Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

ΣΜΥΡΝΗ
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1919

Το πρωί του Αγίου Δημητρίου, 26 Οκτωβρίου, ο Υπολοχαγός Δημήτρης Καλαποθάκης προσκάλεσε τον Γιώργο Τριγώνη να περάσουν τη βραδιά μαζί, στη Στρατιωτική Λέσχη. Ο Γιώργος προσπάθησε να βρει κάποια δικαιολογία για να μην πάει, χωρίς όμως και να θίξει τον μέλλοντα γαμπρό του. Παρά τις προσπάθειές του, δεν βρήκε καμιά πρόφαση που να δικαιολογεί την άρνησή του. Η σκέψη ότι θα περνούσε μια βραδιά με τον Καλαποθάκη, του έφερνε τρόμο. Ο Δημήτρης είχε ένα τρόπο να διαβάζει τις σκέψεις του, καμιά φορά απίστευτες και γελοίες, και να τις αποκαλύπτει στις πιο ακατάλληλες στιγμές, δημιουργώντας έτσι τρομερή αμηχανία στο Γιώργο. Τι ευχαρίστηση ή τι όφελος, θα είχε ο Δημήτρης να χάσει τον καιρό του με ένα νέο, που έδειχνε πως δεν συμπαθούσε; Δύσκολο να εξηγήσει κανείς. Στο τέλος η περιέργεια του Γιώργου να δώσει μιαν απάντηση στο ερώτημα αυτό κυριάρχησε και δέχτηκε την πρόσκληση.

Η Στρατιωτική Λέσχη, που αντανακλούσε την επιρροή των Γάλλων στη στρατιωτική οργάνωση του Ελληνικού Στρατού, ήταν γνωστή ως Στρατιωτικό Κέντρο της Σμύρνης. Βρισκόταν στην οδό Φράνκ, όπου ήταν και οι περισσότερες σοβαρές λέσχες. Η λέσχη ήταν επιπλωμένη κατά το αγγλικό στυλ, με βαθιές πολυθρόνες, από χρυσή καρυδιά, δερμάτινα μαξιλάρια, κέρατα ελαφιού και κεφάλια βουβάλων και τραπέζια φορτωμένα με αντίτυπα του «Χρόνου» και της «Θέτιδος». Σε κάθε δωμάτιο, η ματιά του επισκέπτη διασταυρωνόταν με το διαπεραστικό βλέμμα του Ελευθέριου Βενιζέλου, καθώς τον κοίταζε από φωτογραφίες σε φυσικό μέγεθος, κρεμασμένες στους τοίχους. Ο Δημήτρης του έδειξε τα ράφια όπου βάζανε τις εφημερίδες. Οι περισσότερες ήταν βενιζελικές.

- Εδώ θα δεις μόνο Βενιζελικούς, είπε. Πιστούς και αφοσιωμένους.

Έριξε μια ερευνητική ματιά στο Γιώργο, σα να τούλεγε ότι αμφιβάλλει για τη γνησιότητα του ως βενιζελικού.

- Βέβαια, αφήνουμε και κανένα Βασιλικό να μπει στη Λέσχη, με την προϋπόθεση ότι θα κρατάει το στόμα του κλειστό. Κανέναν όμως απ’ αυτούς τους καραγκιόζηδες με το μονύελο και τις μακριές σπάθες, που είναι έτοιμοι για καυγά, πίνουνε μπύρα και τραγουδάνε Γερμανικά τραγούδια… Να, πάρε αυτούς εδώ τους τσαλαπετεινούς να τους μαγειρέψουν.

Κι άρπαξε από το χέρι ένα γεροντάκο, γκαρσόνι, που περνούσε και του έδωσε δυο τσαλαπετεινούς, δώρο του Χρήστου Τριγώνη για την γιορτή του Δημήτρη. Καλύτερα να είχα προσκαλέσει το γέρο–Τριγώνη, σκέφτηκε ο Δημήτρης. Κάνει καλή παρέα και είναι μέχρι κόκκαλο βενιζελικός.

