από αηδία.

Μεταξύ των στρατιωτών ούτε ένας στους πέντε δεν είχε τουφέκι.

- Προδότες, ψιθύρισε μέσα απ’ τα δόντια του ο Χρήστος. Εγκαταλείπετε την πατρίδα σας!

Ένα κύμα δάκρυα του γέμισαν τα μάτια και τον τύφλωσαν.

Ο Δημήτρης κι ο υπολοχαγός Μιχάλης Παππάς στεκόντουσαν δίπλα σ’ ένα παράθυρο του δευτέρου ορόφου. Καθώς η φάλαγγα περνούσε τους στρατώνες της Σμύρνης, πολλοί στρατιώτες σήκωναν τα κοκκινισμένα μάτια και κούνησαν τις γροθιές τους.

- Προδότες! Δώστε μας νερό. Προδότες! Πού κρύβεστε; Ο Δημήτρης τραβήχτηκε απ’ το παράθυρο για να μη δουν το πρόσωπό του. Θα ήταν πραγματική καταστροφή για την καριέρα του, να χαραχτεί τ’ όνομά του στην συνείδηση της κοινής γνώμης μαζί με τα ονόματα των ανικάνων αξιωματικών που είχαν χάσει τον πόλεμο.

Richard Reinhardt, Οι στάχτες της Σμύρνης, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1992, σ.423, 444-447