Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

ΣΜΥΡΝΗ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1922

Σιγά-σιγά ο λαός της Σμύρνης μάθαινε για την κρίση.

Στην αρχή κυκλοφόρησαν τρομαχτικές φήμες ότι ο στρατός είχε διαλυθεί και ο Μουσταφά Κεμάλ προχωρούσε ακάθεκτος με ορδές ιππικού. Ύστερα έφτασαν τα πολεμικά ανακοινωθέντα πως ο στρατός ήταν άθικτος και ανασυντάσσονταν δε νέα γραμμή για άμυνα. Τελικά, η πόλη κατακλύστηκε από αλλοπρόσαλλες ειδήσεις από τη Ρώμη και το Λονδίνο, φανταστικές ιστορίες σκαρώνονταν στα καφενεία και οι φυγάδες αφηγούνταν εξογκωμένα περιστατικά.

Ένα ατέλειωτο καραβάνι από ξύλινα κάρα άρχισε να μπαίνει στη Σμύρνη. Άντρες με κεφαλοπάνια ήταν σκαρφαλωμένοι πάνω σε κουρασμένα βόδια και οι γυναίκες κάθονταν πίσω, μισοθαμμένες μέσα σε ξεθωριασμένα στρωσίδια και έπιπλα, και κρατώντας παιδιά στην αγκαλιά τους. Παπάδες του χωριού έφταναν με κάρα φορτωμένα με ατλαζένια καλύμματα της Αγίας Τράπεζας, στεφάνια γάμων και ιερές εικόνες μαυρισμένες από τα κεριά και στολισμένες με κεντήματα και φύλλα ασήμι.

Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος κανόνιζε τις διανομές στους πρόσφυγες. Κάθε μέρα τριγύριζε στους δρόμους της φράγκικης συνοικίας, φορώντας μια βαριά χρυσή μίτρα και χρυσοποίκιλτα άμφια, και μοίραζε από μια μερίδα ρύζι και λάδι στις γυναίκες που ντάντευαν μωρά στη σκιά των κάρων. Οι καμπάνες της μητρόπολης καλούσαν σε παρακλήσεις, και ο μητροπολίτης άρχισε νηστεία καθαρμού.

Στα εστιατόρια της προκυμαίας, έβλεπες εμπόρους που ποτέ δεν είχαν φάει σε δημόσιο κέντρο να καταβροχθίζουν πιάτα με χορταρικά και λάδι, και να ζητάνε μακαρόνια, κολοκύθια και παντζάρια. Σταματούσαν στη μέση μιας γρήγορης συνομιλίας και ανασήκωσαν τα κεφάλια τους, θαρρείς για ν’ ακούσουν κάποιον μακρινό θόρυβο, ύστερα ξεσπούσαν σ’ ένα νευρικό γέλιο, έπαιρναν μια ανάσα, άδραχναν τα πιρούνια τους και άρχιζαν πάλι να καταβροχθίζουν άπληστα σαν πεινασμένες γάτες.

Οι δρόμοι, οι εκκλησίες και τα καφενεία της παραλίας ήταν γεμάτα μέρα-νύχτα. Υπήρχαν γενειοφόροι Έλληνες λιποτάχτες, ντυμένοι σαν διάκοι του χωριού. Χλωμοί Σύριοι που περνούσαν λαθραία όπιο, που το έκρυβαν στον πρωκτό τους. Μαλτέζοι με ψυχρά μάτια που άλλαζαν ένα εγγλέζικο διαβατήριο μ’ ένα δαχτυλίδι με διαμάντι, και οργισμένοι Ευρωπαίοι εμπορικοί αντιπρόσωποι που κουβαλούσαν τσάντες γεμάτες απλήρωτα τιμολόγια για εμπορεύματα που είχαν παραδώσει στον Ελληνικό Στρατό. Λαθρέμποροι από τη Σάμο αγόραζαν κιβώτια με τουφέκια και καϊκτσήδες από την Κρήτη νοίκιαζαν τα σκάφη τους σε τρομαχτικές τιμές.

Το λιμάνι γέμιζε και άδειαζε κάθε μέρα, στην προκυμαία ήταν στοιβαγμένες πυραμίδες από εμπορεύματα που προορίζονταν για την Ευρώπη. Οι εμπορικές συνοικίες μύριζαν σάπια φρούτα. Οι έξυπνοι έμποροι πούλησαν τα αποθέματά τους εισπράττοντας χρυσάφι και έκλεισαν τις πόρτες τους. Οι πλούσιοι, οι κυνηγημένοι και οι πονηροί άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη.