Η αίθουσα που παίζανε χαρτιά, είχε διασκευασθεί σε σαλόνι. Είχε ψηλό ταβάνι, διακοσμημένο με χρυσά φίδια. Ήταν τόσο ψηλό που πολλαπλασίαζε τον ήχο. Ο ήλιος αντανακλούσε στην ευρύχωρη αίθουσα, μέσα από μεγάλα παράθυρα με χοντρά, συμπαγή τζάμια. Οι τέντες έξω απ΄τα παράθυρα πλατάγιζαν απ’ το ελαφρύ αεράκι. Ο καπνός απ’ τα τσιγάρα και τους ναργιλέδες, ανέβαινε προς τα πάνω με λυγερές, φιδίσιες κινήσεις, για να σκορπίσει ξαφνικά και να σχηματίσει περίπλοκα αραβουργήματα, καθώς συναντούσε τις διαπεραστικές αχτίνες του ήλιου. Γύρω στους τοίχους ήταν κρεμασμένα τα πορτραίτα όλων των ένδοξων στρατιωτικών, με βλοσυρά πρόσωπα, απειλητικά μουστάκια και φουντωτές φαβορίτες. Από ψηλά, κοίταζαν την καινούργια γενιά, με απορία και κάποιο φθόνο. Τα νέα στρατηγικά μυαλά, ανησυχούσαν πάντοτε τα παλιά.

- Βενιζελικοί όλοι αυτοί που βλέπεις, είπε ο Δημήτρης δείχνοντας με το χέρι του τα πορτραίτα.

Προχώρησαν στο μάκρος των τοίχων, σα να επιθεωρούσαν στρατεύματα. Ο Γιώργος προσποιούταν θαυμασμό στο αντίκρισμα της χοντρής μύτης του στρατηγού Ζυμβρακάκη. Μόλις κρατήθηκε να μη γελάσει, όταν είδε τις κατακόκκινες φουσκωμένες Βαυαρικές μαγούλες του στρατηγού Νίντερ. Από τα συνεχή μαθήματα που του έκανε ο πατέρας του είχε απομνημονεύσει τις φυσιογνωμίες και τα ονόματα της παλιάς στρατιωτικής δόξας της Ελλάδας, των πολεμάρχων των Βαλκανικών πολέμων, των στρατιωτικών ηγετών στην επανάσταση με το Βενιζέλο, το 1917. Ο Δημήτρης τράβηξε την προσοχή του Γιώργου στα Γαλλικά και Αμερικάνικα μετάλλια που είχε στο στήθος του ο στρατηγός Παρασκευόπουλος. Ύστερα, απότομα, ενώ βρισκόντουσαν κάτω απ’ το πορτραίτο του στρατηγού Σμολένσκυ στο Βελεστίνο του είπε:

- Κοίταξε, καταλαβαίνω ότι χρειάζεται καιρό για να με συνηθίσει και να πάρει μιαν απόφαση. Αλλά έχουν περάσει κιόλας πέντε μήνες και η ίδια κατάσταση συνεχίζεται. Με μεταχειρίζεται σαν ξένο.

- Η Ελένη; παρατήρησε ο Γιώργος. Δε νομίζω, έχω τη γνώμη ότι της αρέσεις.

Ήξερε στ’ αλήθεια, ότι η Ελένη, παρ’ όλες τις υπεκφυγές της, ήταν γοητευμένη απ’ το Δημήτρη. Αλλά η οικογενειακή αγωγή της, οι κοινωνικοί περιορισμοί και η συνείδηση καθήκοντος και τιμής, την υποχρεώνουν να συμπεριφέρεται μάλλον ψυχρά.

- Είναι ντροπαλή ξέρεις.

- Όχι, είπε ο Δημήτρης. Φαίνεται ότι δεν με θέλει. Νομίζω ότι θα παραιτηθώ από κάποια άλλη προσπάθεια.

Ένας αξιωματικός με κόκκινη μύτη, μεγάλα μουστάκια και μια σειρά από μετάλλια στο στήθος, έτρεξε καταπάνω τους κι άρπαξε τον Δημήτρη πίσω από τον λαιμό.

- Αυτόν, εδώ είναι ο ξεπαρθενευτής της Ιωνίας:

Ο Δημήτρης έσπρωξε τον Γιώργο λίγο προς τα μπρος.

- Αυτός είναι ο αδερφός της αρραβωνιαστικιάς μου, σύστησε.

Ο αξιωματικός έσκασε σε βροντερά γέλια.

- Ο αδερφός;

Έτριψε με το χέρι τη μύτη του που έμοιαζε με μελιτζάνα.

