Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Όταν έφτασαν πάνω από τον κόλπο της Σμύρνης, ο Ισίκ έκοψε ταχύτητα και άφησε το αεροπλάνο να προχωρήσει πιο αργά. Πετώντας πάνω από το μισοφέγγαρο που σχημάτιζε ο κόλπος, από την κατεύθυνση του Κορδελιού και πέρα, άρχισε να της δείχνει με λεπτομέρειες το πανόραμα της πόλης. Λίγα λεπτά αφότου είδαν το Τζουμά-οβασί, ο Ισίκ, με μια αριστοτεχνική μανούβρα, προσγείωσε το αεροπλάνο στο αεροδρόμιο Αντνάν Μεντερές.

Πήραν ένα ταξί και έφτασαν στην πλατεία Κονάκ. Ο Ισίκ πήρε την Αλέβ από το χέρι και της διηγήθηκε όλες τις αλλαγές που είχε περάσει η πλατεία τα τελευταία ογδόντα χρόνια. Ύστερα την πήγε μέσα στο Κεμέραλτι. Περπάτησαν όλη την αγορά κατά μήκος των στενών της με τα μαγαζιά δεξιά κι αριστερά.

Ο Ισίκ επανέλαβε και με την Αλέβ όλες του τις παλιές συνήθειες. Από τον Καντρί των σερμπετιών ήπιαν χυμό μαύρου μούρου, στου μάστορα Σεφέρ έφαγαν καζάντιμπι, και στο «Μενάν» μαστιχωτό παγωτό. Στο Χάβρα σοκάκ αγόρασαν τουλουμοτύρι της Περγάμου με μπαχαρικά.

Έπειτα βγήκαν στη λεωφόρο Ικί-τσεσμελίκ. Έστριψαν στην Αγορά και περπάτησαν στα ερείπια της Ρωμαϊκής Αγοράς της πόλης. Πήραν μια ανάσα κάτω από τις αρχαίες κολόνες και συνέχισαν στα παλιά στενοσόκακα του Ναμαζγκιάν που έμοιαζε να μην έχουν αλλάξει σε τίποτα εδώ κι εκατό χρόνια.

Από εκεί πέρασαν στο Μεζαρλίκ-μπασί, στο Ντονέρ-τας, στο Τιλκιλίκ και τέλος έφτασαν στο Μπασμανέ, όπου η Αλέβ άρχισε να διαμαρτύρεται από την κούραση. Ο Ισίκ της είπε να κάνει λίγη ακόμα υπομονή, ότι αφού περνούσαν την αψίδα που έβλεπαν λίγο πιο πέρα από το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού, θα έμπαιναν στο χώρο του Φουάρ (της διεθνούς έκθεσης), όπου θα μπορούσαν να κάνουν στάση για ξεκούραση. Να καθίσουν σε κάποιο υπαίθριο τεϊοποτείο και να φάνε ένα από τα περίφημα «γκεβρέκ» (κουλούρια) της Σμύρνης, που είχαν πετιμέζι για προζύμι. Θα του ’βαζαν ανάμεσα το υπέροχο τυρί που είχαν αγοράσει λίγο πριν στο Χάβρα σοκάκ, και θα ’πιναν μαζί τσάι από σαμοβάρι. Ως και ναργιλέ θα μπορούσε να πιει η Αλέβ, αν ήθελε!

«Σε πήγα πρώτα στα μέρη απ’ όπου μπορείς να πάρεις ακόμα μερικές αυθεντικές εικόνες της παλιάς Σμύρνης. Φυσικά τα πιο όμορφα σημεία της πόλης είναι οι συνοικίες που βρίσκονται στην παράλια λωρίδα γύρω από τον κόλπο, δηλαδή το Καρσίγιακα, το Άλσαντζακ, το Γκιουζέλ-γιαλί… Εκεί θα πάμε κατά το βραδάκι.»

