Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Μια ματιά στο Σεράγεβο (διήγημα)

Ίβο Άντριτς 

Μια ματιά στο Σεράγεβο, διηγήματα, Αλέα 1993

 

Έτσι το Σαράγεβο έχει δύο όψεις και δύο πρόσωπα, το ένα σκοτεινό κι αυστηρό, το άλλο φωτεινό και γοη­τευτικό. Στις κορυφές που υψώνονται πάνω από τη στενή οροσειρά στέκονται οι πύργοι και τα τείχη των κάστρων με τούρκικη καταγωγή. Κάτι σαν πολεμικός άνεμος και σαν τους κινδύνους άλλων εποχών, κάποιοι φόβοι κι αγωνίες ανάκατοι με τον κρύο αέρα των βουνών, υψώνονται μέσα από τις χαράδρες. Κάτω στην κοιλάδα, εκεί όπου η οθωμανική διοίκηση σε συνεργασία με τους κατοίκους δημιούργησε, στην εποχή της ανάπτυξής της, μια δημιουργική ζωή και κίνηση - εκεί, απλώνεται η πόλη του Σαράγεβο. Πόλη με παλαιές κι ευγενείς παραδόσεις, πόλη αδελφοτήτων με συνείδηση και υπόληψη πολιτών, πόλη εμπορική όπου, όχι μόνο το χρήμα αλλά και το καλό γούστο ήταν σεβαστό, μια πόλη όπου αναπτύχθηκε η έννοια της τάξης και του κάλλους και μια ζωή ευτυχισμένη κι αρμονική. Αυτά τα δύο αντιφατικά χαρακτηριστικά, πλαισιωμένα από την ιστορική ανάπτυξη της πόλης, σημάδεψαν τη συμπεριφορά των κατοίκων της: εμπορικό πνεύμα, ελπίδες για μια πιο ολοκληρωμένη ζωή και για πλατύτερους ορίζοντες και, πάνω απ' όλα, ένα πέπλο μελαγχολίας, η ανάσα μιας ελαφράς κι αόρι­στης αγωνίας, μια αιώνια καχυποψία απέναντι στη ζωή και σ' ό,τι αυτή φέρνει μαζί της.

Είναι μια πόλη. Αυτή η εντύπωση κι αυτή η σκέψη μας ακολουθούν συνεχώς καθώς σκαρφαλώνουμε στην κορυφή ενός από τα βουνά που, στεφανωμένα με παλαιά κάστρα, σφίγγουν και βαραίνουν το Σαράγεβο. Ανάμεσα στα πολυτραγουδισμένα απόκρημνα δάση που γλιστρούν πάνω στις λοφοπλαγιές απλώνονται, σαν λεπτές στιβάδες χιονιού, τ' αλλοτινά και τόσο χαρακτηριστικά λευκά μουσουλμανικά νεκροταφεία. (Δε γνωρίζω χάρη σε ποια ψευδαίσθηση ή σε ποια αδιανόητη λογική, είχα πάντοτε την εντύπωση ότι τα δάση σκαρφαλώνουν τις πλαγιές, ενώ τα νεκροταφεία τις κατεβαίνουν.) Το λυκόφως που πέφτει αργά, υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο τη λευκότητα των τάφων. Πολλές από τις λευκές αυτές στήλες γέρνουν, λες κι ετοιμάζονται να ξαπλώσουν κι αυτές μέσα στον τάφο, δίπλα στο νεκρό τους. Κατά τόπους, αυτές οι αναμνηστικές στήλες είναι καρφωμένες τόσο κοντά η μία στην άλλη, τόσο πλαγιαστά και με τέτοια ακαταστασία, ώστε θυμίζουν μπλεγμένα αγκάθια, ριγμένα κάτω από τον άνεμο.

Τούτα τα παλιά μουσουλμανικά νεκροταφεία δεν έχουν τίποτε από την αυστηρή και σκοτεινή μελαγχολία των αντίστοιχων χριστιανικών. («Οι Τούρκοι ενταφιάζουν τους νεκρούς τους με ωραιότερο τρόπο απ' ό,τι εμείς τους δικούς μας και τα νεκροταφεία τους είναι αληθινοί κήποι», λέει ένας ήρωας του Heine στο Ταξίδι διαμέσου του Harz.) Πράγματι το μουσουλμανικό κοιμητήρι δεν είναι σαν το χριστιανικό, ένας θλιβερός τόπος στην περιφέρεια της πόλης, αλλά ένα στοιχείο του ζωντανού σκηνικού της· ο θάνατος δε σκοτεινιάζει τη ζωή κι η ζωή δε βεβηλώνει το θάνατο. Αυτά τα κοιμητήρια γύρω από το Σαράγεβο, με τις λευκές επιτάφιες στήλες τους που χώνονται όλο και περισσότερο μέσα στη γη, πεθαίνουν κι αυτά σήμερα, αλλά με γαλήνη, αξιοπρέπεια και κάλλος, όπως πέθαιναν κι ενταφιάζονταν, στους περασμένους αιώνες, αυτοί που τώρα αναπαύονται εκεί.

