Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Ο Μεγκρέ συνοφρυώθηκε, πριν ανοίξει καν τα μάτια του, λες και δεν πίστευαν τ’ αυτιά του τη φωνή που ερχόταν να ταράξει το βαθύ ύπνο του:

«Θείε μου!…»

Με τα βλέφαρα πάντα κλειστά, αναστέναξε, ψηλάφησε το σεντόνι, βεβαιώθηκε πως δεν ήταν όνειρο, και πως κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει, μια και δε συνάντησε εκεί, στη θέση που έπρεπε, το ζεστό κορμί της κυρίας Μεγκρέ.

Άνοιξε τελικά τα μάτια. Η νύχτα ήταν φωτεινή. Η κυρία Μεγκρέ, όρθια στο παράθυρο, τραβούσε τις κουρτίνες, ενώ κάποιος βροντούσε την πόρτα στο ισόγειο κι ο θόρυβος αντιλαλούσε σε όλο το σπίτι.

«Εγώ είμαι, θείε!…»

Η κυρία Μεγκρέ κοιτούσε πάντα έξω από το παράθυρο και τα μαλλιά της, έτσι που ήταν τυλιγμένα στα ρολά, την πλαισίωναν μ’ ένα αλλόκοτο φωτοστέφανο.

«Ο Φιλίπ είναι» είπε η κυρία Μεγκρέ, ξέροντας πως είχε ξυπνήσει ο άντρας της και πως περίμενε με το κεφάλι στραμμένο προς το μέρος της. «Θα σηκωθείς;»

Ο Μεγκρέ κατέβηκε πρώτος, φορώντας ένα ζευγάρι χνουδωτές παντόφλες στα γυμνά του πόδια. Είχε βάλει όπως όπως το παντελόνι του και τώρα, στη σκάλα, έβαζε το σακάκι. Στο όγδοο σκαλοπάτι έπρεπε να σκύψει το κεφάλι για ν’ αποφύγει το δοκάρι. Το ’κανε πάντα από συνήθεια, ασυνείδητα. Αυτή τη φορά το ξέχασε, χτύπησε στο μπροστινό δοκάρι, τσαντίστηκε, βλαστήμησε, κι απομακρύνθηκε γρήγορα από την παγωμένη σκάλα, για να βρεθεί στην κουζίνα, όπου υπήρχε ακόμη, αυτή την ώρα, κάποια ζεστασιά.

Η εξώπορτα ήταν ασφαλισμένη με σιδερένιες μπάρες. Πίσω της, ο Φιλίπ έλεγε σε κάποιον:

«Δε θ’ αργήσω. Θα ’μαστε στο Παρίσι πριν ξημερώσει».

Η κυρία Μεγκρέ ντυνόταν, την άκουγε να πηγαινοέρχεται στο πάνω πάτωμα. Ο Μεγκρέ άνοιξε την πόρτα, κατσουφιασμένος για την αναστάτωση.

«Α, εσύ είσαι!» μουρμούρισε μεσ’ απ’ τα δόντια του, αντικρίζοντας τον ανιψιό του στημένον στο δρόμο.

Ένα τεράστιο φεγγάρι αρμένιζε πάνω από τις γυμνές λεύκες, και σκορπούσε τέτοια λάμψη, που διαγράφονταν ακόμη και τα μικρότερα κλαδιά, ενώ, πέρα από τη στροφή, ο Λείγηρας σάλευε σα φίδι με ασημένιες φολίδες.

«Λεβάντες!» σκέφτηκε μηχανικά ο Μεγκρέ, κάνοντας την ίδια σκέψη που θα ’κανε κάθε ντόπιος αντικρίζοντας την γκρίζα επιφάνεια του ποταμού.

Συνήθειες που αποκτάς στην εξοχή, σαν τη συνήθεια να στέκεις αμίλητος στο κατώφλι και να κοιτάς τον παρείσακτο περιμένοντας να μιλήσει πρώτος.

«Ξύπνησα και τη θεία;»

Το πρόσωπο του Φιλίπ ήταν μελανιασμένο απ’ το κρύο. Πίσω του, διαγραφόταν ένα ταξί που έσπαγε τη μονοτονία του κατάλευκου χιονισμένου τοπίου.

«Θ’ αφήσεις έξω τον ταξιτζή;»

«Είναι ανάγκη να σας μιλήσω τώρα αμέσως».

«Ελάτε μέσα γρήγορα και οι δυο σας» είπε από την κουζίνα η κυρία Μεγκρέ, που άναβε μια λάμπα πετρελαίου.

«Βλέπεις, δεν ήρθε ακόμη το ηλεκτρικό» πρόσθεσε για τον ανιψιό της. «Δηλαδή, η εγκατάσταση του σπιτιού έχει τελειώσει, αλλά δε μας έδωσαν ακόμα ρεύμα».

Πραγματικά, μια λάμπα κρεμόταν από το ταβάνι. Κάτι τέτοιες λεπτομέρειες τις παρατηρείς έτσι, χωρίς λόγο. Κι όταν είσαι κι εκνευρισμένος, αυτό και μόνο είναι αρκετό για να σου τη δώσει. Στα επόμενα λεπτά, ο Φιλίπ έριξε αρκετές φορές το βλέμμα του στη λάμπα και στο καλώδιό της, που δε χρησίμευε παρά για να υπογραμμίζει κάθε παμπάλαιο στοιχείο αυτού του εξοχικού σπιτιού ή, αν προτιμάτε, την ευπάθεια κάθε σύγχρονης άνεσης.

«Απ’ το Παρίσι έρχεσαι;»

Ο Μεγκρέ, αγουροξυπνημένος, στηριζόταν στο τζάκι. Η παρουσία του ταξί στο δρόμο έκανε την ερώτηση περιττή. Υπάρχουν όμως στιγμές που μιλάς μόνο για να πεις κάτι.

«Θα σας τα διηγηθώ όλα, θείε μου. Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Αν δε με βοηθήσετε, αν δεν έρθετε στο Παρίσι μαζί μου, αναρωτιέμαι τι θ’ απογίνω. Κοντεύει να μου στρίψει. Είδατε; Ούτε που φίλησα ακόμα τη θεία».

Άγγιξε τρεις φορές τα μάγουλά της κυρίας Μεγκρέ, που είχε φορέσει μια ρόμπα πάνω από το νυχτικό της. Ο Φιλίπ εκτέλεσε αυτή την ιεροτελεστία σα μικρό παιδί. Αμέσως μετά, κάθισε μπροστά στο τραπέζι κι έχωσε το κεφάλι του στα χέρια του.

Ο Μεγκρέ γέμισε την πίπα του χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από τον Φιλίπ, ενώ η γυναίκα του έβαζε κι άλλα ξερόκλαδα στο τζάκι. Κάτι αφύσικο, απειλητικό, απλωνόταν στην ατμόσφαιρα. Από τότε που βγήκε στη σύνταξη, ο Μεγκρέ είχε ξεσυνηθίσει να σηκώνεται άγρια μεσάνυχτα, κι αυτό του θύμιζε τώρα, άθελά του, ξενύχτια στο προσκέφαλο αρρώστου ή πεθαμένου.