«Οι ναργιλέδες της Σμύρνης φημίζονται από παλιά. Διατήρησαν την παράδοσή τους από την οθωμανική περίοδο μέχρι την εποχή της δημοκρατίας, ακόμα και ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Οι ναργιλέδες του παλιού καιρού είχαν φαρδύ λουλά, μεγάλο μαρκούτσι, βελουδένια λαβή και κρυστάλλινη φιάλη… Όσο για τους ναργιλέδες της Σταμπούλ, ιδιαίτερα αυτούς στο καφενείο Μεσρουτιγέτ, που κάποτε λεγόταν Σύνταγμα, αυτοί είχαν κοντό λουλά και το μαρκούτσι ήταν μικρό και καμωμένο από μπρούντζο. Ενώ τα Σμυρναίικα ήταν από κεχριμπάρι. Οι πραγματικοί θεριακλήδες, που φρόντιζαν για την απόλαυσή τους, έφερναν δικό τους ασημένιο επιστόμιο και το περνούσαν πάνω στο όμορφο κεχριμπαρένιο μαρκούτσι. Στο περίφημο Café de Paris της Προκυμαίας, κάποτε, τις καλοκαιρινές ημέρες, όλοι σχεδόν οι προεστοί της πόλης κάθονταν και κάπνιζαν νωχελικά τους ναργιλέδες τους με θέα τον κόλπο… Απ’ ό,τι βλέπεις, τώρα έχουμε εκσυγχρονιστεί. Τα μαρκούτσια είναι πια πλαστικά, οι φιάλες είναι από κοινό γυαλί και οι λαβές από συνθετικό βελούδο που ξεφτάει πολύ γρήγορα. Αλλά και πάλι έχε το νου σου. Ακόμα κι ο Ναζίμ Χικμέτ προειδοποιούσε τους θιασώτες λέγοντας: “Ο ναργιλές της Σμύρνης λένε ότι βαράει στο κεφάλι όποιον δεν είναι συνηθισμένος”.»

Όσο της μιλούσε ο Ισίκ, δίνοντάς της πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με το ναργιλέ, η Αλέβ κρατούσε σφιχτά το μαρκούτσι, αν και της ερχόταν να το πετάξει από το χέρι κάθε φορά που την έπιανε βήχας. Η πεισματική όμως έκφραση στο πρόσωπό της δήλωνε τη βεβαιότητά της πως τελικά θα κατάφερνε να τον απολαύσει. Ακούμπησε το στόμιο του μαρκουτσιού στο κάτω χείλος της, όπως της είχε δείξει ξανά και ξανά ο Ισίκ. Ύστερα, ακουμπώντας απαλά και το πάνω χείλος, άρχισε με μικρές ρουφηξιές να κάνει σιγά σιγά το τουμπεκί να καπνίζει.

«Είδες λοιπόν; Χα, χα… Παιχνιδάκι είναι! Πρώτα με μικρές εισπνοές θα κάνεις το τουμπεκί να τραβήξει τη φωτιά μέσα του και να ζωντανέψει. Το πότε είναι έτοιμο θα σου το πουν οι μπουρμπουλήθρες του καπνού που περνάει από το νερό. Δε θα το τραβήξεις μονοκοπανιά μέσα σου. Ούτε θα κρατάς το μαρκούτσι όπως κρατάει η νιόνυφη κατιτίς! Κατάλαβες, μικρέ κύριε; Ne c’ est pas, chérie? Ει, μικρέ, έλα να αλλάξεις τη φωτιά!»

«Τι όμορφο αυτό το μέρος εδώ, που λες ότι ονομάζεται Κιουλτούρ-Παρκ. Ένα δείγμα πολύ έξυπνου πολεοδομικού σχεδιασμού. Ποιος ξέρει τι μεγάλοι έρωτες πέρασαν από δω μέσα… Αλήθεια πότε δημιουργήθηκε αυτό το πάρκο;»

Ο Ισίκ διασκέδαζε πολύ παρακολουθώντας τη γυναίκα που αγαπούσε να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με το ναργιλέ. Κοντοστάθηκε πριν απαντήσει.

«Η ιστορία του πάρκου δεν είναι και τόσο ευχάριστη. Τις τελευταίες ημέρες του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, λίγες ημέρες αφότου μπήκε ο τουρκικός στρατός στην πόλη, ξέσπασε μια μεγάλη φωτιά που σάρωσε τα πάντα εδώ πέρα. Μέχρι σήμερα έχουν γίνει πολλές υποθέσεις γύρω από το πώς ξέσπασε η φωτιά, αλλά δε θέλω να πιάσω αυτό το θέμα τώρα και να χαλάσω τη μέρα μας.