Όταν ο Χρήστος περπατούσε το ηλιοβασίλεμα στην πλατεία μπροστά στην παραλία, έβλεπε βαριά φορτωμένα κάρα να κυλούν με θόρυβο στην προκυμαία προς την κατεύθυνση του λιμανιού. Στο Πασαπόρτ, είδε έναν Ολλανδό και τη γυναίκα του, με ξανθά παιδιά στην αγκαλιά τους, και μπαούλα στα πόδια τους, πιο πίσω, έναν Έλληνα καπνοκαλλιεργητή, και εκατό μέτρα παραπίσω μια οικογένεια Τούρκων που το φανταχτερό πλούσιο παρουσιαστικό τους έδειχνε πως ήταν αντίθετοι με την επανάσταση της Άγκυρας. Οι άντρες φορούσαν κοστούμια από την Κωνσταντινούπολη και δερμάτινα παπούτσια, και οι γυναίκες, με φερετζέδες από λεπτή διαφανή μουσελίνα, είχαν μεταξωτά παρασόλια για να προφυλάγονται από το αντιφέγγισμα του ήλιου στη θάλασσα.

Άπιστοι! Νόμιζαν λοιπόν πως η Σμύρνη θα εξατμιζόταν; Μια πόλη που ίδρυσαν οι Αμαζόνες; Μια πόλη προορισμένη από τον Κύριο να φοράει ένα στέμμα ζωής;

Η Σμύρνη ποτέ δεν υπήρξε, σαν τη Ρώμη, έδρα εξουσίας, ή σαν τη Νέα Υόρκη, πύλη της ελπίδας, ή σαν το Παρίσι, μητέρα της μόδας, ή σαν το Μάντσεστερ, κατασκευαστής εφοδίων, ή σαν την Κωνσταντινούπολη, ουρά της πορφύρας των αυτοκρατόρων, ή σαν την Ιερουσαλήμ, λειψανοθήκη θρησκειών. Η Σμύρνη ήταν πάντοτε μια εμπορική πόλη, πραχτική κι αρπαχτική, που στραγγάλιζε τους ανταγωνιστές της, υποδούλωσε τους προμηθευτές της, κολάκευε τους πελάτες της.

Όταν ο Αλέξανδρος κυριαρχούσε στον κόσμο, όταν οι Βενετοί έστηναν τα εμπορικά πρακτορεία τους σ’ όλες τις ακτές, όταν οι Γιάνκηδες κουβαλούσαν τούρκικα χαλιά αμμωνία και τραγάκανθα στη Βοστώνη, η Σμύρνη ήταν ο αναγκαίος διάμεσος ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση: άκαρδη, πλούσια και χρήσιμη.

Γι’ αυτό και η Σμύρνη δεν θα χανόταν. Ο κόσμος δεν θα εγκατέλειπε το σιδηρόδρομό της, τα ορυχεία χρωμίου, τις γλυκόριζες, τους ξερούς καρπούς, τον αρωματικό καπνό, την προκυμαία της, το εργοστάσιο φωταερίου, τις ιεραποστολικές σχολές της. Ακόμα κι αν ο Ελληνικός Στρατός αποτύχαινε, τα πλοία της Ευρώπης θα προστάτευαν την πόλη. Ο Χρήστος τα φανταζόταν να ξερνούν καπνό μέσα στον κόλπο την αυγή: Ένας στόλος από βαριά πολεμικά, που θα έφερνε την ειρήνη και την αρμονία στην Ανατολή.

Αλλά όταν ο Χρήστος κοίταξε το λιμάνι, είδε μόνο ένα μοναχικό ατμόπλοιο ν’ απομακρύνεται, μέσα στη μελαγχολική σκιά του κάβου, κι όταν έφτασε στο σπίτι του, ένα κάρο στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Τα πέτρινα σκαλοπάτια ήταν γεμάτα με δεμένα κουτιά, τα παραθυρόφυλλα κλειστά, η πόρτα σφαλισμένη με την αλυσίδα. Μέσα από τα τζάμια, έβλεπε την Πολυξένη, ντυμένη με χειμωνιάτικα ρούχα κι ένα βαρύ κασκόλ, να σκύβει πάνω σ’ ένα χαρτοκούτι στο σαλόνι, πιέζοντας με τα χέρια τ’ αυτιά της και τρέμοντας. Ο Χρήστος σήκωσε το μπαστούνι του και χτύπησε τη γρίλια.