«Αναρωτιέμαι πώς στάθηκα τόσο ανόητος!» ξέσπασε ξαφνικά ο Φιλίπ μ’ ένα λυγμό.

Η συγκίνησή του βρήκε μεμιάς διέξοδο. Έκλαιγε τώρα σιωπηλά, χωρίς δάκρυα. Κοίταζε ολόγυρά του σαν κάποιος που ψάχνει να βρει κάτι για να ξεσπάσει τα νεύρα του, ενώ, σαν αντίθεση σ’ αυτή τη μάταιη ταραχή, ο Μεγκρέ βάλθηκε να σηκώσει το φιτίλι της λάμπας πετρελαίου, τη στιγμή ακριβώς που τινάζονταν οι πρώτες φλόγες από το τζάκι.

«Πρώτα απ’ όλα, καλό θα σου ’κανε να πιεις κάτι».

Ο θείος πήρε ένα μπουκάλι τσίπουρο και δυο ποτήρια από ένα ντουλάπι με τρόφιμα, που μύριζε μπαγιάτικο κρέας. Η κυρία Μεγκρέ έβαλε τις γαλότσες της για να πάει να φέρει ξύλα από την αποθήκη.

«Στην υγειά σου! Και προσπάθησε να ηρεμήσεις».

Η μυρωδιά των κλαδιών που φούντωσαν ανακατεύτηκε με τη δυνατή μυρωδιά του τσίπουρου. Ο Φιλίπ, αποχαυνωμένος, έριξε το βλέμμα του στη θεία του, που ξεπρόβαλε αθόρυβα από το σκοτάδι, φορτωμένη ξύλα.

Είχε μυωπία και, αν τον έβλεπες από μια ορισμένη οπτική γωνία, τα μάτια του έδειχναν τεράστια πίσω από τους φακούς των γυαλιών του, πράγμα που του ’δινε ένα ύφος σαστισμένου παιδιού.

«Λαχτάρα κι η αποψινή, θείε μου, πριν από μερικές ώρες! Είχα οδηγίες για μια παρακολούθηση στην οδό Φοντέν…»

«Για στάσου» το διέκοψε ο Μεγκρέ, τράβηξε μια ψάθινη καρέκλα και θρονιάστηκε καβαλικευτά πριν ανάψει την πίπα του. «Με ποιον δουλεύεις;»

«Με τον επιθεωρητή Αμαντιέ».

«Συνέχισε».

Τώρα ο Μεγκρέ ρουφούσε απολαυστικά τον καπνό της πίπας του, και με απλανές βλέμμα έβλεπε εικόνες γνώριμες και αγαπητές πέρα από τον ασβεστωμένο τοίχο και τις χαλκωματένιες κατσαρόλες. Το γραφείο του Αμαντιέ στην Κε Ντεζορφέβρ[1] ήταν το τελευταίο δεξιά, στο βάθος του διαδρόμου. Ο Αμαντιέ ήταν άνθρωπος καχεκτικός και κακομοίρης, που διορίστηκε περιφερειακός επιθεωρητής, όταν πήρε ο Μεγκρέ τη σύνταξή του.

«Τα μακριά μουστάκια τα ’χει πάντα;»

«Πάντα. Είχαμε βγάλει χτες ένταλμα για να πιάσουμε τον Πεπίτο Παλεστρίνο, τον ιδιοκτήτη του Φλοριά, στην οδό Φοντέν».

«Τι νούμερο;»

«Στο 53, δίπλα στα Οπτικά».

«Στα νιάτα μου, εκεί βρισκόταν το Τορεαντόρ. Για υπόθεση κοκαϊνης πρόκειται;»

«Καταρχήν για κοκαΐνη –υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Το αφεντικό είχε ακούσει κάτι φήμες, πως ο Πεπίτο ήταν συνεργός στο φόνο του Μπαρναμπέ, του τύπου που τον καθάρισαν πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες στην πλατεία Μπλάνς. Θα το διαβάσατε στις εφημερίδες».

«Φτιάξε καφέ!» είπε ο Μεγκρέ στη γυναίκα του.

Και με τον αναστεναγμό του ευτυχισμένου σκύλου, που βρίσκει επιτέλους γωνιά να ξαποστάσει μετά την περιπλάνησή του, στήριξε τους αγκώνες του στη ράχη της καρέκλας κι ακούμπησε το πηγούνι του στα σταυρωμένα του χέρια. Ο Φιλίπ έβγαλε κάμποσες φορές τα γυαλιά του για να σκουπίσει, και για μια στιγμή θα μπορούσες να τον περάσεις για τυφλό. Ήταν ένας λεβέντης μπρατσωμένος και κοκκινομάλλης, με μια επιδερμίδα ροδαλή σαν τριαντάφυλλο.

«Ξέρετε πως δεν μπορούμε πια να κάνουμε ό,τι μας αρέσει. Στον καιρό σας δε θα δίσταζαν να πιάσουν τον Πεπίτο νυχτιάτικα. Σήμερα πρέπει να τηρείς το νόμο κατά γράμμα. Έτσι, τ’ αφεντικό αποφάσισε να γίνει η σύλληψη στις οχτώ το πρωί. Στο μεταξύ έπεσε σε μένα ο κλήρος να φυλάω το πουλί…»

Ο Φιλίπ βυθίστηκε στην απόλυτη ησυχία του δωματίου, κι έπειτα ξαφνικά, μ’ ένα τίναγμα, κοίταξε ολόγυρα αλαφιασμένος, ξαναζώντας την τραγωδία του.

Ο Μεγκρέ, πάλι, απελευθερωνόταν σιγά σιγά με τις φράσεις του Φιλίπ, όπως απελευθερώνονταν και σκορπούσαν στον αέρα οι μυρωδιές του Παρισιού. Φανταζόταν τη φωτεινή επιγραφή του Φλοριά, το θυρωρό, που έκανε τον κράχτη στ’ αυτοκίνητα, και τον ανιψιό του να κόβει βόλτες έξω από το ύποπτο κέντρο μέσα στο σκοτάδι.

«Βγάλε την καμπαρντίνα σου, Φιλίπ» τον συμβούλεψε η κυρία Μεγκρέ. «Θα κρυολογήσεις άμα βγεις έξω».

Φορούσε σμόκιν. Παράταιρη εμφάνιση, μέσα στη χαμαλοτάβανη κουζίνα, με τα χοντρά, ξύλινα δοκάρια και τα κόκκινα πλακάκια.

«Πιες λίγο ακόμα…»

Ο Φιλίπ όμως σηκώθηκε απότομα, έσφιξε τα χέρια του σα να ’θελε να τα τσακίσει, από έναν καινούριο παροξυσμό.

«Αν ξέρατε, θείε μου…»

Του ’ρχόταν να κλάψει, και δεν το άντεχε. Το βλέμμα του έπεσε για μιαν ακόμη φορά στην ηλεκτρική λάμπα. Χτύπησε το πόδι του στο πάτωμα οργισμένος.