»Οι πιο όμορφες και πιο πλούσιες γειτονιές της Σμύρνης έγιναν στάχτη σ’ εκείνη την καταστροφή. Ακόμα και μετά την ίδρυση του νέου κράτους της Τουρκίας, η καμένη περιοχή έμεινε για πολλά χρόνια όπως ήταν, μια καμένη γη μέσα στην καρδιά της πόλης, σαν δυσοίωνος τόπος θανάτου. Ύστερα από δέκα χρόνια και κάτι, οι ιθύνοντες της πόλης έριξαν την ιδέα να καθαριστεί η περιοχή αυτή και να γίνει ένα ευρύχωρο πάρκο από το οποίο θα μπορούσαν να επωφεληθούν οι κάτοικοι της πόλης. Έτσι δημιουργήθηκε αυτό το πράσινο, όπου τραβούμε τους ναργιλέδες μας τώρα.»

Η Αλέβ κοίταζε με μια έκφραση όλο σοβαρότητα τις μπουρμπουλήθρες που χόρευαν μέσα στη φιάλη του ναργιλέ.

«Κι οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ; Γιατί δε διεκδίκησαν τις περιουσίες τους και δεν ξανάχτισαν από την αρχή τα σπίτια και τα μαγαζιά τους, τα αρχοντικά κι ό,τι άλλο τους κατέστρεψε η φωτιά;»

Ο Ισίκ πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Αφού σου είπα, είναι μεγάλη ιστορία… Η οθωμανική Σμύρνη ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη. Ήταν ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο κι ο πληθυσμός της εκτός από Τούρκους, Λεβαντίνους, Ρωμιούς και Αρμένιους, αποτελούνταν και από άλλους πολίτες, επιχειρηματίες από χώρες της Δύσης…

»Αν μπω στις λεπτομέρειες, θα σου μιλάω επί μέρες. Περιληπτικά συνέβη το εξής: Η κοινωνική δομή, η οποία αποτελούσε ένα χωνευτήρι για όλες τις εθνικές διαφορετικότητες μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατέρρευσε κατ’ αρχάς από τα αίτια που προκάλεσαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στη συνέχεια από τη διάλυση του οθωμανικού κράτους, με την κατάληψη των εδαφών του, και τελικά, ως επακόλουθο τούς Πολέμους της Ανεξαρτησίας.

»Για να έρθουμε από το γενικό στο ειδικό, η τραγωδία που ξεκίνησε με την κατοχή της Σμύρνης και της Δυτικής Μικρασίας από τους Έλληνες, στάθηκε αιτία να σπάσει το μωσαϊκό των πολιτισμών, που είχαν ζήσει μαζί εδώ και αιώνες. Η φωτιά της Σμύρνης, που ξέσπασε μετά τη νίκη του Ατατούρκ, ήταν η βασική αιτία που έφερε την αρχή του τέλους. Τα βαριά κρίματα που είχαν διαπράξει άνθρωποι και των δύο εθνοτήτων, θα καθιστούσαν αδύνατη πλέον τη συμβίωσή τους. Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών. Εξαναγκάστηκαν δηλαδή οι Ρωμιοί της Μικρασίας να φύγουν στην Ελλάδα και οι Τούρκοι από τα εδάφη της Ελλάδας να κατοικήσουν στα μέρη που οι πρώτοι είχαν αδειάσει. Διαλυμένες οικογένειες, τρόποι ζωής που ανατράπηκαν και άλλα πάμπολλα τραγικά γεγονότα ήταν μερικές από τις συνέπειες που προκάλεσε τούτη η απόφαση. Αλλά το βέλος είχε πια φύγει από το δοξάρι.

»Αυτή είναι μια πρόχειρη πρώτη απάντηση στο γιατί δεν οικοδομήθηκε εκ νέου η καμένη περιοχή…»

Η Αλέβ πήρε τη μικρή τσιμπίδα που κρεμόταν με μια αλυσίδα από το σκαμνί του τουμπεκιού και ανακάτεψε τη φωτιά του ναργιλέ της. Είπε χωρίς να τον κοιτάζει:

«Ήταν πολύ επιφανειακή η τοποθέτηση, αλλά νομίζω πως πρέπει να αρκεστώ σ’ αυτήν. Εξάλλου λόγω της εθνικότητάς σου δεν μπορείς να είσαι εντελώς αμερόληπτος. Κατάλαβα ότι η βασική αιτία που δεν ανοικοδομήθηκε η περιοχή είναι ότι οι άνθρωποι που θα διεκδικούσαν τις περιουσίες τους είτε εξαναγκάστηκαν με την ανταλλαγή να μετοικήσουν είτε έχασαν τη ζωή τους μέσα στη φωτιά… Ή κάνω λάθος;…»

Ο Ισίκ σήκωσε ελαφρά τους ώμους.

