Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Πιερ Πάολο Παζολίνι

Τα παιδιά της ζωής,  Οδυσσέας  1979

 

Κείνη τη μέρα πήγανε και φάγανε στους καλόγερους. Κατ’ ανάγκη, γιατί παρόλο που γυρίσανε όλο το πρωί στην Πιάτσα Βιτόριο δεν κατάφεραν να κονομήσουν ούτε μια λιρέτα.

Χλωμοί από την πείνα, πέρασαν σα χαμένοι κάτω από τη διάβαση του σταθμού και φτάσανε στη Βία Μαρσάλα, όπου στον αριθμό 210 βρισκόταν ένα πορτάκι με την επιγραφή «Συσσίτιον» του Σάκρο Κουόρε ή της Μπεάτα Βέρτζινε, κάτι απ' τα δυο. Χώσανε μέσα πρώτα τη μύτη τους, υστέρα την κεφάλα, κάνοντας ένα βήμα μπροστά και δυο πίσω, ντυμένοι στην πένα καθώς ήτανε, και μόνο ο Ριτσέτο με τα πάνινα παπούτσια, και βρέθηκαν μέσα σ' ένα διαδρομάκι που 'βγάζε σε μια αυλή με πατημένο χώμα, γεμάτο «ευλαβείς πιστούς» σαν και του λόγου τους, που παίζανε μπάσκετ, κι έκανε μπαμ ότι παίζανε μόνο και μόνο για να φχαριστήσουν τους καλόγερους. Ο Ριτσέτο και ο Κατσότα ρίξανε μια ματιά και κόβοντας ο ένας τη φάτσα του άλλου λίγο έλειψε να κόψουν, ρόδα μυρωμένα, βλέποντας τα μαύρα τους χάλια. Παρόλα αυτά, χαχανίζοντας και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον με τις πλάτες και με φάτσες χαρούμενες, κατεργαραίων που τη βολέψανε, μπουκάρησαν μέσα.

Ένας κοιλαράς καλόγερος ήρθε κατά πάνω τους καταϊδρωμένος και κακοντυμένος και κείνοι κωλώνοντας λιγάκι είπαν μέσα τους: «Τί να θέλει τούτος δω τώρα;» Μα ο καλόγερος τους ρώτησε δυνατά: «Θέλετε να φάτε παιδιά;» Ο Ριτσέτο γύρισε το κεφάλι απ' την άλλη μεριά για να μη δείξει ότι του 'ρχότανε να βάλει τα γέλια, ενώ ο Κατσότα, που 'χε ξανάρθει μία άλλη φορά, έκανε: «Ναι, πάτερ». Στη λέξη «πάτερ» ο Ριτσέτο δεν άντεξε πια κι άρχισε να γουργουρίζει τόσο π' αναγκάστηκε να κάνει στα ψέματα ότι δένει τα κορδόνια σ' ένα από κείνα τα βρωμοπάπουτσα που φορούσε, για να κρύψει τη μούρη του. Ο καλόγερος έκανε «ελάτε μαζί μου» και τους οδήγησε σε μια πόρτα, απ' την άλλη μεριά της αυλής, που υπήρχε ένα τραπεζάκι μ' ένα κατάστιχο κι ένα μπλοκάκι με κουπόνια. Σηκώνοντας τη φουστάνα, μέχρι σχεδόν που φάνηκε η κοιλάρα του, ο καλόγερος ζήτησε να του πούνε τα στοιχεία τους. «Τί; ποιά;» έκαν' ο Ριτσέτο, μ' έκπληξη αλλά εξυπηρετικός, ολόκληρος στη διάθεση του. Σα μάθανε τι διάολο ήτανε εκείνα τα «στοιχεία» έδωσαν άλλα αντί άλλων και σ' αντάλλαγμα πήρανε με σεβασμό απ' τα χέρια του καλόγερου το κουπόνι.

Ο Ριτσέτο ήτανε πολύ βολικός βλέποντας  ότι όλα πήγαιναν δεξιά και σχεδόν λιγάκι συγκινημένος μες στην ασυνήθιστη αμηχανία του. «Λοιπόν, και πότε τρώμε;» ρώτησε γιομάτος προσμονή. «Που ξέρω γω, σε λίγο» απάντησ' ο Κατσότα. Στο μεταξύ οι άλλοι βλαμμένοι συνέχιζαν να παίζουν κείνη τη μαλακία παιχνίδι, ψόφιοι στην κούραση. «Ει, παίζουμε κι εμείς» έκαν' ο Ριτσέτο, αποφασισμένος με κάθε τρόπο να επιβάλει τα δικαιώματα του. Πήγανε στη μέση της αυλής, τσακώθηκαν λιγάκι με τους άλλους, σε χειρότερα χάλια απ' αυτούς, κι άρχισαν να παίζουν χωρίς να έχουν ιδέα από μπάσκετ, παιχνίδι άγνωστο γι' αυτούς. Όλη κείνη τη μισή ωρίτσα που παίζανε, ο Ριτσέτο δεν έκανε άλλο απ' το να προσέχει μην του ξεφύγει κάνα «άι γαμήσου!»