Χαμηλότερα από εμάς, μέσα στην ομίχλη του λυκόφωτος, χάνεται η παλιά πόλη του Σαράγεβο με τα μνημεία της, διαφορετικού ύφους και χρόνου, με τις εκκλησίες της, παλιές και νέες, με τις συναγωγές και τα πολυάριθμα τζαμιά της, κοντά στα οποία υψώνονται λεύκες, - ψηλές κι ευλύγιστες σαν τους μιναρέδες τους. Πόλη επαναστάσεων και πολέμων, χρήματος και λιμών, της πανούκλας και των μεγάλων πυρκαγιών, πόλη δραστήριων ανθρώπων που συνεχίζουν ν' αγαπούν τη ζωή κι ας τη γνώρισαν κι από την καλή κι από την κακή πλευρά της. Το πρόσωπο της πόλης, μέσα στην τελευταία λάμψη του λυκόφωτος, φανερώνει την αρχαία σοφία της· σαν τις ρυτίδες που σκάβονται από τα σημαντικά γεγονότα και τις αιώνιες εμπειρίες, έτσι κι αυτή δείχνει τους δρόμους που σκάφτηκαν πάνω της, τους ελικοειδείς και τολμηρούς της οθωμανικής εποχής, καθώς και τους ίσιους κι άκαμπτους της αυστριακής περιόδου. Αυτοί οι δύο τύποι οδών ξεχωρίζουν με ευκρίνεια σαν τα αλφάβητα και τις γραφές δύο διαφο­ρετικών γλωσσών. Αλλά, το πέπλο του λυκόφωτος που όλο σκοτεινιάζει, μας κάνει να τους μπερδεύουμε, να τους ενώνουμε μέσα στον αδιάκριτο μύθο της νύχτας που μοιράζονται, ένα μύθο που τώρα απλώνεται πάνω στην ιστορία και τους θρύλους, στα κατορθώμα­τα των ξένων κατακτητών, των μικρών και μεγάλων αυτοχθόνων τυράννων, της ολιγαρχίας, στα μεγάλα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών ανάμεσα σ' εκείνους που έχουν και δε δίνουν τίποτε και σ' εκείνους που δεν έχουν άλλο αγαθό από τη φτώχεια τους.

Όμως, χαμηλότερα, στο βάθος του ορίζοντα, εκεί που σταματά η παλιά πόλη κι αρχίζει η κοιλάδα, διακρίνουμε ακόμη το φως της ημέρας. Στην τελευταία πορφυρή αντανάκλαση του ήλιου που ήδη χάνεται, υψώνονται οι λευκοί καπνοί των υψικαμίνων και δια­κρίνονται οι στέγες των νέων οικισμών. Εκεί κάτω, οι νέες γενιές της παλιάς πόλης χτίζουν την καινούργια. Αργά, κοπιαστικά-σαν όλα τα μεγάλα γεγονότα-, κάτω στην κοιλάδα το παρελθόν θα χειραγωγηθεί κι η ιστορία θα ξεπεραστεί. Κάτω από τη φαινομενικά παρθένα γη αναπαύονται, σε μεγάλα στρώματα, τα βάθη των προϊστορικών συνοικισμών, τα μωσαϊκά και τα στρατιωτικά τείχη της ρωμαϊκής εποχής, τα νομίσματα και τα όπλα της μεσαιωνικής Βοσνίας· πάνω στην ίδια αυτή γη, κατασκευάζονται κτίρια κι εργοστάσια και χαράσσονται τα όρια μιας νέας ζωής. Αργά, κοπιαστικά αλλά σίγουρα, σύμφωνα με τους αμετάβλητους νόμους της ιστορικής ανάπτυξης.

Όποια ώρα της ημέρας, σε οποιαδήποτε τοποθεσία κι αν βρίσκεστε, όταν κοιτάζετε το Σαράγεβο που απλώνεται στα πόδια σας, μια και μοναδική σκέψη, έστω κι ασυνείδητα, ξυπνάει μέσα σας. Μια πόλη είναι εκεί. Μια πόλη που ταυτόχρονα μεταμορφώνεται, αγωνιά κι αναγεννάται.

Ίβο ΄Αντριτς, Μια ματιά στο Σεράγεβο, Αλέα, 1993, σ. 31-35.