Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Το χρηματοκιβώτιο της κυρίας Ιμπέρ

Στις τρεις η ώρα το πρωί, υπήρχε ακόμη μισή ντουζίνα αμάξια μπροστά σ’ ένα από τα μικρά μέγαρα των ζωγράφων που αποτελούν τη μοναδική πλευρά του βουλεβάρτου Μπερτιέ. Η πόρτα αυτού του μεγάρου άνοιξε. Μια ομάδα από προσκεκλημένους, άνδρες και γυναίκες βγήκαν. Τέσσερα αμάξια πέρασαν γρήγορα από δεξιά και αριστερά και στη λεωφόρο απέμειναν μόνο δυο κύριοι που χώρισαν στη γωνιά της οδού Κουρσέλ, όπου έμενε ο ένας απ’ αυτούς. Ο άλλος αποφάσισε να επιστρέψει με τα πόδια μέχρι την πύλη Μαγιό.

Διέσχισε λοιπόν τη λεωφόρο Βιλλιέ και συνέχισε το δρόμο του στο πεζοδρόμιο απέναντι από τις οχυρώσεις. Αυτήν την ωραία χειμωνιάτικη νύχτα, την καθαρή και παγωμένη, σου έκανε ευχαρίστηση να περπατάς. Ανάπνεε κανείς όμορφα. Ο θόρυβος των βημάτων αντηχούσε εύθυμα.

Αλλά ύστερα από κάποια λεπτά, είχε τη δυσάρεστη εντύπωση πως τον ακολουθούσαν. Πράγματι, γυρνώντας, διέκρινε τη σκιά ενός άνδρα που γλιστρούσε ανάμεσα στα δένδρα. Δεν ήταν φοβιτσιάρης∙ ωστόσο τάχυνε το βήμα ώστε να φτάσει όσον το δυνατόν πιο γρήγορα στα διόδια της Τερν. Αλλά ο άνδρας άρχισε να τρέχει. Αρκετά ανήσυχος, έκρινε πιο φρόνιμο να του αντισταθεί και να τραβήξει το ρεβόλβερ του.

Δεν πρόλαβε να το κάνει, ο άνδρας τού επιτέθηκε βίαια, και αμέσως μια πάλη άρχισε πάνω στο έρημο βουλεβάρτο, μια πάλη σώμα με σώμα όπου αισθάνθηκε αμέσως ότι ήταν σε μειονεκτική θέση. Κάλεσε βοήθεια, πάλεψε, και βρέθηκε αναποδογυρισμένος πάνω σ’ ένα σωρό από χαλίκια, να του σφίγγουν το λαιμό, φιμωμένος μ’ ένα μαντίλι, που ο αντίπαλός του τού το είχε χώσει στο στόμα. Τα μάτια του έκλεισαν, τα αυτιά του βούιζαν, και πήγαινε να λιποθυμήσει, όταν ξαφνικά το σφίξιμο χαλάρωσε, και ο άνδρας που τον έπνιγε με το βάρος του, σηκώθηκε για να αμυνθεί με τη σειρά του ενάντια σε μια απρόβλεπτη επίθεση.

Ένα κτύπημα μπαστουνιού στον καρπό, μια κλοτσιά μπότας στον αστράγαλο… Ο άνδρας έβγαλε δύο γρυλισμούς πόνου και έφυγε κουτσαίνοντας και βρίζοντας.

Χωρίς να καταδεχθεί να τον ακολουθήσει, ο νεοφερμένος έσκυψε και είπε:

- Είστε πληγωμένος, κύριε;

Δεν ήταν πληγωμένος, αλλά φοβερά ζαλισμένος και ανίκανος να σταθεί όρθιος. Ευτυχώς, κάποιος από τους υπαλλήλους των διοδίων, που τον τράβηξαν οι κραυγές, έτρεξε. Επιτάχτηκε ένα αμάξι. Ο κύριος κάθισε μέσα, συνοδευόμενος από το σωτήρα του, και τον οδήγησαν στο μέγαρό του της λεωφόρου Γκράντ-Αρμέ.

Μπροστά στην πόρτα, αφού συνήλθε εντελώς, πολλαπλασίασε τις ευχαριστίες του.

-Σας οφείλω τη ζωή μου, κύριε, πιστέψτε ότι δεν θα το ξεχάσω. Δεν θέλω να τρομάξω τη γυναίκα μου αυτή τη στιγμή, αλλά θέλω πολύ να σας εκφράσει η ίδια, σήμερα κιόλας, όλη μου την ευγνωμοσύνη.

Τον παρακάλεσε να έρθει να γευματίσουν και του είπε το όνομά του: Λουντοβίκ Ιμπέρ, προσθέτοντας:

- Μπορώ να ξέρω σε ποιον έχω την τιμή…

- Μα βέβαια, έκανε ο άλλος.

Και συστήθηκε:

- Αρσέν Λουπέν.

Ο Αρσέν Λουπέν δεν είχε τότε εκείνη τη φήμη που του χάρισαν η υπόθεση Καόρν, η απόδραση του από την Υγεία και τόσα άλλα ηχηρά κατορθώματα. Δεν ονομαζόταν καν Αρσέν Λουπέν. Αυτό το όνομα στο οποίο το μέλλον επεφύλαττε μια τέτοια λαμπρότητα επινοήθηκε ειδικά για να δηλώσει το σωτήρα του κ. Ιμπέρ, και μπορούμε να πούμε πως σ’ αυτήν την υπόθεση είναι που έλαβε το βάπτισμα του πυρός. Έτοιμος για τη μάχη, είν’ η αλήθεια, οπλισμένος με όλα, αλλά χωρίς μέσα, χωρίς το κύρος που δίνει η επιτυχία, ο Αρσέν Λουπέν δεν ήταν παρά ένας μαθητευόμενος σ’ ένα επάγγελμα όπου σύντομα θα γινόταν μαιτρ.

