Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

ΣΜΥΡΝΗ

ΙΟΥΝΙΟΣ 1920

Στη Σμύρνη, κάθε καλοκαιριάτικη μέρα είναι πιο φωτεινή απ’ την προηγούμενη. Ένα άρωμα ιωδίου και λεμονανθού έρχεται από τη θάλασσα, μια βρώμα από καβαλίνα καμήλας από τα καλντερίμια. Το αντιφέγγισμα του λιμανιού σε ζαλίζει τόσο κι ο ουρανός είναι τόσο λαμπερός που η γη μοιάζει να είναι πασπαλισμένη με μιας κόκκινη σκόνη.

Η Ελένη κι η μητέρα της είχαν πάει στην Μπόρνοβα για το καλοκαίρι, αφήνοντας το Γιώργο και το Χρήστο σε μια κατάσταση εργένικης βαρβαρότητας. Για το Χριστό ήταν μια ευχάριστη αλλαγή το να γευματίζει με τον Γενικό Διοικητή, να κουβεντιάζει με φιλέλληνες επισκέπτες για την ίδρυση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης, να στέλνει αμέτρητα γράμματα για να ζητάει πολιτική υποστήριξη από τους Πανελλήνιους Συλλόγους στις άλλες χώρες. Για το Γιώργο, ήταν μια περίοδος ασταμάτητης αγωνίας.

Ποτέ πριν ο Γιώργος δεν είχε συνειδητοποιήσει την ανωριμότητά του, την τόση έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό του. Όχι μόνο ο πατέρας του τον έψελνε συνεχώς για το καθήκοντά του σαν πατριώτη, αλλά κι ο Δημήτρης τον τορπίλιζε με ανέκδοτα ελληνόπουλων, όχι πιο γενναίων απ’ αυτόν, που είχαν αυτοκτονήσει, τρελαθεί ή πεθάνει από φόβο όταν πρωτοστάτησαν τους Τούρκους. Ένας ατέλειωτος χείμαρρος φωτογραφίες έφταναν στο σπίτι σε μεγάλους κίτρινους φακέλους: «Το κομμένο κεφάλι ενός Έλληνα ιερέα κοντά στις Τράλλεις», «Τα ακρωτηριασμένα θύματα των αγριοτήτων στη Φιλαδέλφεια». Και προσκαλούσαν το Γιώργο να τις απολαύσει, πριν ο πατέρας του τις στείλει στην Αλεξάνδρεια ή στο Μάντζεστερ ή στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνια.

Τη στιγμή ακριβώς που ο Γιώργος είχε ελπίσει πως η Διάσκεψη στο Παρίσι θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα και θα βάλει ένα τέρμα στην τουρκική απειλή, άκουσε εντελώς, τυχαία μια πολύ ανησυχαστική συζήτηση. Ήταν σ’ ένα απ’ τα καφενεία της προκυμαίας.

Κάποιος παραπονιόταν με σκυθρωπή φωνή για την αύξηση της τιμής των σύκων που παράγονται στα μικρά λιμανάκια νότια απ’ τη Σμύρνη. Κάποιος άλλος, παράγγειλε σαλάτα ψάρι με μαγιονέζα. Και μια Τρίτη φωνή έκανε μιαν ανάλυση του Μουσταφά Κεμάλ.

- Επιτίθεται εναντίον θέσεων των συμμάχων, νομίζει πως μπορεί να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Ευτυχώς, οι Εγγλέζοι ξέρουν τον κίνδυνο. Τώρα θ’ αφήσουν ένα εκστρατευτικό μας σώμα να βγει έξω από τη γελοία αυτή ζώνη κατοχής και να ολοκληρώσει την προσάρτηση της Μικράς Ασίας.

- Θέλεις να πεις ότι θα γίνει ελληνική επίθεση;

- Απ’ τη μια μέρα στην άλλη, για να μην πω απ’ τη μια ώρα στην άλλη.

Ο Γιώργος άφησε το φλιτζάνι του, χωρίς να το δοκιμάσει. Νόμιζε πως ένα χέρι τον είχε αρπάξει απ’ το λαιμό. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτ’ άλλο από τη στρατολογία του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου και το κατάστιχο με το όνομα του ανάμεσα στους άλλους εθελοντές. Χωρίς να περιμένει ν’ ακούσει περισσότερο, έτρεξε στους στρατώνες όπου έμενε ο Δημήτρης.

Τους τελευταίους μήνες ο Δημήτρης είχε γίνει ο μυστικοσύμβουλός του. Δεν υπήρχε κανένας άλλος που να μπορεί ο Γιώργος να τον εμπιστευτεί. Ο πατέρας του τον περίμενε να ζει με μια τελειότητα θείας επιφοίτησης. Η αδερφή του προφήτευε πάντοτε τις αποτυχίες του. Η μητέρα του τον φύλαγε και τον κανάκευε και τον έκανε να νοιώθει ακόμα πιο αβοήθητος, περισσότερο κι από ένα μωρό ακόμα. Ο Δημήτρης απ’ την άλλη μεριά του φερόταν αδερφικά, τον υπολόγιζε, τον κατατόπιζε. Αν συναντούσε το Γιώργο στο δρόμο, μπορούσε να φωνάξει:

- Ε! Νεαρέ, είσαι καταϊδρωμένος! Δεν ξέρεις πως αυτό δεν είναι καλό για την καβάλα;

Richard Reinhardt, Οι στάχτες της Σμύρνης, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1992, σ. 166-167