Η Πολυξένη αναπήδησε κι άφησε μια κραυγή. Όταν τράβηξε τον σύρτη, τα χέρια της έτρεμαν σαν φτερά πεταλούδας.

Ο διάδρομος ήταν γεμάτος ντορβάδες και καλάθια από λυγαριά σκεπασμένα με μουσελίνα. Υπήρχαν μπαούλα με μεταλλικά ελάσματα και γαλαζοπράσινο χαρτί κολλημένο στις γωνιές, ξύλινα κιβώτια δεμένα με σκοινιά και ταξιδιωτικοί σάκοι με ξεθωριασμένες ετικέτες από ταξίδια στην Ελβετία. Στα σκαλοπάτια ήταν ένας καταρράχτης από καφετιά μπουκάλια που κάποτε περιείχαν λάδια και αρώματα, άδεια κουτιά από ζαχαρωτά και σπασμένα αγαλματάκια.

Κλείνοντας τα μάτια και πασχίζοντας να δαμάσει το θυμό του, ο Χρήστος ανέβηκε τα σκαλιά και φώναξε μαλακά τη γυναίκα του. Κάτω στο χωλ ξεχώρισε την γυαλάδα των μαλλιών της.

- Δεν μπορώ να το πιστέψω, είπε, ακολουθώντας την στην κρεβατοκάμαρα.

Με τα παράθυρά της κλειστά η ατμόσφαιρα εκεί ήταν αποπνιχτική, αλλά η Σοφία φορούσε το βαρύ μάλλινο ταξιδιωτικό φόρεμα που είχε αγοράσει για να φορέσει στην Αθήνα. Καθώς την παρατηρούσε, αυτή γλίστρησε ένα μπρασελέ στο στήθος της και φόρεσε τα γάντια της για να κρύψει τα δαχτυλίδια της.

- Άκου αυτές τις νεκρικές καμπάνες! είπε. Είναι σαν να ξενυχτάμε νεκρό. Σαν τη Μεγάλη Παρασκευή.

- Σοφία, δεν έχεις λοιπόν καθόλου πίστη;

Η Σοφία απάντησε μ’ ένα πνιχτό θόρυβο: συγκρατούσε τα αναφιλητά της. Ανοίγοντας συρτάρια, γέμισε το πάνω μέρος του κομμού με κομμάτια ρουζ και βαζάκια με αλοιφές. Μ’ ένα λυγμό, τα πέταξε όλα στο πάτωμα, άνοιξε τα χέρια της και πήγε προς το μέρος του.

- Ω, Χρήστο! Έχω βδομάδες να κοιμηθώ. Σκέφτομαι συνέχεια τη φωτιά. Χτες βράδυ ένα παιδί άρχισε να φωνάζει στο δρόμο «Έρχονται!» και ήμουν σίγουρη πως άκουσα τον καλπασμό των αλόγων τους στην προκυμαία.

- Ανοησίες. Χρειάζεσαι ένα υπνωτικό.

- Η πόλη είναι γεμάτη πρόσφυγες. Θα έχουμε επιδημία χολέρας.

- Μην είσαι ανόητη. Είδα σήμερα πάλι τον μητροπολίτη, επισκέπτεται προσωπικά όλα τα ξένα προξενεία και ζητάει να στείλουν πολεμικά πλοία.

Άγγιξε την άκρη από τα γάντια της Σοφίας, αυτή όμως αποτράβηξε το χέρι της.

- Τα ξένα πολεμικά δεν θα μας σώσουν απ’ τη χολέρα.

- Πόσο πολύ φοβάμαι.

Χάιδεψε το κεφάλι της σα να ήταν ένα τρομαγμένο παιδί.

- Δεν έχεις εμπιστοσύνη σε μένα Σοφία;

Τελικά σήκωσε το στόμα της να την φιλήσει. Τα σκοτεινά μάτια της ήταν πλημμυρισμένα από δάκρια. Την πήγε στο παράθυρο και άνοιξε τα παραθυρόφυλλα προς τον κήπο που ανέδινε μια ευωδιά γιασεμιού και νοτισμένης γης. Στους λόφους πάνω από τον κόλπο γλιστρούσαν αδύναμα φανάρια σαν άστρα που τρεμοσβήνουν.