Έτσι λοιπόν τι ρίγος χαράς όταν ξυπνώντας θυμήθηκε την πρόσκληση της νύχτας! Επιτέλους έφτανε στο σκοπό! Επιτέλους αναλάμβανε ένα έργο άξιο των δυνάμεών του και του ταλέντου του! Τα εκατομμύρια των Ιμπέρ, τι θαυμάσια λεία για μια όρεξη σαν την δική του.

Έκανε ειδική τουαλέτα, τριμμένη ρεντικότα, φθαρμένο πανταλόνι, μεταξωτό καπέλο κάπως κοκκινωπό, μανικέτια και φοκόλ ξεφτισμένα, όλα πεντακάθαρα, αλλά που απέπνεαν μιζέρια. Για γραβάτα, μια μαύρη κορδέλα καρφιτσωμένη με ένα ψεύτικο αλλόκοτο διαμάντι. Και έτσι γελοία ντυμένος, κατέβηκε τη σκάλα του διαμερίσματος που κρατούσε στη Μοντμάρτ. Στο τρίτο πάτωμα, χωρίς να σταματήσει, κτύπησε με τη λαβή του μπαστουνιού του το κουδούνι μιας κλειστής πόρτας. Έξω, έφτασε στα εξωτερικά βουλεβάρτα. Ένα τραμ περνούσε. Πήρε μέσα θέση, και κάποιος που περπατούσε πίσω του, ο ένοικος του τρίτου πατώματος, κάθισε δίπλα του.

Ύστερα από ένα λεπτό, ο άνθρωπος αυτός του είπε:

- Λοιπόν, αφεντικό;

- Λοιπόν, έγινε.

- Πώς;

- Θα δειπνήσω εκεί.

- Θα δειπνήσετε εκεί!

- Δεν θα ’θελες, ελπίζω, να διακινδυνεύσω τζάμπα μέρες τόσο πολύτιμες όσο οι δικές μου; Απέσπασα τον κ. Λουντοβίκ Ιμπερ, είναι φύσει ευγνώμων. Με προσκαλεί να γευματίσουμε.

Μια σιωπή, και ο άλλος αποτόλμησε:

- Λοιπόν, δεν παραιτείστε απ’ αυτό;

- Μικρέ μου, έκανε ο Αρσέν, αν μηχανεύτηκα τη μικρή επίθεση εκείνης της νύχτας, αν μπήκα στον κόπο, στις τρεις η ώρα το πρωί, κατά μήκος των οχυρώσεων, να σου δώσω ένα κτύπημα με το μπαστούνι στον καρπό και μια κλοτσιά στο καλάμι του ποδιού, κινδυνεύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να βλάψω το μοναδικό μου φίλο, δεν είναι για να παραιτηθώ από το όφελος μιας διάσωσης τόσο καλά οργανωμένης.

- Αλλά οι κακές φήμες που κυκλοφορούν για την περιουσία…

- Άσε τις να κυκλοφορούν. Πάνε έξι μήνες που παρακολουθώ την υπόθεση, έξι μήνες που μαζεύω πληροφορίες, που μελετώ, που απλώνω τα δίκτυά μου, που ρωτώ τους υπηρέτες, τους δανειστές και τους ασήμαντους ανθρώπους, έξι μήνες που ζω στη σκιά του ανδρογύνου. Κατά συνέπεια, ξέρω που βαδίζω. Είτε η περιουσία προέρχεται από το γέρο-Μπράουφορ, όπως ισχυρίζονται, είτε από άλλη πηγή, βεβαιώνω ότι υπάρχει. Και εφόσον υπάρχει, μου ανήκει.

- Μπράβο, εκατό εκατομμύρια!

- Ας πούμε δέκα, ή και πέντε, δεν έχει σημασία! Υπάρχουν χονδρά πακέτα από τίτλους μέσα στο χρηματοκιβώτιο. Θα είναι σίγουρα απίθανο, αν, αργά ή γρήγορα, δεν βάλω χέρι στο κλειδί.

Το τραμ σταμάτησε στην πλατεία Ετουάλ. Ο άνθρωπος μουρμούρισε:

- Δηλαδή για την ώρα;

- Για την ώρα, δεν υπάρχει τίποτα να κάνουμε. Θα σε ειδοποιήσω. Έχουμε καιρό.

Πέντε λεπτά αργότερα, ο Αρσέν Λουπέν ανέβαινε την πολυτελή σκάλα του μεγάρου Ιμπέρ, και ο Λουντοβίκ τον παρουσίαζε στη γυναίκα του. Η Ζερβαίζ ήταν μια αγαθή κοντούλα κυρία, ολοστρόγγυλη, πολύ φλύαρη. Έκανε στο Λουπέν την καλύτερη υποδοχή.

- Θέλησα να είμαστε μόνοι μας για να τιμήσουμε το σωτήρα μας, είπε αυτή.

Μωρίς Λεμπλάν, Αρσέν Λουπέν ο αριστοκράτης λωποδύτης, Ερατώ, 1985, σ. 183-187.