- Α κερατά. Προσπαθείς να βάλεις το κέρατο σε όλη την οικογένεια;

- Αυτός είναι ο Κώστας, είπε ο Δημήτρης. Τον αγαπώ σαν τον ίδιο τον εαυτό μου.

- Σπρώχνοντας ελαφρά τον Γιώργο, έδειξε ένα τραπέζι με τρεις θέσεις κενές.

- Τρεις άδειες καρέκλες. Πάμε.

Ήταν ατιμωτικό να καθίσεις στο τραπέζι εφ’ όσον ένα ζήτημα που αφορά την οικογενειακή τιμή δεν έχει τακτοποιηθεί. Ο Γιώργος όμως δεν μπορούσε να σκεφτεί τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Ήταν υποχρεωμένος να ζητήσει εξηγήσεις από τον Δημήτρη. Το όνομα της αδερφής του είχε κάπως εκτεθεί. Από την άλλη μεριά δεν ήταν και τόσο βέβαιος, αν πραγματικά είχε γίνει κάποια προσβολή. Δάγκωσε το χείλι του κι έγειρε στην πλάτη της καρέκλας καθώς ο Δημήτρης έκανε τις συστάσεις των ανθρώπων που καθόντουσαν ήδη γύρω στο τραπέζι:

Δύο υπολοχαγοί της Μεραρχίας Αρχιπελάγους (και οι δυο από την Αθήνα, αλλά κουτεντέδες), και ένας λοχαγός από τη Λειβαδιά, που έλεγε πως διοικούσε ένα μοναδικό, καταπληκτικό υπέροχο, ακατανίκητο και ηρωικό ορειβατικό κανόνι, προσκολλημένο στη 18η Μεραρχία Πεζικού, σε μια τοποθεσία, που ήταν απαγορευμένο να ονομάσει.

Ο Δημήτρης φώναξε τον σερβιτόρο να φέρει ρακί. Χτύπησε με ανυπομονησία την καρέκλα δίπλα του για να καθίσει ο Γιώργος.

- Κάθισε, κάθισε κάτω. Ξέρεις να παίζεις σεμέν – ντε φερ;

- Μπορώ να κανονίσω μια συνάντηση με τον πατέρα μου, αν θέλεις, είπε ο Γιώργος.

Ο Δημήτρης όμως ζάρωσε τα φρύδια του.

- Δε νομίζω ότι θα ωφελήσει σε τίποτα.

Σε μισή ώρα ο Γιώργος είχε χάσει τριάντα τούρκικες λίρες, δώδεκα δραχμές και μια λίρα στερλίνα. Ο Δημήτρης του πρόσφερε ρακί, αλλά ο Γιώργος αρνήθηκε και προτίμησε μια δεύτερη λεμονάδα. Ο ήλιος είχε μόλις δύσει. Οι σερβιτόροι τράβηξαν τις κουρτίνες και άναψαν τους πολυελαίους. Ο Δημήτρης παράγγειλε ελιές, μύγδαλα και άλλη μια μποτίλια ρακί. Ο Κώστας ήθελε να καπνίσει ένα ναργιλέ. Ο Γιώργος πλήρωσε το σερβιτόρο κι αμέσως μετά έχωσε άλλη μια χαρτωσιά.

- Είσαι ένα καλό παιδί, είπε ο Κώστας, και γέμισε όλα τα ποτήρια με ρακί. Θα μας ήταν πολύ χρήσιμος, κάποιος σαν και σένα, γερός, μεγαλόσωμος κι έξυπνος. Αλλά να το ζητήσεις μόνος σου. Μην περιμένεις να σε πάρει κάποιος απ’ το χέρι και να σε φέρει στον Διοικητή της 1ης Μεραρχίας.

Άδειασε το ποτήρι του με το ρακί και το ξαναγέμισε.

- Εσείς οι Έλληνες της Σμύρνης όλο λέτε ότι μισείτε τους Τούρκους, αλλά δεν κάνετε και τίποτε. Τι έγινε μ’ αυτή την περίφημη Ταξιαρχία Εθελοντών που θα το οργάνωνε:

Ο Γιώργος προσπάθησε να χαμογελάσει.

Γύρισε προς τον Δημήτρη.

- Τι θάλεγες, να έστελνες άλλο ένα γράμμα στον πατέρα μου;

Ο Δημήτρης χαμήλωσε τα μάτια και ξεφύλλισε τα χαρτιά που κράταγε.