- Δεν ξέρεις πως ο Άγγελος υποσχέθηκε στη Σμύρνη βάσανα και θλίψεις, κι ένα στέμμα ζωής;

- Το ξέρω.

- Και η Σμύρνη έζησε.

- Το ξέρω.

Ανασήκωσε πάλι το στόμα της. Αλλά ο Χρήστος έκανε μια χειρονομία προς τα φώτα λες και απόδειχναν την άποψή του. Αυτή ήταν η αθάνατη πόλη! Λυδοί και Πέρσες είχαν επιτεθεί εναντίον της, βασιλιάδες της Περγάμου την ταπείνωσαν, Σελτζούκοι πρίγκιπες, Οθωμανοί κουρσάροι και ιππότες Σταυροφόροι την κατάχτησαν, ο Ταμερλάνος γέμισε το λιμάνι της με πέτρες και έχτισε έναν πύργο από χίλια ανθρώπινα κεφάλια για να θυμίζει την επίσκεψή του, και τα βήματα των Αράβων, των Γενοβέζων, των Ούννων και των Βενετών είχαν αντηχήσει στις ακτές της. Τα βάσανά της αμέτρητα όπως τ’ άστρα, κι όμως η Σμύρνη βάστηξε.

Η Σοφία ήταν γερμένη στον ώμο του, αναπνέοντας ήρεμα, μ’ ένα γαλήνιο χαμόγελο στο πρόσωπο. Τότε άρχισε να ουρλιάζει η μαγείρισσα. Της φάνηκε σα να αισθάνθηκε ένα ρεύμα αέρα και νόμισε πως οι Τούρκοι σκαρφάλωναν στα παράθυρα.

- Τη γαϊδούρα! είπε ο Χρήστος.

Η Σοφία όμως έτρεξε στο μπαλκόνι κι έσκυψε πάνω από το κιγκλίδωμα.

- Ω, Θεέ μου, μουρμούρισε, και η αναπνοή της έγινε πιο γοργή. Μεγάλε Θεέ και Αγία Παρθένα. Τι σκεφτόμουν;

Έκανε το σταυρό της κι έκλεισε τα μάτια.

- Φεύγει τα μεσάνυχτα. Ένα αιγυπτιακό πλοίο, νομίζω…

Θα φορέσω το νυχτικό μου, και πάνω απ’ αυτό τα ρούχα μου. Ή είναι καλύτερα να τυλίξω τα κολιέ μου στη μέση μου;

Έτρεξε πάλι στον κομό και ξανάρχισε να μαζεύει σαν τρελή. Ο Χρήστος την παρατηρούσε αμίλητος. Τελικά είπε:

- Σοφία, σου απαγορεύω να βγεις από το σπίτι.

Η γυναίκα του όμως δεν απάντησε. Ο Χρήστος κατέβηκε κάτω για ν’ αναλάβει τη μαγείρισσα που προσπαθούσα να σπρώξει έξω από την πόρτα ένα καλάθι από λυγαριά.

- Λύσε αυτά τα πράγματα αμέσως, της είπε.

Η Πολυξένη τον κοίταξε και συνέχισε να σέρνει το καλάθι προς τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Οι δυο οδηγοί πετούσαν κουτιά πάνω στο κάρο και φώναζαν στη μαγείρισσα να κάνει γρήγορα. Ο Χρήστος άρχισε να κουβαλάει το καλάθι στο σπίτι.

Η μαγείρισσα τον ακολούθησε. Είχε τα χείλια της σφιγμένα σε μια λεπτή γραμμή. Αρπάζοντας ένα άλλο καλάθι, άρχισε να το σέρνει προς την πόρτα. Ο Χρήστος το άρπαξε απ’ την άλλη μεριά. Τα πρόσωπά τους πλησίασαν, ανέκφραστα και τρέμοντας απ’ την προσπάθεια.

- Ηλίθια! είπε λαχανιασμένα. Φύγε από δω!

Τα ρουθούνια της Πολυξένης ανοιγόκλεισαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσφιξε τη γροθιά της. Από πάνω τους, η Σοφία φώναξε:

- Ήρθε ο αραμπάς; Ω, σ’ ευχαριστώ Θεέ μου!

- Φύγε! είπε ο Χρήστος. Σε διατάζω!