«Στοιχηματίζω πως θα ’ρθουν να με πιάσουν, όπου να ’ναι!»

Η κυρία Μεγκρέ, που ζεμάτιζε με καυτό νερό τον καφέ, γύρισε προς το μέρος του, με το κατσαρολάκι στο χέρι.

«Τι ’ναι αυτά που λες;»

Και ο Μεγκρέ, καπνίζοντας πάντα, άνοιξε το γιακά της πιτζάμας του με τα κοκκινωπά σχεδιάκια.

«Ήσουν λοιπόν στημένος απέναντι στο Φλοριά…»

«Όχι απέναντι. Μπήκα στο μαγαζί» διευκρίνισε ο Φιλίπ χωρίς να ξανακαθίσει. «Ο Πεπίτο έχει βάλει ένα ράντζο στο βάθος του καμπαρέ, σ’ ένα μικρό γραφείο, και κοιμάται εκεί πέρα τις περισσότερες φορές μετά το κλείσιμο του μαγαζιού».

Ένα φορτηγό πέρασε απ’ το δρόμο. Το εκκρεμές είχε σταματήσει. Ο Μεγκρέ κοίταξε το ρολόι του, που ήταν κρεμασμένο στο καρφί πάνω από το τζάκι. Έδειχνε τέσσερις και μισή. Στα βουστάσια άρχιζαν το άρμεγμα και τα κάρα έπαιρναν το δρόμο για τις αγορές της Ορλεάνης. Το ταξί βρισκόταν πάντα έξω, μπροστά απ’ το σπίτι.

«Θέλησα να κάνω τον πονηρό, βλέπετε» ομολόγησε ο Φιλίπ. «Την προηγούμενη εβδομάδα με κατσάδιασε το αφεντικό και…»

Έγινε κόκκινος σαν αστακός, σώπασε, προσπάθησε να καρφώσει το βλέμμα του κάπου.

«Τι σου ’πε ακριβώς;»

«Δε θυμάμαι πια…»

«Θυμάμαι όμως εγώ! Αφού πρόκειται για τον Αμαντιέ, θα πέταξε κάτι: ‘’Είστε ονειροπαρμένος, κύριε, ονειροπαρμένος σαν το θείο σας!’’»

Ο Φιλίπ δεν είπε ούτε ναι ούτε όχι.

«Θέλησα λοιπόν να κάνω τον πονηρό» βιάστηκε να συνεχίσει. Ήταν γύρω στη μία και μισή που έφευγαν οι τελευταίοι πελάτες κι εγώ τρύπωσα και κρύφτηκα στις τουαλέτες. Έκανα τη σκέψη πως, αν ο Πεπίτο ήταν μπλεγμένος σε κάποια βρωμοδουλειά, μάλλον θα επιχειρούσε να εξαφανίσει το εμπόρευμα. Ξέρετε τι έγινε τελικά;»

Ο Μεγκρέ κούνησε αργά και σοβαρά το κεφάλι.

«Ο Πεπίτο ήταν μονάχος. Είχα βεβαιωθεί γι’ αυτό! Κάποια στιγμή, όμως, ακούστηκε πυροβολισμός. Μου χρειάστηκαν κάμποσα δευτερόλεπτα για να καταλάβω κι ακόμα μερικά δευτερόλεπτα για να τρέξω στην αίθουσα. Τη νύχτα έδειχνε τεράστια. Φωτιζόταν από μια λάμπα μόνο. Ο Πεπίτο ήταν σωριασμένος ανάμεσα σε δυο σειρές τραπέζια κι είχε πάρει σβάρνα και τις καρέκλες πέφτοντας. Τον είχαν καθαρίσει…»

Ο Μεγκρέ σηκώθηκε και κατέβασε μια γουλιά τσίπουρο αγνοώντας τη γυναίκα του, που του έγνεφε να μην παραπίνει.

«Τέλειωσες;»

Ο Φιλίπ βημάτιζε πάνω κάτω. Κι ενώ ήταν άνθρωπος που δυσκολευόταν συνήθως να εκφραστεί, βάλθηκε να μιλάει ακατάσχετα, στεγνά και κακόφωνα.

«Όχι, δεν τέλειωσα! Εδώ είναι που στάθηκα ανόητος! Μ’ έπιασε σύγκρυο. Έχασα τα λογικά μου. Η άδεια αίθουσα ήταν φρικιαστική. Από τα τραπέζια κρέμονταν σερπαντίνες και σέρνονταν στο πάτωμα. Ο Πεπίτο είχε σωριαστεί στο πλευρό σε μια αφύσικη στάση, με το χέρι κοντά στην πληγή, κι ήταν σα να με κοιτούσε. Τι θέλετε να σας πω; Τράβηξα το πιστόλι μου από την τσέπη κι έβαλα τις φωνές. Λόγια ακατάληπτα, που ο αντίλαλός τους τα έκανε πιο τρομαχτικά. Έβλεπα παντού σκιές και παραπετάσματα που σάλευαν. Επιστράτευσα όλες μου τις δυνάμεις. Πήγα να δω. Άνοιξα ξαφνικά μια πόρτα και βρέθηκα να τραβώ μια βελούδινη κουρτίνα. Από πίσω ήταν ο πίνακας του ηλεκτρικού και θέλησα ν’ ανάψω τα φώτα. Έπιασα τους μοχλούς στην τύχη. Και τότε ήταν που αποτρελάθηκα. Ένας προβολέας με κόκκινο φως με στράβωσε. Παντού άρχισαν να δουλεύουν με θόρυβο οι ανεμιστήρες».

«Ποιος είναι κει κάτω;» φώναξα πάλι.

Δάγκωσε τα χείλη. Η θεία του τον κοιτούσε με την ίδια συγκίνηση που συγκλόνιζε και τον ίδιο. Ήταν γιος της αδερφής της. Είχε γεννηθεί εκεί κάτω, στην Αλσατία, και ο Μεγκρέ είχε φροντίσει να μπει στην Κε Ντεζορφέβρ.

«Προτιμώ να τον βάλεις στη διοίκηση» είχε πει η μητέρα του.

Και, αυτή τη στιγμή, ο Φιλίπ μιλούσε με κομμένη την ανάσα:

«Μην τα βάλετε μαζί μου, θείε μου. Ούτε εγώ ο ίδιος δεν ξέρω πώς έγινε. Ούτε καν θυμάμαι. Όπως και να ’χει, πυροβόλησα, γιατί νόμισα πως είδα κάτι να κουνιέται. Ξαφνικά όρμησα μπροστά, και μετά πάλι στάθηκα. Μου φαινόταν πως άκουγα βήματα, ψιθύρους. Κι όμως το κενό με τύλιγε. Ποτέ δε θα πίστευα πως ήταν τόσο πελώριο το καμπαρέ και με τόσα εμπόδια. Τελικά βρέθηκα στο γραφείο. Στο τραπέζι υπήρχε ένα πιστόλι. Το πήρα στα χέρια μου μηχανικά. Η κάνη του έκαιγε ακόμα. Έβγαλα το γεμιστήρα και είδα πως έλειπε μια σφαίρα».