- Το πρόβλημα είναι ότι ο πατέρας σου δεν λέει τίποτα για προίκα, πριν συμφωνήσει η Ελένη. Ειλικρινά δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο να επιμείνω.

0 Γιώργος άνοιξε το στόμα του, αλλά ο Κώστας τον σκούντησε στο χέρι.

- Άκουσε, είπε ο Δημήτρης δεν έχει ανάγκη να του κάνεις ιδιαίτερη πρόσκληση. Ούτε κι εγώ.

Έβαλε το μαυρισμένο μαρκούτσι του ναργιλέ στο στόμα του, κι άρχισε να γουργουρίζει δυνατά, αφήνοντας πυκνά νέφη καπνού από τα φοβερά ρουθούνια του. Ο καλός φίλος Δημήτρης χαμογελούσε θερμά κι αφηρημένα. Ύστερα γέμισε το ποτήρι του με ρακί και το κατέβασε με μια ρουφηξιά.

- Ξέρεις, είπε, με τον Κώστα είμαστε συμμαθητές στη Σχολή Ευελπίδων. Ήμουνα το κέρατο της τάξης, αλλά ο Κώστας, κάλτσα του διαόλου πραγματική.

- Ήμουνα η κάλτσα του διαόλου, συμπλήρωσε ο Κώστας αγγίζοντας τη μύτη του με το τσιμπούκι του ναργιλέ. Τη μέρα που φορέσαμε τη στολή, κατεβήκαμε στον Πειραιά και μπήκαμε σ’ ένα μικρό μπλε καΐκι. Έβγαλα το πιστόλι και το κόλλησα στο κεφάλι του καπετάνιου. Εντάξει γέρο. Θα μας πας κατευθείαν στη Θεσσαλονίκη. Έτσι προσχωρήσαμε στην Εθνική Άμυνα.

- Τρία ολόκληρα χρόνια πέρασαν, είπε ο Δημήτρης. Σα νάταν χτες. Έτσι γίνεται κανείς Υπολοχαγός σε μια νύχτα.

Κοίταξε εξεταστικά το Γιώργο.

-Πόσων χρονών ήσουνα τότε; Δεκατριών, δεκατεσσάρων; Θα φόραγες ακόμη κοντά παντελόνια και θα ζωγράφιζες γυμνές στο τετράδιό σου.

Ο Γιώργος έγλυψε τα χείλη του. Ένιωθε στενάχωρα κάτω από τη διαπεραστική ματιά του Δημήτρη.

Όλη η συζήτηση, του ήταν μάλλον δυσάρεστη και καθόλου ενδιαφέρουσα. Ονόματα που δεν τα ήξερε ή δεν τα είχε ακούσει καθόλου, αποτελούσαν το κύριο θέμα, Στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής, Ναύαρχος Κουντουριώτης, Συνταγματάρχης Νεγρεπόντης, Στρατηγός Ζυμβρακάκης. Ο Κώστας μίλαγε για τη Μακεδονία και τους Βουλγάρους, κι ο Γιώργος θυμόταν φωτογραφίες με κρεμασμένους που είχε δει. «Νέες ενδείξεις εγκλημάτων από τους χαμερπείς Βούλγαρους».

Ένας λοχαγός πλησίασε το τραπέζι, πήρε μια χούφτα μύγδαλα και είπε:

- Έχετε και νεοσύλλεκτο μαζί σας βλέπω.

Ο λοχαγός ήταν ωχρός, και κιτρινιάρης. Τα μαλλιά του ήταν λαδωμένα, είχε μια σειρά από μικρές ελιές στο σαγόνι κι ένα πολύ λεπτό, μαύρο μουστάκι, καλοψαλιδισμένο, που έμοιαζε με φρύδι κοκότας. Ο Δημήτρης τον κοίταξε χωρίς να του απαντήσει. Ο λοχαγός πήρε και δεύτερη χούφτα μύγδαλα.

- Ασφαλώς τον εκπαιδεύετε για να γίνει Βενιζελικός. Κάθεται κάτω από τη φωτογραφία του Στρατηγού Δαγκλή.

- Δεν είναι κι άσχημο αυτό, παρατήρησε ο Δημήτρης. Μη ξεχνάς ότι χρησιμοποιούμε όπλα Σνάιντερ – Δαγκλής σ’ όλη τη Μικρά Ασία.