«Ο πατέρας μου είχε ερευνήσει αρκετά την Ιστορία γύρω από την περίοδο της κατοχής. Είχε ζήσει τα δεινά της καθώς και τις κοινωνικές οδύνες της μετέπειτα περιόδου. Κάποτε, σε αντίστοιχη ερώτησή μου, είπε τα εξής: “Όσο ζούσαμε μαζί με τους Ρωμιούς, ως υπήκοοι του οθωμανικού κράτους, η ζωή μας κυλούσε μέσα στα καθημερινά βάσανα, χωρίς ποτέ να προβληματιστούμε. Μόνο μετά την ελληνική κατοχή αντιληφθήκαμε ότι στην πραγματικότητα μέσα στην πορεία της Ιστορίας η κάθε κοινότητα είχε εμπιστευτεί προσωρινά τον εαυτό της στην άλλη. Επί αιώνες δημιουργούσαμε απίθανους μύθους, ανατρεφόμασταν με λάθη, χωρίς να παύουμε να νιώθουμε ότι ανήκαμε σε ισχυρές αλλά και πρωτόγονες κοινωνίες, τις οποίες οι κυρίαρχες δυνάμεις έκαναν ό,τι ήθελαν… Μια αγγλική παροιμία λέει: Might makes right… Κι έτσι είναι, η ισχύς κάνει το δίκιο… Έρχεται όμως η ώρα που το θύμα γίνεται δήμιος… Και τότε το δίκιο γίνεται ισχύς! Όταν, λοιπόν, κι οι δυο πλευρές αντικριστά παίξουν από μία φορά αυτόν το ρόλο, δεν μπορούν πια να ξαναζήσουν αντάμα. Επειδή, σε όσα προηγήθηκαν, ο καταπιεσμένος έχει ζήσει τον τύραννο κι ο τύραννος τον καταπιεσμένο. Κι όταν γίνεται αυτό, χάνεται πια η εμπιστοσύνη ότι δεν πρόκειται να ξαναζήσουν παρόμοιες ιστορίες…”

»Νομίζω ότι η ερμηνεία του πατέρα μου μου χρησίμεψε σαν τυφλοσούρτης, για να μπορώ να δίνω γρήγορες απαντήσεις σε ένα σωρό ερωτήματα που τριγυρίζουν μέσα στο μυαλό μου. Η ελληνική σκέψη, ακολουθώντας τους δρόμους που χάραξαν ευφυΐες όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, όφειλε να είναι σ’ όλα μεγάλη. Αλλά αυτός ο λαός, ο τόσο εξελιγμένος στη φιλοσοφία, στις επιστήμες, στις τέχνες, δεν τα είχε καταφέρει καλά στην ίδρυση του κράτους του, στη δημιουργία μιας αυτοκρατορίας και στην επέκταση και διατήρηση των εδαφών του μέσα από στρατιωτικές νίκες.

»Η αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ ένα κράτος. Την αποτελούσαν ορισμένες πόλεις-κρατίδια που, έχοντας κατ’ αρχήν κοινή γλώσσα, συνδέονταν μεταξύ τους με εμπορικές και πολιτιστικές συναλλαγές. Δεν είχαν σύνορα. Η επέκταση του ελληνικού εθνισμού ήταν ανάλογη με την κατά διαλέκτους κατανομή των λαών.

»Το 19ο αιώνα οι άνεμοι της ρομαντικής επανάστασης, που είχε ξεκινήσει στην Ευρώπη, άρχισαν να φυσούν και πάνω από τα υπό οθωμανική κυριαρχία ελληνικά χώματα. Τότε, πήρε μορφή ένα νέο ρεύμα σκέψης που κατέληξε στην πρωτοβουλία για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, έτσι ώστε να είναι πλέον αναπόφευκτες οι συνέπειες των καταστροφών, για τις οποίες μιλάμε τόση ώρα.»