«Ηλίθιε!» τον στόλισε ο Μεγκρέ.

Ο καφές άχνιζε στα φλιτζάνια και η κυρία Μεγκρέ, με τη ζαχαριέρα στο χέρι, στεκόταν σαστισμένη, μην ξέροντας τι να κάνει.

«Είχα χάσει τα λογικά μου. Και πάλι μου φάνηκε πως άκουσα θόρυβο από τη μεριά της πόρτας. Το ’βαλα στα πόδια. Πολύ αργότερα αντιλήφθηκα πως κράταγα ένα όπλο σε κάθε χέρι»

«Πού έβαλες το περίστροφο;»

Η φωνή του Μεγκρέ ακούστηκε αμείλικτη. Ο Φιλίπ χαμήλωσε τα μάτια.

«Ένα σωρό ιδέες περνούσαν από το μυαλό μου. Αν πίστευαν πως ήταν έγκλημα, θα σχημάτιζαν την εντύπωση πως, μια και ήμουν μόνος με τον Πεπίτο…»

«Θεέ μου!» έκανε ο Μεγκρέ. «Αυτή η σκέψη δεν κράτησε παρά δευτερόλεπτα. Ακούμπησα το περίστροφο δίπλα στο χέρι του πεθαμένου για να τους κάνω να πιστέψουν πως ήταν αυτοκτονία, έπειτα…»

Ο Μεγκρέ σηκώθηκε, έπλεξε τα χέρια πίσω από την πλάτη, και στήθηκε μπροστά στο τζάκι, παίρνοντας την αγαπημένη του στάση. Ήταν αξύριστος. Είχε πάρει μερικά κιλά από τότε που συνήθιζε να κάνει το ίδιο μπροστά στη σόμπα της Κε Ντεζορφέβρ.

«Βγαίνοντας, έπεσες πάνω σε κάποιον, ψέματα;»

Έκοβε το μυαλό του.

«Τη στιγμή ακριβώς που πήγαινα να ξανακλείσω την πόρτα πίσω μου, έπεσα σε κάποιον που περνούσε από το πεζοδρόμιο. Ζήτησα συγνώμη. Το πρόσωπό μου άγγιξε σχεδόν το δικό του. Τελικά, δεν ξέρω αν έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Προχώρησα μέχρι την πλατεία Κλισύ. Πήρα ένα ταξί και έδωσα τη διεύθυνσή σας».

«Η κυρία Μεγκρέ ακούμπησε τη ζαχαριέρα στο τραπέζι και ρώτησε ψύχραιμα τον άντρα της:

«Ποιο κουστούμι θα φορέσεις;»

Για μισή ώρα επικράτησε χάος.

Περίμεναν τον Μεγκρέ που ξυριζόταν και ντυνόταν στο δωμάτιό του. Η κυρία Μεγκρέ τηγάνιζε αυγά και ψιλοκουβέντιαζε με τον Φιλίπ.

«Τι νέα απ’ τη μητέρα σου;»

«Είναι μια χαρά. Την περιμένω στο Παρίσι για το Πάσχα».

Έβαλαν στην κουζίνα τον ταξιτζή, που αρνήθηκε να βγάλει τη βαριά καφετιά καμπαρντίνα του. Στα μουστάκια του γυάλιζαν σταγόνες νερού. Κάθισε σε μια γωνιά και δεν κουνήθηκε ξανά από τη θέση του.

«Πού είναι οι τιράντες μου;» φώναξε ο Μεγκρέ από πάνω.

«Στο πρώτο συρτάρι του κομού».

Αντίκρισαν τον Μεγκρέ να κατεβαίνει φορώντας το παλτό του με το βελούδινο γιακά και το μελόν καπέλο του. Έκανε πέρα τα αυγά που είχαν σερβιριστεί και, παρά τις διαμαρτυρίες της γυναίκας του, κατέβασε το τέταρτο ποτήρι τσίπουρο.

Ήταν πεντέμισι πια όταν άνοιξε η πόρτα και οι τρεις άντρες τράβηξαν για το ταξί. Η μηχανή άργησε να πάρει μπρος. Η κυρία Μεγκρέ τουρτούριζε στη μισάνοιχτη πόρτα, ενώ η λάμπα πετρελαίου έστελνε κοκκινωπές ανταύγειες στα τετράγωνα τζάμια.

Νόμιζες πως ξημέρωνε, τόσο καθαρή ήταν η ατμόσφαιρα. Βρισκόμαστε όμως στο Φλεβάρη και ήταν η ίδια η νύχτα που είχε μια ασημένια απόχρωση. Κάθε κλωνάρι, κάθε χόρτο, είχε πάνω του σταγόνες πάχνης. Οι μηλιές του γειτονικού περιβολιού ήταν τόσο ασπρισμένες από τον παγετό που έδειχναν λεπτεπίλεπτες σαν επεξεργασμένο γυαλί.

«Σε δυο τρεις μέρες πάλι!» φώναξε ο Μεγκρέ αποχαιρετώντας τη γυναίκα του.

Ο Φιλίπ, αμήχανος, φώναξε με τη σειρά του:

«Θα τα ξαναπούμε, θεία!»

Ο ταξιτζής ξανάκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου και βάλθηκε να δοκιμάζει της ταχύτητές του.

«Συγνώμη, θείε μου…»

«Για ποιο πράγμα;»

Για ποιο πράγμα; Ο Φιλίπ δεν τολμούσε να το κατονομάσει. Ζητούσε συγγνώμη γιατί ένιωθε πως αυτό το ξαφνικό φευγιό μέσα στη νύχτα είχε κάτι το δραματικό. Μπροστά στα μάτια του είχε την εικόνα του θείου του, όπως ήταν πριν από λίγη ώρα, κοντά στο τζάκι, με το παλιό του παντελόνι, με το σακάκι της πιτζάμας του, τις παντόφλες του.

Και τώρα, μόλις που τολμούσε να τον αντικρίσει. Ήταν οπωσδήποτε ο Μεγκρέ αυτός που καθόταν δίπλα του, καπνίζοντας την πίπα του, με το βελούδινο γιακά ανασηκωμένο και το καπέλο ριγμένο μπροστά στο μέτωπο. Δεν ήταν όμως ένας ενθουσιασμένος Μεγκρέ. Δεν ήταν καν ένας Μεγκρέ σίγουρος για τον εαυτό του. Είχε γυρίσει κιόλας δυο φορές το κεφάλι για να ξαναδεί το σπιτάκι του, που χανόταν από τα μάτια τους.

«Στις οχτώ πηγαίνει ο Αμαντιέ στην οδό Φοντέν;» ρώτησε.

«Στις οχτώ».

Είχαν χρόνο μπροστά τους. Το ταξί πήγαινε αρκετά γρήγορα. Διέσχιζαν τώρα την Ορλεάνη, όπου άρχιζε η κυκλοφορία των πρώτων τραμ. Μισή ώρα αργότερα βρίσκονταν στην αγορά της Αρπαζόν.