Η γυναίκα όμως ήταν δυνατή, όπως όλες οι νησιώτισσες και πεισματάρα επίσης. Σιγά-σιγά έσυρε το καλάθι στα σκαλοπάτια. Όταν έφτασε κάτω ο Χρήστος το παράτησε. Έτρεξε λαχανιασμένος έξω να σταματήσει τους οδηγούς. Πρώτα προσπάθησε να τους κλείσει το δρόμο∙

Έκανε το σταυρό της κι έκλεισε τα μάτια. ύστερα, όταν αυτοί απλούστατα τον παρέκαμψαν, όρμησε πάνω στα κοφίνια που φόρτωναν το κάρο.

Οι δυο γίγαντες ζευγολάτες τον κοίταξαν οργισμένοι.

-Σταμάτα το αυτό παππού!

Και τον πέταξαν στην άκρη σαν πούπουλο.

Ανέβηκε πάλι τη σκάλα. Η Σοφία φορούσε ζακέτες, και ρόμπες, τη μια πάνω στην άλλη. Ο Χρήστος βρόντηξε τη γροθιά του στο κομό.

- Σου απαγόρεψα! Είναι ντροπή να φύγεις. Δεν φεύγουν παρά οι φοβητσιάρηδες και οι κερδοσκόποι.

- Δεν πρόκειται να μείνω για να με σφάξουν στο κρεβάτι μου.

- Δεν υποσχέθηκα να σε προστατέψω:

Προσπάθησε πάλι να τη φιλήσει, αλλά του ξέφυγε. Ντυμένη σαν Εσκιμώα κατρακύλησε τη σκάλα πιάνοντας τα κάγκελα και φωνάζοντας τη μαγείρισσα. Ο Χρήστος την κοίταξε μ’ άγριο αίσθημα απελπισίας και θυμού. Στην πόρτα δίστασε, έριξε ένα πέπλο στο κεφάλι της και έτρεξε προς το κάρο.

Ο Χρήστος την ακολούθησε με μια κραυγή.

Η Πολυξένη σκαρφάλωσε στο σκεπασμένο λαντό. Το κάρο με τις αποσκευές πήγαινε μπροστά. Ο Χρήστος άπλωσε τα χέρια του αλλά ο οδηγός χτύπησε το μαστίγιό του και ο Χρήστος άρχισε να τρέχει πίσω από το αμάξι σαν χαμίνι.

Στη γωνία πήδηξε στο αμάξι κι έγειρε πάντα από τα γόνατα της Πολυξένης.

- Τίποτε από αυτά που σου είπα δεν σούκανε εντύπωση;

Η Σοφία δεν απάντησε. Ο άνεμος σφύριξε στη δερμάτινη κουκούλα.

- Δεν νιώθεις ντροπή που φεύγεις; Σκέψου τις γυναίκες στο Σούλι.

Περίμενε μια στιγμή και πρόσθεσε:

- Σκέψου τις γυναίκες του Μεσολογγιού.

- Το μυαλό σου είναι πάντα στο παρελθόν, είπε η Σοφία με υπόκωφη φωνή.

Ο Χρήστος άρπαξε ανυπόμονα το χέρι της.

- Εκείνες οι γυναίκες έμειναν για την Ελλάδα.

- Για την Ελλάδα. Αυτό είναι όλο κι όλο που σκέφτεσαι.

- Είναι τόσο ασήμαντο; Αγαπώ την Ελλάδα.

- Την λατρεύεις.

- Κι αυτό είναι για να μου το κατακρίνεις;

- Δεν είναι το ίδιο με την αγάπη. Όταν αγαπάς κάτι, το χρειάζεσαι. Όχι για χάρη του. Για χάρη σου.

Τον κοίταξε δακρυσμένη.

- Εσύ είπες ποτέ πως με χρειάζεσαι;

Κεντρισμένος από τη ντροπή, ο Χρήστος απάντησε:

- Θα σε χωρίσω αν φύγεις μακριά μου.

Κοντά στην προκυμαία, έκοψαν ταχύτητα για να ξεπεράσουν μερικά κάρα που στέκονταν άδεια στο σκοτάδι. Το αμάξι κυκλώθηκε αμέσως από ένα πλήθος χωριάτες που μύριζαν τραγίλα. Ένα βραχνό χωριατόπαιδο, που φορούσε πουκάμισο χωρίς μανίκια, έβαλε τα χέρια του στον προφυλαχτήρα και κοίταξε μέσα.