Η Αλέβ έπαιζε με το μαρκούτσι του ναργιλέ της σαν να ήθελε να σημαδέψει προς κάτι εκεί γύρω.

«Η πόλη που γεννιέται μέσα από τις στάχτες της! Ένας τουρκικός αναγεννημένος Φοίνικας λοιπόν; Κι ετούτη δω η φωτιά, που έκανε τη Σμύρνη στάχτη, μάλλον συμβολίζει την ελληνική μικρασιάτικη διασπορά, έτσι δεν είναι;»

Ο Ισίκ τρεμόπαιξε τώρα τα μάτια του κουνώντας το κεφάλι καταφατικά στην Αλέβ.

«Νομίζω ότι είχαν πάρει την προειδοποίηση πάνω από χίλια χρόνια πριν. Ξέρεις, ο Ηρόδοτος λέει πως, όταν μια καταστροφή πρόκειται να βρει κάποιο λαό, υπάρχουν θεϊκά σημάδια που εμφανίζονται και την προαναγγέλλουν!»

Η Αλέβ τράβηξε ακόμα μια ρουφηξιά από το ναργιλέ κι ύστερα άπλωσε το χέρι στο φλιτζάνι της πάνω στο τραπέζι.

«Εντάξει, ας αφήσουμε τώρα το παλιό δράμα της Σμύρνης κι ας έρθουμε στα δικά μας. Έχεις βρει κάποια ανακούφιση μετά τις υπνώσεις που σου κάνει ο Γκιουρχούν;»

Ο Ισίκ σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και βύθισε το βλέμμα του πέρα, σ’ ένα ιδεατό σημείο ανάμεσα στις ακακίες, μέσα στο πράσινο φύλλωμά τους.

«Δε θα ’λεγα. Θαρρώ όμως ότι υπάρχει κάτι καινούργιο.»

«Δηλαδή;»

«Τώρα πια θυμάμαι κάποιους από τους εφιάλτες που βλέπω. Λόγου χάρη το όνειρο που είδα προχτές το βράδυ. Ένας μαυροφορεμένος τύπος, που δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπό του, μου έλεγε ότι συχνά το παρελθόν μας σπρώχνει. Αντίθετα, εγώ ήμουν σίγουρος ότι με τραβούσε το μέλλον… Είχα γονατίσει καθώς τον άκουγα. Με το ένα χέρι έσκαβα τον τάφο μου, ενώ με το άλλο πάσκιζα να παραμείνω στην κούνια μου!…

»Ένιωθα σαν σκουριασμένος κεραυνός που εξαφανιζόταν μέσα στο σκοτάδι. Τίποτα δε φαινόταν να συμβαίνει με τη θέλησή μου. Λες και στο βάθος της ύπαρξής μου ένα τόξο είχε τεντωθεί όσο δεν έπαιρνε άλλο, το βέλος που ξέφευγε απ’ το τόξο τρυπούσε το χρόνο και, χωρίς να μου αφήνει δυνατότητα ν’ αντιληφθώ τι γίνεται, κατευθυνόταν γοργά προς το σκοπό του.

»Ήταν σαν να κοιτούσα τη ζωή μέσα από το θάνατό μου…

»Έπαιζα συνεχώς στοιχήματα στο παιχνίδι της ρουλέτας όπου “ο χαμένος τα κερδίζει όλα”!

»Στα χθεσινοβραδινά μου όνειρα ήταν συνυφασμένη και μια πολύ έντονη μουσική. Όταν ξύπνησα θυμόμουν ακόμα χοντρικά τις νότες των μελωδιών που συνόδευαν τις εικόνες στ’ όνειρό μου.

»Έτρεχα με κομμένη την ανάσα μέσα στα στενοσόκακα. Με είχε αδράξει κάποιος μεγάλος φόβος. Ύστερα βρέθηκα σ’ ένα ίσωμα. Πιο πέρα ήταν ένας γκρεμός. Συνέχισα να τρέχω τρικλίζοντας προς τα κει. Όταν πλησίασα, κατάλαβα ότι αυτό που μου φαινόταν γκρεμός ήταν η θάλασσα που απλωνόταν με κατάμαυρα κύματα πέρα από έναν πέτρινο μόλο.»