«Τι σκέφτεστε, θείε μου;»

Ρεύματα αέρα κυκλοφορούσαν στο βάθος του αυτοκινήτου. Ο ουρανός ήταν ολοκάθαρος. Στην ανατολή, άρχιζε να χρυσίζει.

«Μα πώς μπόρεσαν να σκοτώσουν τον Πεπίτο;» αναστέναξε ο Φιλίπ και δεν πήρε απάντηση.

Σταμάτησαν έξω από την Αρπαζόν για να πιουν κάτι να ζεσταθούν σε κάποιο μπιστρό και, σχεδόν αμέσως, ξημέρωσε, με έναν ήλιο χλωμό που σηκωνόταν σιγά σιγά πέρα από τα χωράφια.

«Ήμασταν μονάχα εμείς οι δυο στο…»

«Κόφ’ το!» έκανε κουρασμένα ο Μεγκρέ.

Ο ανιψιός του, με ύφος παιδιού που πιάστηκε να κάνει κάποια σκανταλιά, μαζεύτηκε στη γωνιά του και δεν ξανατόλμησε να πάρει το βλέμμα του από την πόρτα.

Η πρωινή κίνηση είχε κιόλας αρχίσει μόλις έμπαιναν στο Παρίσι. Πέρασαν το Λιοντάρι της Μπελφόρ, τη λεωφόρο Ρασπάιγ, την πον Νεφ…

Η πόλη έδινε την εντύπωση πως μόλις είχε ξεπλυθεί με καθαρό νερό, τόσο ζωηρά φάνταζαν τα χρώματα. Μια σειρά ποταμόπλοια ανέβαιναν αργά το Σηκουάνα και το ρυμουλκό σφύριζε, εκτοξεύοντας συντριβάνια ακηλίδωτου ατμού για να αναγγείλει το στολίσκο του.

«Πόσοι ήταν οι περαστικοί στην οδό Φοντέν όταν βγήκες;»

«Δεν είδα παρά μόνο αυτόν που ’πεσα πάνω του».

Ο Μεγκρέ αναστέναξε και άδειασε την πίπα του χτυπώντας την ελαφρά στο τακούνι του.

«Πού θέλετε να πάτε;» ρώτησε ο ταξιτζής, ανοίγοντας το τζάμι που τον χώριζε απ’ τους επιβάτες.

Σταμάτησαν για μια στιγμή μπροστά σε κάποιο ξενοδοχείο για να αφήσει ο Μεγκρέ τη βαλίτσα του και μετά ξαναπήραν τη θέση τους στο ταξί, που τους οδήγησε στην οδό Φοντέν.

«Δε μ’ ανησυχεί τόσο αυτό που έγινε στο Φλοριά, όσο ο άνθρωπος που συνάντησες».

«Τι νομίζετε;»

«Δε νομίζω τίποτα!»

Ήταν από τις αγαπημένες του εκφράσεις, που συνήθιζε να χρησιμοποιεί παλιά, και την ξεστόμισε μάλιστα τη στιγμή που γύριζε το κεφάλι να δει τον τόσο γνώριμο όγκο του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

«Για μια στιγμή, μου ’ρθε η ιδέα να πάω να τα πω όλα στο μεγάλο αφεντικό» μουρμούρισε ο Φιλίπ.

Ο Μεγκρέ δεν έδωσε απάντηση. Και, μέχρι την οδό Φοντέν, κράτησε στα μάτια του το όραμα του Σηκουάνα, που κυλούσε μέσα σε μια λεπτή, κυανόχρυση ομίχλη.

Σταμάτησαν σε απόσταση εκατό μέτρων από το νούμερο 53. Ο Φιλίπ σήκωσε το γιακά της καμπαρντίνας του για να μη φαίνεται το σμόκιν, ωστόσο μερικοί περαστικοί γύρισαν να δουν τα λουστρινένια του παπούτσια.

Ήταν μόνο επτά παρά δέκα ακόμα. Έπλεναν τα τζάμια του γωνιακού μπιστρό, του Ταμπάκ Φοντέν, που μένει ανοιχτό όλη νύχτα. Οι πελάτες κατέβαζαν βιαστικά έναν καφέ με κρέμα και ένα κρουασάν, πριν πάνε στη δουλειά τους. Ένα γκαρσόνι σερβίριζε ένα μελαχρινό παλικάρι από την Οβέρνη, μια που ο ιδιοκτήτης δεν πήγαινε για ύπνο πριν απ’ τις πέντε ή έξι το πρωί, και ξυπνούσε μεσημέρι.

Ο Μεγκρέ αγόρασε ένα πακέτο καπνό και παράγγειλε ένα σάντουιτς, ενώ δίπλα του ο Φιλίπ καθόταν στα καρφιά.

«Τι έγινε απόψε;» ρώτησε ο συνταξιούχος επιθεωρητής, με το στόμα μπουκωμένο ψωμί και ζαμπόν.

Και το γκαρσόνι, μαζεύοντας τα κέρματα, απάντησε ατάραχο:

«Λένε πως καθάρισαν το αφεντικό του Φλοριά».

«Τον Παλεστρίνο;»

«Δεν ξέρω. Εγώ είμαι πρωινός. Και, τα πρωινά, δεν ασχολείται κανείς με τα καμπαρέ».

Βγήκαν. Ο Φιλίπ δεν τολμούσε να ξεστομίσει λέξη.

«Βλέπεις;» γκρίνιαξε ο Μεγκρέ.

Όρθιος στην άκρη του πεζοδρομίου, πρόσθεσε:

«Είναι δουλειά του τύπου που τσουγκριστήκατε, καταλαβαίνεις; Λογικά, δε θα ’πρεπε να ’χει μαθευτεί τίποτα πριν απ’ τις οχτώ.

Προχώρησαν προς το Φλοριά, σταμάτησαν όμως στα πενήντα μέτρα. Διέκριναν το πηλήκιο ενός αστυνομικού μπροστά στην πόρτα. Στο απέναντι πεζοδρόμιο είχαν μαζευτεί περίεργοι.

«Και τώρα, τι κάνω;»

«Το αφεντικό σου βρίσκεται σίγουρα επιτόπου. Πήγαινε να το βρεις και πέσ’ του…»

«Εσείς, όμως, θείε μου;»

Ο Μεγκρέ σήκωσε τους ώμους και συνέχισε:

«Πες του την αλήθεια…»

«Κι αν με ρωτήσει πού πήγα μετά;»

«Θα απαντήσεις πως ήρθες να με βρεις».

Ο τόνος του δε σήκωνε αντίρρηση. Είχαν ξεκινήσει στραβά τη μέρα τους, αυτό ήταν! Η ιστορία ήταν τόσο γελοία, που ο Μεγκρέ είχε γίνει έξαλλος.

«Συγγνώμη, θείε μου!»

