Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Το υπερπραγματικό στο έργο του Γουναρόπουλου

Το 1951 ο φιλότεχνος βιομήχανος Απ. Παπαγεωργίου αναθέτει στο γνωστό ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο (1890-1977) την αγιογράφηση της μικρής εκκλησίας του Νοσοκομείου, της Αγίας Τριάδας, στον Άναυρο, αναλαμβάνοντας ο ίδιος όλα τα έξοδα.

Η τεχνική και το ύφος, που ακολουθεί ο Γουναρόπουλος για την αποπεράτωση της αγιογράφησης του ναού, δε διαφέρουν από αυτά της κοσμικής ζωγραφικής του. Υιοθετεί μια ελεύθερη απόδοση των μορφών πέρα από το γνωστό αυστηρό κανόνα της βυζαντινής αγιογραφίας, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τα παραδοσιακά διακριτικά των αγίων.

Στις εικόνες του τέμπλου παριστάνονται οι μορφές της Θεοτόκου, του Ιησού Χριστού, του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου, της Αγ. Τριάδος, της Αγ. Βαρβάρας, του Αγ. Παντελεήμονος, της Αγ. Παρασκευής και των αρχαγγέλων Γαβριήλ και Μιχαήλ.

Οι φιγούρες διακρίνονται για το άρτιο σχέδιο, την άνεση, τον αέρα της ελεύθερης γραμμής. Πρόσωπα λιτά, έντονη ζωγραφικότητα και πλαστικότητα της φόρμας, ηρεμία και γλυκύτητα. Το φως αποδίδεται μέσα από κοκκινωπούς, κίτρινους, πορτοκαλί και ιώδεις τόνους. Το ημίφως με πρασινοκίτρινες αποχρώσεις. Η σκιά με μπλε-μοβ… Αν εξετάσουμε τη χρωματική του κλίμακα, διαπιστώνουμε ότι παρόμοιες χρωματικές επιλογές δε χρησιμοποιούνται από άλλους ζωγράφους, είναι πρωτότυπες και μοναδικές.

Φόντο και κυρίως θέμα δουλεύονται με τα ίδια ακριβώς χρώματα. Και στα δύο, συναντάμε μεγάλες σχετικά επιφάνειες φωτός και σκιάς, που εναλλάσσονται δημιουργώντας δυνατές αντιθέσεις, ενώ τα πρόσωπα των αγίων προβάλλονται ολοφώτιστα μέσα από τους σκούρους μπλε-μοβ τόνους. Το φόντο πάντως δεν αποδίδεται σε όλες τις περιπτώσεις μόνο με πλατιές, φωτεινές και σκιερές επιφάνειες. Σε μερικές περιπτώσεις διακρίνουμε στο δεύτερο επίπεδο παραστάσεις με θέματα που σχετίζονται με τη ζωή του αγίου, δοσμένες με τρόπο αφαιρετικό (π.χ. στην εικόνα του Ιωάννη του Βαπτιστή διακρίνουμε βράχους και νερό γύρω από αυτούς).

Ένα άλλο αξιοπρόσεκτο στοιχείο είναι η σχεδιαστική απόδοση των ματιών. Το σχέδιο και η έκφραση τους, το βλέμμα τους είναι σχεδόν ίδιο σε όλες τις εικόνες, ήρεμο, γαλήνιο, μακάριο…

Χρώματα όχι τόσο γήινα και φυσικά δίνουν μια εξωπραγματική διάσταση στα θέματα, οδηγούν σε μια προσωπική ερμηνεία του θρησκευτικού ιδεώδους. Πετυχαίνει δηλαδή ο Γουναρόπουλος και εδώ, όπως και στην κοσμική ζωγραφική του, τον αβίαστο συγκερασμό του υπερπραγματικού και του πραγματικού στοιχείου.

Η αγιογράφηση του ναού σε τέτοιο ύφος αποτέλεσε μεγάλη και σημαντική καινοτομία για την εποχή και οπωσδήποτε εντυπωσίασε. Πολλούς τους γοήτευσε, μάλλον τους πιο τολμηρούς και δεκτικούς σε πρωτοποριακές ιδέες. Άλλους αιφνιδίασε, κάποιους ίσως και αρνητικά. Μια τέτοια αντίδραση ήταν αναμενόμενη, αφού το μεγαλύτερο μέρος του κοινού ήταν εξοικειωμένο με την παραδοσιακή αντίληψη της αγιογραφίας. Ίσως να ξάφνιασε η αίσθηση του εξωπραγματικού στοιχείου, ή μάλλον αυτός ο επιτυχής και ενδιαφέρων συνδυασμός του πραγματικού και του υπερπραγματικού, με κάποια σουρεαλιστική μάλιστα τάση.

Όσον αφορά τις τοιχογραφίες (Πλατυτέρα, Παντοκράτορα, Απεσόντα, Αγ. Κοσμά και Δαμιανό, Αγ. Κύρο και Ιωάννη), επειδή δεν προστατεύονται, όπως οι αγιογραφίες του τέμπλου που καλύπτονται με τζάμι, και είναι εκτεθειμένες στην υγρασία και την αιθάλη των κεριών, τα χρώματα έχουν αλλοιωθεί δραματικά. Σε πολλά σημεία των συνθέσεων είναι εμφανή ραγίσματα στον τοίχο και ξεφτίσματα. Δυστυχώς, αν δε συντηρηθούν σωστά και έγκαιρα, θα γίνουμε μάρτυρες της πλήρους καταστροφής ενός αξιόλογου έργου, που αποτελεί, θα λέγαμε, σταθμό στην ιστορία της αγιογραφίας.

Γιατί, απ’ όσο γνωρίζω, η δουλειά αυτή του Γ. Γουναρόπουλου στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας αποτελεί το μοναδικό ζωγραφικό θρησκευτικό σύνολο που φιλοτέχνησε ο μεγάλος δημιουργός και ένα σημαντικό απόκτημα και αξιοθέατο για την πόλη μας. Ένας λόγος παραπάνω λοιπόν να εκτιμηθεί όπως του άξιζε και να υπάρξει γρήγορη κινητοποίηση για τη συντήρησή του με τον απαραίτητο σεβασμό.

Δέσποινα Καφενταράκη, «Ναός Αγίας Τριάδας Βόλου διά χειρός Γ. Γουναρόπουλου», εν Βόλω, τχ 12, «Χριστιανικά Μνημεία της Μαγνησίας», σ. 98-99.