- Δώσε μου μια βοήθεια, εφέντη.

Μιλούσε τούρκικα με ελληνική προφορά και το χέρι του έμοιαζε με φτυάρι.

- Κάτω τα χέρια σου, είπε ο Χρήστος. Τι κάνεις εδώ; Έπρεπε να κρατάς τουφέκι.

Το αγόρι έδειξε τα δόντια του σε μια προκλητική γκριμάτσα. Απλώνοντας το ηλιοκαμένο χέρι του, τράβηξε τη φούστα της Πολυξένης.

- Μπαξίς, εφέντη. Η ελεημοσύνη είναι ευλογημένη.

- Δεν θα σου έδινα ούτε νερό, είπε ο Χρήστος. Είσαι χειρότερος κι από γύφτο. Έπρεπε να είσαι στο στρατό.

- Δεν υπάρχει στρατός, εφέντη.

Ακούστηκαν περιπαιχτικά μουρμουρητά από το πλήθος πίσω του.

- Στρατός; Ο στρατός έγινε λαγός.

Ο Χρήστος φώναξε στον οδηγό να μαστιγώσει το άλογο. Το πλήθος όμως τους κύκλωσε μουρμουρίζοντας:

- Δεν υπάρχει στρατός. Τι πρέπει να κάνουμε;

Το χωριατόπαιδο άπλωσε το βρώμικο χέρι του κάτω από τη μύτη του Χρήστου.

- Εφέντη; Ονομάζεις τον εαυτό σου χριστιανό; Δώσε μου λίγα λεφτά! Και το πλήθος φώναξε κι αυτό:

- Λεφτά! Λεφτά!

Άπλωσαν τα χέρια τους. Τα στόματά τους κρέμονταν ανοιχτά, και τα μάγουλά τους ήταν λερωμένα απ’ τη σκόνη. Τα μάτια τους ήταν πυρωμένα κόκκινα.

- Εσείς οι πλούσιοι γλυτώνετε μόνο τα τομάρια σας.

- Για όνομα του Θεού, κάντε πίσω! φώναξε ο Χρήστος.

Το αμάξι όμως προχωρούσε τόσο αργά, που έλεγες πως το πλήθος έριξε το δίχτυ γύρω απ’ τους τροχούς του. Η Σοφία έγειρε πίσω, αλύγιστη σαν πεθαμένη. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το πρόσωπό άκαμπτο.

Τρομοκρατημένος, ο Χρήστος έψαξε τις τσέπες του, βρήκε ένα νόμισμα, και το πέταξε έξω. Το πλήθος κινήθηκε απότομα προς τα εμπρός, και το άλογο του αμαξιού τίναξε πανικόβλητο το κεφάλι του.

Η μαγείρισσα σηκώθηκε λες και θα πηδούσε. Είχε ένα σίδερο του σιδερώματος στο χέρι.

- Ρίξτε έξω μερικά χρήματα, είπε ο Χρήστος.

Πέταξε το πορτοφόλι. Το πλήθος έπεσε πάνω σ’ αυτό μ’ ένα μουγκρητό. Το αμάξι προχώρησε μπροστά.

Αλλά το χωριατόπαιδο κρατούσε σφιχτά τον προφυλαχτήρα. Ο Χρήστος προσπάθησε να του λυγίσει τα δάχτυλα, αλλά αυτό ήταν γαντζωμένο στ’ αμάξι σαν ναυαγός στην κουπαστή μιας βάρκας. Η θέρμη της μανίας του γέμιζε το αμάξι καθώς κρατούσε το κεφάλι του μέσα, αναπνέοντας λαχανιασμένα στα πρόσωπά τους. Η Πολυξένη όμως ορθώθηκε σε μια τρομερή στριγκλιά και σύντριψε τις αρθρώσεις του με το σίδερο. Το αγόρι έπεσε πίσω ουρλιάζοντας, και το αμάξι γλίστρησε από τις πύλες της ταξιδιωτικής αποβάθρας.

Η Σοφία ανάσανε βαθιά. Ο Χρήστος ελευθέρωσε τον λαιμό της από τα στρώματα των ρούχων και έριξε την ανάσα του στα βλέφαρά της που ήταν μαύρα σαν χτυπημένα. Σ’ ένα λεπτό συνήλθε και είπε.