«Να λείπουν οι σκηνές αδυναμίας στη μέση του δρόμου. Αν σ’ αφήσουν ελεύθερο, ραντεβού στη Συνάντηση. Αν δε με βρεις εκεί, θα σου ’χω αφήσει κάποιο σημείωμα.

Δεν έσφιξαν καν τα χέρια. Ο Φιλίπ τράβηξε αποφασιστικά για το Φλοριά και έπεσε πάνω στον αστυνομικό, που δεν τον γνώριζε και θέλησε να του κόψει το δρόμο. Ο επιθεωρητής αναγκάστηκε να του δείξει την ταυτότητά του, πριν εξαφανιστεί στο βάθος.

Όσο για τον Μεγκρέ, έμεινε να κοιτάζει από μακριά με τα χέρια στις τσέπες, σαν αργόσχολος. Περίμενε. Περίμενε ένα μισάωρο σχεδόν, χωρίς να έχει ιδέα για το τι συνέβαινε μέσα στο καμπαρέ.

Ο επιθεωρητής Αμαντιέ βγήκε πρώτος, έχοντας πίσω του έναν κοντούλη ασήμαντο τύπο, που έδειχνε γκαρσόνι.

Ο Μεγκρέ δεν είχε ανάγκη από εξηγήσεις. Ήξερε πως ήταν ο περαστικός που είχε βρει μπροστά του ο Φιλίπ. Μάντεψε κιόλας την ερώτηση του Αμαντιέ:

«Εδώ ακριβώς έπεσε πάνω σας;»

Καταφατικό γνέψιμο του γκαρσονιού. Χειρονομία του επιθεωρητή Αμαντιέ για να καλέσει τον Φιλίπ, που είχε μείνει στο εσωτερικό του μαγαζιού και εμφανίστηκε ταραγμένος σα μαθητής, λες κι όλοι οι περίεργοι περαστικοί ήταν ενημερωμένοι για τις υποψίες που θα ’πεφταν σε λίγο πάνω του.

«Αυτός ήταν ο κύριος που είδες να βγαίνει από δω;» θα έπρεπε να λέει τώρα ο Αμαντιέ, χαϊδεύοντας το καστανό μουστάκι του.

Το γκαρσόνι απάντησε και πάλι καταφατικά.

Ήταν κι άλλοι δυο επιθεωρητές. Ο περιφερειακός επιθεωρητής κοίταξε το ρολόι του, και, μετά από ένα σύντομο ψιθυριστό συμβούλιο, το γκαρσόνι τράβηξε για το γωνιακό μπιστρό, ενώ οι αστυνομικοί επέστρεψαν στο Φλοριά. Ένα τέταρτο αργότερα κατάφτασαν δυο αυτοκίνητα, το ένα μετά το άλλο. Ήταν της εισαγγελίας.

«Με περιμένουν να καταθέσω πάλι» είπε εμπιστευτικά το γκαρσόνι στη σερβιτόρα του Ταμπάκ. «Ένα ποτήρι ακόμα στα γρήγορα!»

Και, ενοχλημένος από το βαρύ βλέμμα του Μεγκρέ, που στεκόταν με ένα μεγάλο ποτήρι μπίρα δίπλα του, ρώτησε σε χαμηλότερο τόνο:

«Ποιος είναι αυτός ο τύπος εκεί πέρα;»

Ο Μεγκρέ, προσηλωμένος σα μαθητούδι, σχεδίαζε ένα τρίγωνο σ’ ένα φύλλο χαρτί και, κάπου στη μέση του τριγώνου, έβαλε ένα μικρό σταυρό. Με το κεφάλι του ελαφρά σκυμμένο, βάλθηκε να παρατηρεί το έργο του, και στο πρόσωπό του φάνηκε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. Το τρίγωνο αντιπροσώπευε το καμπαρέ Φλοριά και ο σταυρός ήταν ο Πεπίτο. Στην άκρη του τριγώνου, ο Μεγκρέ έβαλε έναν ακόμα πιο μικρό σταυρό, το γραφείο. Και μέσα στο γραφείο, τέλος, μια τελεία αντιστοιχούσε στο περίστροφο.

Όλα αυτά δε χρησίμευαν σε τίποτα. Δεν έλεγαν τίποτα. Η υπόθεση δεν ήταν πρόβλημα γεωμετρίας. Ο Μεγκρέ εντούτοις επέμενε, έκανε μια μπάλα το χαρτί του, το πέταξε και ξανάρχισε το σχέδιο σε ένα δεύτερο χαρτί.

Μόνο που τώρα δεν έδινε δεκάρα για το τι αντιπροσώπευαν το τρίγωνο και οι σταυροί. Με το κεφάλι κάτω, με ύφος πολυάσχολο και σοβαρό, προσπαθούσε ν’ αρπάξει από δω κι από κει ένα κομμάτι από μια φράση, ένα βλέμμα, μια χειρονομία.

Βρισκόταν μόνος στο παλιό του στέκι, στο βάθος του μπιστρό η Συνάντηση. Και ήταν πολύ αργά για να αναρωτηθεί αν είχε δίκιο ή άδικο που πάτησε το πόδι του εκεί μέσα. Τον είχαν δει όλοι. Το αφεντικό του είχε σφίξει το χέρι.

«Πώς πάνε οι κότες και τα κουνέλια;»

Ο Μεγκρέ ήταν κοντά στο παράθυρο κι έβλεπε τώρα την Πόν Νεφ, που είχε πάρει μια ροζ απόχρωση απ’ τον ήλιο, τη μεγάλη σκάλα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, την πόρτα του Ντεπό. Με μια λευκή πετσέτα, κρεμασμένη στο μπράτσο και πρόσωπο κατευχαριστημένο, το αφεντικό του μπιστρό πρόσθεσε πιστεύοντας ότι γινόταν ευχάριστος:

«Ποιος στη χάρη σας! Να ’στε πάλι εδώ πέρα, για να ξαναδείτε τα φιλαράκια!»

Οι επιθεωρητές της τροχαίας και των περιπολικών δεν είχαν χάσει τη συνήθεια να παίζουν μια παρτίδα χαρτιά στη Συνάντηση, πριν πάρουν πάλι τους δρόμους. Υπήρχαν μερικοί καινούριοι που δεν τους γνώριζε ο Μεγκρέ, οι άλλοι όμως τον χαιρετούσαν κι έδιναν μουρμουριστές εξηγήσεις στους συναδέλφους τους.

Τότε ήταν που σχεδίασε το πρώτο του τρίγωνο, τον πρώτο του σταυρό. Οι ώρες κύλησαν. Την ώρα του απεριτίφ, υπήρχαν καμιά ντουζίνα του συναφιού στην αίθουσα. Το λεβεντόπαιδο ο Λούκας, που είχε συνεργαστεί εκατοντάδες φορές με τον Μεγκρέ, τον πλησίασε κάπως μουδιασμένα.