Ύστερα οι καλόγεροι τους φώναξαν, χτυπώντας παλαμάκια, τους πέρασαν σε μια μεγάλη αίθουσα, στο βάθος μετά την πόρτα με τα κουπόνια, όπου υπήρχανε τραπέζια δέκα μέτρα μάκρος το καθένα, με πάγκους γύρω γύρω. Δώσανε στον καθένα δυο καθαρά πιρουνάκια και δύο γαβάθες κοφτό μακαρονάκι με φασόλια, τους βάλανε να πουν «Στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» και τους άφησαν να φάνε.

Για καμιά δεκαριά μέρες ο Ριτσέτο κι ο Κατσότα πήγαιναν σε κείνο το μέρος, μόνο το μεσημέρι όμως, γιατί το βράδυ οι καλόγεροι το 'κλειναν το μαγαζί. Έτσι πολλές φορές οι δυο τους τρώγανε μόνο μια φορά τη μέρα. Το βράδυ τα μπαλώνανε ή με λεφτά που κονομάγανε το πρωί στο σταθμό ή στη λαϊκή αγορά της Πιάτσα Βιτόριο ή σουφρώνοντας τίποτα απ' τα μαγαζάκια. Τελικά ένα βράδυ η τύχη τους χαμογέλασε και στείλανε τους καλόγερους να πα να γαμηθούνε. Ήτανε πάνω στο τραμ της περιφερειακής γραμ­μής, όπου είχε ανέβει μια κυρία με μια τσάντα που 'χε μέσα ένα τσαντάκι. Κείνο το τσαντάκι, μέσ' απ' τη βιτρίνα του αλλαντοπώλη της Βία Μερουλάνα, που η κυρία είχε μπει λίγο πριν, τους είχε φανεί φουσκωμένο, έτσι που υποσχότανε πολλά, κι η κυρία βγαίνοντας το 'χε βάλει μες στην τσάντα που 'τανε φίσκα μέχρι πάνω και δεν έκλεινε καλά. Η μοίρα· ο Ριτσέτο κι ο Κατσότα είχανε στην τσέπη ίσα ίσα τριάντα λιρέτες. Τις μοίρασαν, δεκαπέντε ο καθένας, ενώ τρέχανε, κυνήγησαν το τραμ που 'χε κιόλας ξεκινήσει και πήδηξαν μέσα στα γρήγορα. Ο καθένας μπήκε για πάρτη του και πήγανε και στάθηκαν δίπλα στην κυρία. Εκείνη ήταν πιασμένη απ' τη χερολαβή, κοιτάζοντας με μίσος τους διπλανούς της. Ο Ριτσέτο στάθηκε πιο κοντά της, γιατί αυτός ήταν που 'πρεπε να τη φτιάξει τη δουλειά. Ο Κατσότα στάθηκε πίσω του για να του καλύπτει τις κινήσεις, καθώς ο Ριτσέτο, αφού άνοιξε σιγά σιγά την τσάντα, τράβηξε το τσαντάκι με το δεξί του χέρι και το γλίστρησε ακουμπώντας το στο πλευρό του κάτω απ' το αριστερό του μπράτσο μέχρι να το σφίξει κάτω απ' τη  μασχάλη του. Ύστερα έχοντας πάντα τον Κατσότα· από κοντά, που του 'κανε πλάτες, άνοιξαν δρόμο ανάμεσα απ' τον κόσμο, κατέβηκαν στην πρώτη στάση κόβοντας μέσ' απ' το πάρκο της Πιάτσα Βιτόριο, τράβηξαν  προς τα κάτω κι έγιναν καπνός ώσπου να πεις κίμινο. Εξαφανίστηκαν απ' τη μεριά του Σαν Λορέντσο, περνώντας κάτω απ' την καμάρα της Σάντα Μπιμπιάνα. Και μιας και βρίσκονταν σ' εκείνα τα μέρη, σκέφτηκαν να κάνουν μια επίσκεψη στο Τιμπουρτίνο, να δουν πως πάνε τα πράματα μετά τη φυγή τους με τις πολυθρόνες του ταπετσέρη στη Βία ντέι Βόλσι.

Ήτανε βραδάκι, κι ένα δροσερό αεράκι έδινε χαρούμενο τόνο στην ατμόσφαιρα, την ώρα που οι εργάτες γυρνούν απ' τη δουλειά και τα τραμ περνάνε φίσκα σα σαρδελοκούτια, και πρέπει να περιμένεις τρεις ώρες στη στάση για να μπορέσεις να κρεμαστείς στα σκαλοπάτια. Απ' το Σάν Λορέντσο, στα Βεράνο, μέχρι και το Πορτονάτσο, ήταν σα γιορτή, φασαρία, κίνηση, πήγαιν' έλα. Ο Ριτσέτο τραγουδούσε:

«Ρώμη τι όμορφη που 'σαι απόψε…

τι  όμορφη που 'σαι μες στο δειλινό».

 

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Τα παιδιά της ζωής, Οδυσσέας 1979, σ. 92-95.