- Πώς μπόρεσες να με εκθέσεις σε τέτοια πράγματα;

Μέσα τους έζωσε ένα πλήθος ακόμα πιο πολυάριθμο απ’ τους χωριάτες στην προκυμαία. Χαμάληδες τρέκλιζαν ξυπόλητοι προς τον καρυοθραύστη, κουβαλώντας συσκευασμένα πιάνα. Κάρα και αμάξια συνωθούνταν γύρω από τη σκάλα του πλοίου και οι οδηγοί χτυπούσαν τα άλογά τους και στρίγγλιζαν ο ένας στον άλλο. Από πάνω, το πλοίο έτρεμε μ’ ένα ασταμάτητο, οξύ μουγκρητό.

Ο Χρήστος παρατήρησε τα ιδρωμένα πρόσωπα των επιβατών που στέκονταν πλάι- πλάι σε κάθε κιγκλίδωμα..

- Κερδοσκόποι και φοβητσιάρηδες.

Η Σοφία κάθισε σ’ ένα ταξιδιωτικό μπαούλο και φύσηξε τη μύτη της. Όποτε κοίταζε τον Χρήστο αυτός γύριζε αλλού κάνοντας πως ασχολείται με τις αποσκευές. Τελικά, μάζεψε τα πράγματά της και προχώρησε προς το πλοίο. Στη σκάλα, γύρισε και περίμενε.

- Χρήστο, δεν είσαι στρατιώτης. Έλα μαζί μας.

- Επαναλαμβάνω την προειδοποίησή μου, είπε εκείνος. Θα σε χωρίσω…

Αλλά η Σοφία σκέπασε το στόμα της με το μαντίλι της κι έπιασε απ’ το μπράτσο την Πολυξένη. Αργότερα, ο Χρήστος την είδε σκυμμένη στο κάγκελο που έζωνε το κατάστρωμα. Ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε μια πελώρια Αρμένισσα με βαρύ πένθος και σε μια ερειπωμένη γριά που το σαγόνι της ακουμπούσε στο κάγκελο. Το αγαπημένο της πρόσωπο ήταν όπως ακριβώς όταν το πρωτογνώρισε φιλήδονο, ευγενικό, με μια ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην κατάνυξη και την εγκατάλειψη. Ακουμπούσε το χέρι της στο κιγκλίδωμα. Ο Χρήστος το παρατηρούσε με απροσδόκητη προσήλωση.

Του φαινόταν πως η μητέρα πατρίδα έμοιαζε με ανθρώπινη μάνα που ζήλευε τις ερωμένες του και τη ζήλευαν κι αυτές, λες κι η αγάπη του για την Ελλάδα να απόκλειε κάθε αντίζηλο. Πάλι και πάλι, οι υποχρεώσεις της φυλής και της πίστης του είχαν καταστρέψει τις αγάπες του. Αντήχησε η σειρήνα του πλοίου και οι γυναίκες στο κιγκλίδωμα στρίγγλισαν.

Η Σοφία άρχισε να κουνάει τα χέρια της σα να του έγνεφε. Μπόρεσε ανάμεσα στους θρήνους των άλλων γυναικών να την ακούσει να φωνάζει:

- Χρήστο! Έλα μαζί μου!

Ύστερα, τον έπιασε πανικός. Έτρεξε στο μάκρος του λιμενοβραχίονα, αλλά η γέφυρα του πλοίου σηκωνόταν. Τα παλαμάρια έπεσαν, η σειρήνα αντηχούσε στα υπόστεγα στο μάκρος της παραλίας και το πλοίο άρχισε ν’ απομακρύνεται απ’ το μόλο.

Καθώς η απόσταση ανάμεσα στο πλοίο και τη στεριά μεγάλωνε, είδε τη Σοφία να κολλάει και τα δυο της χέρια στο στόμα της.

Έτρεξε στην άκρη του μόλου κι άπλωσε τα χέρια του. Το πλοίο έγινε μια κούπα πάνω στο νερό, ύστερα μια αγκράφα με πετράδια και ύστερα, τέλος, ένα πεφταστέρι. Βουτηγμένος στη δική του θλίψη, δεν είχε παρατηρήσει πως ο μόλος ήταν γεμάτος από άλλους άντρες που τα κεφάλια τους ήταν χαμηλωμένα, τα μάτια τους, υγρά, και οι ώμοι τους φορτωμένοι με απέραντη απελπισία.

Richard Reinhardt, Οι στάχτες της Σμύρνης, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1992, σ. 413-422.