«Τι χαμπάρια, αφεντικό; Ήρθατε στο Παρίσι για ν’ αλλάξετε αέρα;»

Κι ο Μεγκρέ, ανάμεσα σε δυο ρουφηξιές καπνού, αρκέστηκε να γρυλίσει:

«Τι λέει ο Αμαντιέ;»

Ήταν ανώφελο να του αραδιάσει ψέματα. Ο Μεγκρέ έβλεπε καλά τους παρισταμένους και γνώριζε τη νοοτροπία τους, για να μαντεύει αυτά που διαδραματίζονταν. Ήταν κιόλας μεσημέρι και ο Φιλίπ δεν είχε εμφανιστεί ακόμα στη Συνάντηση.

«Ξέρετε τώρα τον επιθεωρητή Αμαντιέ. Το καμπαρέ μας δημιούργησε τελευταία μερικά προβλήματα. Δεν τα πάμε καλά με την Εισαγγελία. Έτσι λοιπόν…»

«Τι είπε;»

«Πως ήσασταν ήδη εδώ πέρα, βέβαια. Πως επιχειρήσατε…»

«Ξέρω το λεξιλόγιό του: είπε, σίγουρα “να κάνω τον πονηρό”».

«Πρέπει να πηγαίνω» ψέλλισε τώρα ο Λούκας, που είχε χάσει την αυτοπεποίθησή του.

Κι ο Μεγκρέ παράγγειλε άλλο ένα ποτήρι και βυθίστηκε στην κατασκευή άλλης μιας παρτίδας τριγώνων, ενώ στα περισσότερα τραπέζια ψιθύριζαν το όνομά του.

Γευμάτισε μάλιστα εκεί, στη θέση του, που την είχε πιάσει τώρα ο ήλιος. Ο φωτογράφος της Σήμανσης έτρωγε πιο πέρα. Πίνοντας τον καφέ του, ο Μεγκρέ έλεγε και ξανάλεγε, με το μολύβι στο χέρι:

«Ο Πεπίτο ήταν εδώ πέρα, ανάμεσα στις δυο σειρές τραπέζια. Ο δολοφόνος μπορεί να κρυβόταν οπουδήποτε. Δε λείπουν δα οι κρυψώνες. Πυροβόλησε, αγνοώντας την παρουσία του ηλίθιου του Φιλίπ κι έπειτα τράβηξε για το γραφείο με σκοπό να πάρει κάτι. Ακούμπησε το περίστροφο στο έπιπλο αλλά άκουσε θόρυβο και ξανακρύφτηκε. Από κείνη τη στιγμή, έπαιζαν και οι δυο το κρυφτούλι…»

Ήταν απλό. Ανώφελο να ψάξει για άλλη εξήγηση. Ο δολοφόνος κατάφερε να φτάσει στην πόρτα και να βγει στο δρόμο, χωρίς να τον πάρει είδηση ο Φιλίπ, που έμεινε πίσω.

Τίποτα το εξαιρετικό μέχρι εδώ. Ο πρώτος τυχών βλάκας θα είχε κάνει το ίδιο. Η συνέχεια ήταν που είχε το ζουμί: η ιδέα να στήσει ένα σκηνικό με την παρουσία ενός μάρτυρα, που θα αναγνώριζε τον Φιλίπ και θα κατέθετε εναντίον του.

Και λίγα λεπτά αργότερα η σκηνή πραγματοποιούνταν. Ο δολοφόνος είχε βρει τον άνθρωπό του, μέσα στη νύχτα, στον έρημο δρόμο. Εκείνος έπεσε πάνω στον αστυνομικό που έβγαινε και βιάστηκε να τρέξει στον αστυφύλακα που έκανε βάρδια στην πλατεία Μπλανς.

«Ξέρετε, κύριε αστυφύλακα, είδα ένα τύπο να βγαίνει απ’ το Φλοριά με ένοχο ύφος. Βιαζόταν τόσο πολύ, που δεν έκανε τον κόπο να ξανακλείσει την πόρτα πίσω του».

Ο Μεγκρέ, χωρίς να ρίξει καν το βλέμμα του στους συναδέλφους του που κατέβαζαν τα ποτήρια τους στην αίθουσα, μάντευε τι ψιθύριζαν οι παλιοί στους νεότερους:

«Έχεις ακούσει για τον επιθεωρητή Μεγκρέ; Αυτός είναι, εκεί κάτω!»

Και ο Αμαντιέ, που δεν τον χώνευε, θα πρέπει να ανάγγειλε στους διαδρόμους της Δικαστικής Αστυνομίας:

«Θα επιχειρήσει να κάνει τον πονηρό. Θα την πάθει, όμως».

Στις τέσσερις, ο Φιλίπ δεν είχε παρουσιαστεί ακόμα. Οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν μ’ ένα σωρό λεπτομέρειες πάνω στην υπόθεση, χωρίς να παραλείψουν ούτε την ομολογία του Φιλίπ. Μια ακόμα δουλειά του Αμαντιέ.

Στη Κε Ντεζορφέβρ επικρατούσε μεγάλη αναταραχή, έκαναν αράδα τα τηλεφωνήματα, ανατρέχανε σε φακέλους, εξέταζαν μάρτυρες και χαφιέδες.

Ο Μεγκρέ, με τα ρουθούνια του να τρεμουλιάζουν, διπλωμένος πάνω στον πάγκο, εξακολουθούσε να σχεδιάζει με ανεξάντλητη υπομονή.

Έπρεπε να ανακαλύψει το δολοφόνο του Πεπίτο πάση θυσία. Έλα όμως που δεν ένιωθε καμιά αυτοπεποίηθηση, που φοβόταν, που αναρωτιόταν αν θα τα καταφέρει. Παραφύλαγε τους νεότερους επιθεωρητές και προσπαθούσε να μάθει τη γνώμη που είχαν για το άτομό του.

Στις έξι παρά τέταρτο, επιτέλους, έφτασε ο Φιλίπ και στάθηκε για μια στιγμή όρθιος στην αίθουσα, σαν θαμπωμένος από το φως. Τράβηξε ένα κάθισμα δίπλα στον Μεγκρέ και, με βεβιασμένο χαμόγελο, ψέλλισε:

«Πήρε πολλή ώρα!»

Ήταν τόσο εξουθενωμένος, που σκούπισε το μέτωπό του με το χέρι του, σα να προσπαθούσε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του.

«Μόλις βγήκα από την Εισαγγελία. Ο ανακριτής με ξεσκόνιζε μιάμισι ώρα. Μ’ άφησε να περιμένω προηγουμένως δυο ώρες στο διάδρομο».

Τους παρατηρούσαν. Κι ενώ ο Φιλίπ μιλούσε, ο Μεγκρέ κοίταζε τους θαμώνες του μπιστρό κατάφατσα.

«Ξέρετε, θείε μου, τα πράγματα είναι πολύ δυσκολότερα απ’ όσο φανταζόμαστε».

Κάθε λέξη του σήμαινε πολλά για τον επιθεωρητή. Γνώριζε τον ανακριτή Γκάσταμπιντ, έναν κοντούλη Βάσκο, λεπτολόγο, που σου φερόταν περιφρονητικά και ζύγιαζε τις λέξεις του, κι ενώ αναμασούσε κάμποσα λεπτά την επόμενη φράση, σου την εκτόξευε τελικά με ύφος που σήμαινε:

«Και τώρα να δω τι θα μου απαντήσεις!»