- Αλήθεια τα έχεις δει; ρώτησε σαρκαστικά ο λοχαγός. Νόμιζα πως δεν βγήκες καθόλου απ’ τη Σμύρνη.

- Πάω κι έρχομαι, απάντησε ο Δημήτρης, τεντώνοντας το χέρι του για να φανεί ο επίδεσμος που είχε στον καρπό. Το έπαθα αυτό κοντά στη Μπεργκάνα. Και συ πού βρίσκεσαι, κύριε λοχαγέ;

- Στον Τσεσμέ.

- Το καταφύγιο; Σε ζηλεύω.

- Το ενδιαφέρον σου με συγκινεί, είπε ο λοχαγός ανταποδίδοντας την ειρωνεία.

Ο Δημήτρης γύρισε στον Γιώργο:

- Να σου συστήσω το Λοχαγό Λουκά Μαυροπέτρο, απ’ την Αθήνα.

Και με σιγανή φωνή:

- Ένας σκατάς βασιλόφρονας.

- Ουσιαστικά ο Δαγκλής είναι λιποτάκτης, είπε ο λοχαγός. Ανεξάρτητα από το πόσο τον θαυμάζεις, το γεγονός είναι ότι παράκουσε τον πιο θεμελιώδη κανόνα της στρατιωτικής πειθαρχίας. Μπορούσε να είχε εκτελεστεί.

- Δεν εκτελέστηκε όμως, παρατήρησε ο Δημήτρης.

- Ήταν τυχερός, είπε ο λοχαγός.

- Εν πάσει περιπτώσει, υπάρχουν κι άλλοι για να πάρουν τη θέση του. Η αίθουσα είναι γεμάτη καθώς βλέπεις. Ύστερα από δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια, οι τοίχοι θα είναι γεμάτοι από τις φωτογραφίες αυτών των νέων.

- Ή στη γραμμή, απέναντι στον τοίχο, είπε ο λοχαγός.

Ο Δημήτρης γέλασε κι άπλωσε το χέρι του για τη μποτίλια με το ρακί.

- Να σε κεράσουμε ένα ποτό, κύριε λοχαγέ. Γιορτάζω σήμερα.

- Όχι τώρα.

- Τι συμβαίνει, κύριε λοχαγέ. Λυπάσαι γιατί μπήκαμε στον πόλεμο με την παράταξη που κέρδισε τον πόλεμο;

- Όχι.

- Λυπάσαι που είμαστε μαζί τώρα στη Σμύρνη;

- Όχι.

Ο λοχαγός σκούπισε το μουστάκι του με την άκρη του δάχτυλου.

- Όχι, αναγκαστικά.

Έβγαλε ένα κουτί με καπνό από την τσέπη του.

- Γιατί όμως μαθαίνεις ένα νεαρό να μιμηθεί έναν αξιωματικό που πήρε μέρος σε κίνημα για να ρίξει την κυβέρνηση;

- Ο νεαρός για τον οποίο μιλάς, είναι σε ηλικία να σκέφτεται μόνος του, είπε ο Δημήτρης. Όσον αφορά εμένα, έχω να πω το εξής. Ένας αξιωματικός έχει καθήκον να υπερασπίσει τα συμφέροντα της χώρας του. Αν τα συμφέροντα της πατρίδας του επιβάλουν να πάρει θέση ενάντια στην κυβέρνηση, πρέπει να το κάνει. Όταν ο αξιωματικός βάλει τη στολή δεν σημαίνει ότι παύει να είναι και πολίτης.

- Δεν είναι αυτό το θέμα, απάντησε ο λοχαγός. Ακούμπησε τα δάχτυλά του στο τραπέζι κι έγειρε προς τα μπρος. Το ωχρό του πρόσωπο γυάλιζε από ιδρώτα. Το θέμα είναι ότι έτσι διαιρείται η χώρα και οι δυνάμεις της φθείρονται. Πολιτικοί γίνονται στρατιώτες και στρατιώτες αναλαμβάνουν καθήκοντα υπουργών.

Richard Reinhardt, Οι στάχτες της Σμύρνης, Εκδοτικός Οίκος Α. Α.. Λιβάνη, Αθήνα 1992, σ. 111-117