Ο Ισίκ σώπασε για λίγο. Η Αλέβ του πήρε το χέρι.

«Μίλησες για μουσική. Ποιο κομμάτι λες ότι θυμόσουν καθαρά;»

Το βλέμμα του Ισίκ άστραψε παράξενα. Έσφιξε το χέρι της.

«Ήταν η Κατάρα του Φάουστ!»

«Μπερλιόζ!»

«Φυσικά… Θυμήσου το κομμάτι που λέγεται Ο δρόμος για την Κόλαση.»

«Ναι… Πα-πα-πα-παμ! Η 18η και η 19η σκηνή του τέταρτου μέρους! Νομίζω ότι είναι η πιο δραματική στιγμή ολόκληρης της σύνθεσης.»

«Οι ήχοι της Κόλασης που βγαίνουν από την ορχήστρα… Ο διαβολικός ρυθμός της χορωδίας… Με τη συνοδεία αυτής της διαβολικής μουσικής, που συγκλονίζει συθέμελα τον άνθρωπο, έτρεχα μαζί με τον Φάουστ και τον Μεφιστοφελή προς την έσχατη άβυσσο που στα βάθη της ήταν η Κόλαση. Λες κι είχα ταυτιστεί με την τραγωδία του Φάουστ, που είχε πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο, ανταλλάσσοντάς τη με γνώση και δύναμη!

»Καθώς πλησίαζα με κομμένη ανάσα το σημείο που ο μόλος έβρισκε τη θάλασσα, ξαφνικά είδα πάλι μπροστά μου τον άνθρωπο με το σκοτεινό πρόσωπο. Σήκωσε το χέρι με σαφή τρόπο και με σταμάτησε. Τρικλίζοντας στάθηκα ακριβώς απέναντί του. Ήμουν τόσο κοντά και πάλι δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα σκοτεινά χαρακτηριστικά του προσώπου του.

»Εκείνος κατέβασε αργά το υψωμένο του χέρι και το σταμάτησε ακριβώς στο ύψος του προσώπου μου. Άρχισε να σαλεύει το δείκτη του προς τα μένα σαν δικαστής, κι ύστερα μου μίλησε με φωνή που έβγαινε μέσα από το λαρύγγι του σαν ρόγχος…»

Οι κόρες των ματιών του Ισίκ είχαν μεγεθυνθεί. Η ανάσα του είχε γίνει γρήγορη. Η Αλέβ προσπάθησε να αποσπάσει το βλέμμα του από κει που το είχε βυθίσει μέσα στις ακακίες.

«Τι σου είπε, Ισίκ; Πες μου, αγαπημένε μου. Πες μου να ξελαφρώσεις. Κι ας φύγουμε ύστερα από εδώ. Θέλω να πάμε στην Προκυμαία, να δοκιμάσω το ούζο με τα παγωμένα αμύγδαλα, που μου υποσχέθηκες. Να νιώσω τον μπάτη πάνω στο δέρμα μου και να ζήσω τη σμυρναίικη βραδινή ρέμβη. Έλα, προσπάθησε λίγο ακόμα. Βγάλε το δηλητήριο από μέσα σου!»

Ο Ισίκ της άφησε το χέρι. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα. Σηκώθηκε όρθιος. Ύστερα σήκωσε το δεξί του χέρι και κουνώντας το δάχτυλο πέρα, προς ένα ακαθόριστο σημείο, είπε με φωνή που δεν ήταν δική του:

«Ε, Ισίκ Κάνσοϊ, εσύ που βγήκες από την ανυπαρξία με ειδική εντολή της θείας δύναμης, είσαι καταδικασμένος να ζήσεις τη μοίρα σου! Όμως το τέλος μιας ζωής που έχει εκπληρώσει το σκοπό της θεωρείται ότι είναι η αρχή της αλήθειας. Το κάρμα απαιτεί την εκπλήρωση του θεϊκού σχεδίου. Θα φτάσεις κι εσύ στο τέλος αυτού του μακρινού δρόμου!»

Μεχμέτ Τζοράλ, Πολλές ζωές στη Σμύρνη: Σμύρνη, 13 Σεπτεμβρίου 1922, Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σ. 148-157