Ήξερε επίσης το διάδρομο στον πάνω όροφο, όπου συνωστίζονταν όλοι όσοι είχαν κληθεί «δι’ υπόθεσίν των», οι αστυφύλακες, οι ανυπόμονοι μάρτυρες, που περίμεναν να καταθέσουν, οι δακρυσμένες γυναίκες. Αν είχαν αφήσει τον Φιλίπ να περιμένει, ήταν σκόπιμο.

«Ο ανακριτής με παρακάλεσε να μην ασχοληθώ με καμιά υπόθεση, να μην προχωρήσω σε κανένα διάβημα πριν τελειώσει η ανάκριση. Παίρνω άδεια επ’ αόριστον και βρίσκομαι σε διαθεσιμότητα».

Το μπιστρό της Συνάντησης ζούσε τώρα την πιο λαμπρή του ώρα, την ώρα του βραδινού απεριτίφ. Όλα τα τραπέζια ήταν γεμάτα. Η κάπνα απ’ τα τσιγάρα και τα πούρα ανέβαινε μέχρι το ταβάνι. Κάθε τόσο κάποιος νεοφερμένος χαιρετούσε τον Μεγκρέ από μακριά.

Ο Φιλίπ δεν τολμούσε να αντικρίσει κανένα, ούτε καν το σύντροφό του.

«Είμαι πολύ στενοχωρημένος, θείε μου».

«Τι άλλο έγινε;»

«Θα περίμενε κανείς, βέβαια, πως θα έκλεινε το Φλοριά, τουλάχιστον για μερικές μέρες. Κι όμως, σήμερα έγιναν απανωτά τηλεφωνήματα και μυστηριώδεις παρεμβάσεις. Φαίνεται πως το πούλησαν πριν από δυο μέρες και ο Πεπίτο δεν ήταν πια ο ιδιοκτήτης. Το καινούριο, λοιπόν, αφεντικό έβαλε τα μεγάλα μέσα και το καμπαρέ θ’ ανοίξει, απόψε μάλιστα, όπως πάντα».

Ο Μεγκρέ σκυθρώπασε. Από την πληροφορία άραγε που μόλις άκουσε ή από το γεγονός πως εκείνη τη στιγμή έμπαινε ο επιθεωρητής Αμαντιέ μαζί με κάποιον άλλο συνάδελφο κι έπαιρνε θέση στην άλλη άκρη της αίθουσας;

«Γκοντέ!» φώναξε ξαφνικά ο Μεγκρέ.

Ο Γκοντέ ήταν ένας επιθεωρητής της Δίωξης Ναρκωτικών κι έπαιζε χαρτιά τρία τραπέζια παραπέρα. Γύρισε το κεφάλι διστακτικά, με τα χαρτιά στο χέρι.

«Όταν τελειώσεις την παρτίδα σου!»

Κι ο πρώην επιθεωρητής τσαλάκωσε όλα τα χαρτάκια του και τα πέταξε καταγής. Κατέβασε μονορούφι την μπίρα του και σκούπισε τα χείλη, κοιτάζοντας προς το μέρος του Αμαντιέ.

Εκείνος είχε ακούσει. Παρατηρούσε τη σκηνή από μακριά, νερώνοντας το Περνό του. Ο Γκοντέ πλησίασε τελικά, παραξενεμένος.

«Με θέλετε, κύριε επιθεωρητά;»

«Καλημέρα, φίλε μου!» τον χαιρέτησε ο Μεγκρέ, σφίγγοντάς του το χέρι. «Μια πληροφορία μόνο. Πάντα στη Δίωξη; Θαυμάσια! Μπορείς να μου πεις αν κάλεσαν σήμερα τον Καζό στο Τμήμα;»

«Μια στιγμή. Νομίζω πως μας ήρθε γύρω στις έντεκα».

«Ευχαριστώ, φίλε μου».

Αυτό ήταν όλο. Ο Μεγκρέ κοίταζε τον Αμαντιέ. Ο Αμαντιέ κοίταζε τον Μεκγκρέ. Και τώρα, βρισκόταν ο Αμαντιέ σε αμηχανία και ο Μεγκρέ έσκαγε ένα χαμόγελο.

Ο Φιλίπ δεν τολμούσε να επέμβει. Η υπόθεση ανέβαινε στις ανώτερες βαθμίδες. Το παιχνίδι ξέφευγε απ’ τις δυνατότητές του, δε γνώριζε, εξάλλου, και τους όρους.

«Γκοντέ!» ακούστηκε μια φωνή.

Αυτή τη φορά, όλοι οι παρευρισκόμενοι που ανήκαν στο Σώμα ανατρίχιασαν, βλέποντας τον επιθεωρητή να ξεσηκώνεται, με τα χαρτιά στο χέρι, και να κατευθύνεται προς τον Αμαντιέ.

Δεν ήταν ανάγκη ν’ ακούσουν το διάλογο. Ήταν φως φανάρι. Ο Αμαντιέ έλεγε:

«Τι σε ρώτησε;»

«Αν είδα τον Καζό το πρωί».

Ο Μεγκρέ άναψε την πίπα του, άφησε το σπίρτο να καεί μέχρι το τέλος, και τελικά σηκώθηκε και φώναξε:

«Γκαρσόν!»

Όρθιος, περίμενε τα ρέστα, κοιτάζοντας ράθυμα γύρω του.

«Πού πάμε;» ρώτησε ο Φιλίπ μόλις βγήκαν έξω.

Ο Μεγκρέ γύρισε προς το μέρος του, λες και ξαφνιάστηκε με την παρουσία του.

«Εσύ, για ύπνο» είπε.

«Και σεις, θείε μου;»

Ο Μεγκρέ σήκωσε τους ώμους, έχωσε τα χέρια στις τσέπες κι απομακρύνθηκε χωρίς απάντηση. Είχε περάσει μια από τις χειρότερες μέρες της ζωής του. Ώρες ολόκληρες σε μια γωνιά, νιώθοντας γέρος κι άχρηστος, χωρίς ενεργητικότητα, χωρίς ιδέες.

Ο καθαρός αέρας έκανε το θαύμα του. Μια φλογίτσα τρεμόπαιξε μέσα του. Έπρεπε όμως να επωφεληθεί αμέσως.

«Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά!» μουρμούρισε για να θρέψει με το τελευταίο ψίχουλο αυτοπεποίθησης το κλονισμένο ηθικό του.

Τέτοια ώρα τις άλλες μέρες, διάβαζε την εφημερίδα του, με τα πόδια απλωμένα μπροστά στο τζάκι.

[1]Κε Ντεζορφέβρ: Ο δρόμος που βρίσκεται το αρχηγείο της Γαλλικής Αστυνομίας.


Σιμενόν Ζωρζ, Επιθεωρητής Μεγκρέ, Γράμματα, 1986, σ. 5-27.