Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

1

Οι πολυκατοικίες στέκονται η μία δίπλα στην άλλη. Είναι ευθυγραμμισμένες. Έτσι πρέπει: να είναι ευθυγραμμισμένες∙ αν δεν είναι, παρουσιάζουν σοβαρότατη ατέλεια, και τότε λέμε ότι «υπόκεινται σε ευθυγράμμιση», κάτι που σημαίνει ότι έχουμε κάθε λόγο να τις κατεδαφίσουμε και να τις ξαναχτίσουμε, έτσι ώστε να ευθυγραμμίζονται με τις άλλες.

Η παράλληλη παράταξη δύο σειρών ευθυγραμμισμένων πολυκατοικιών καθορίζει αυτό που αποκαλούμε δρόμο: δρόμος είναι ένας χώρος πλαισιωμένος (συνήθως, κατά μήκος) από σπίτια∙ δρόμος είναι αυτό που χωρίζει το ένα σπίτι από το άλλο, αλλά κι αυτό που μας επιτρέπει να πηγαίνουμε από το ένα σπίτι στο άλλο, είτε στην ίδια πλευρά, είτε στην απέναντι. Επιπλέον, δρόμος είναι κι αυτό που μας επιτρέπει να εντοπίσουμε ένα σπίτι. Υπάρχουν διάφορα συστήματα εντοπισμού∙ το πιο διαδεδομένο, στην εποχή μας και στα μέρη μας, συνίσταται στο να δίνεις όνομα στο δρόμο και αριθμούς στα σπίτια: η ονοματοδοσία των δρόμων είναι κάτι εξαιρετικά σύνθετο (συχνά, μάλιστα, ακανθώδες), περί του οποίου θα μπορούσαν να γραφτούν τόμοι ολόκληροι∙ όσο για την αρίθμηση, δεν είναι τόσο απλή: κατ’ αρχάς, αποφασίστηκε να μπαίνουν οι ζυγοί αριθμοί απ’ τη μια πλευρά κι οι μονοί απ’ την άλλη (αλλά, όπως αναρωτιέται –και με το δίκιο του- ένας χαρακτήρας του Raymond Queneau στην Πτήση του Ικάρου, «το 13 bis είναι μονός ή ζυγός αριθμός;»)∙ δεύτερον, σε σχέση με την κατεύθυνση του δρόμου, οι ζυγοί αριθμοί να μπαίνουν δεξιά (και οι μονοί, αριστερά)∙ και τρίτον, η εν λόγω κατεύθυνση του δρόμου να καθορίζεται κατά κανόνα (γνωρίζουμε, εντούτοις, ουκ ολίγες εξαιρέσεις) από τη θέση του εν λόγω δρόμου ως προς έναν δεδομένο άξονα∙ εν προκειμένω, τον Σηκουάνα: η αρίθμηση των δρόμων που είναι παράλληλοι προς τον Σηκουάνα, πηγαίνει αντίθετα προς το ρεύμα του∙ οι αριθμοί των καθέτων ξεκινούν απ’ τον Σηκουάνα και απομακρύνονται. (Οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν, φυσικά, στο Παρίσι∙ φαντάζομαι ότι ανάλογες λύσεις θα επινοήθηκαν και για άλλες πόλεις.)

Αντίθετα με τις πολυκατοικίες που (συνήθως) ανήκουν σε κάποιον, οι δρόμοι (κατ’ αρχήν) δεν ανήκουν σε κανέναν. Χωρίζονται (μάλλον ακριβοδίκαια) σε μια ζώνη αποκλειστική για τα αυτοκίνητα («οδόστρωμα») και δύο ζώνες, εμφανώς στενότερες, για τους πεζούς («πεζοδρόμια»). Ορισμένοι δρόμοι (οδόστρωμα + πεζοδρόμια) προορίζονται για αποκλειστική χρήση από τους πεζούς – είτε μονίμως («πεζόδρομοι») είτε προσκαίρως, σε έκτακτες περιστάσεις. Οι ζώνες όπου το οδόστρωμα εφάπτεται του πεζοδρομίου, επιτρέπουν στους οδηγούς που δεν θέλουν πια να κυκλοφορούν, να σταθμεύσουν. Επειδή, όμως, ο αριθμός των οδηγών που δεν θέλουν πια να κυκλοφορούν, είναι πολύ μεγαλύτερος των διαθέσιμων θέσεων, οι δυνατότητες στάθμευσης περιορίστηκαν, είτε εντός κάποιων περιμέτρων που ονομάστηκαν «ζώνες στάθμευσης» (με αντίστοιχο περιορισμό του χρόνου στάθμευσης), είτε, γενικότερα, με την εγκατάσταση ενός συστήματος στάθμευσης επί πληρωμή.

Δεν είναι σύνηθες να υπάρχουν δέντρα στους δρόμους. Κι όταν υπάρχουν, το κάτω μέρος του κορμού τους προστατεύεται από ένα κιγκλίδωμα. Αντίθετα, οι περισσότεροι δρόμοι είναι εφοδιασμένοι με ειδικές διευθετήσεις που καλύπτουν διάφορες ανάγκες: έτσι, π.χ., υπάρχουν φανοστάτες που ανάβουν αυτομάτως μόλις ελαττωθεί σημαντικά το φως της ημέρας∙ υπάρχουν στάσεις όπου ο κόσμος μπορεί να περιμένει το λεωφορείο ή ταξί∙ τηλεφωνικοί θάλαμοι και παγκάκια∙ κουτιά μέσα στα οποία οι πολίτες μπορούν να ρίχνουν επιστολές τις οποίες έρχεται να περισυλλέξει η υπηρεσία των ταχυδρομείων σε καθορισμένες ώρες∙ ωρολογιακοί μηχανισμοί, προγραμματισμένοι να δέχονται το χρηματικό ποσό που απαιτείται για μια στάθμευση περιορισμένου χρόνου∙ καλάθια για παλιόχαρτα και άλλα σκουπίδια, στα οποία πολλοί διαβάτες, περνώντας, ρίχνουν μια φευγαλέα, κρυφή ματιά∙ φωτεινοί σηματοδότες. Υπάρχουν επίσης διάφορες άλλες πινακίδες, όπως, π.χ., αυτές που δείχνουν σε ποια πλευρά του δρόμου μπορούμε να σταθμεύσουμε ανάλογα με το αν βρισκόμαστε στο πρώτο ή στο δεύτερο ήμισυ του μήνα (το αποκαλούμενο «σύστημα εναλλασσόμενης μονόπλευρης στάθμευσης»), ή ότι πρέπει να τηρηθεί ησυχία, δεδομένης της εγγύτητας κάποιου νοσοκομείου, ή, τέλος και κυρίως, ότι ο δρόμος είναι μονόδρομος: έχει αυξηθεί τόσο πολύ ο αριθμός των αυτοκινήτων, ώστε θα ήταν σχεδόν αδύνατον να κυκλοφορήσει κανείς αν δεν είχε επικρατήσει η συνήθεια, εδώ και αρκετά χρόνια, στις περισσότερες πυκνοκατοικημένες πόλεις, να επιβάλλεται στους οδηγούς να κυκλοφορούν μόνο προς μία κατεύθυνση, κάτι που, όπως είναι φυσικό, τους υποχρεώνει πολλές φορές να κάνουν ολόκληρους γύρους.

Σε ορισμένες διασταυρώσεις που θεωρούνται ιδιαιτέρως επικίνδυνες, η (συνήθως απερίσπαστη) επικοινωνία πεζοδρομίων και οδοστρώματος εμποδίζεται από μεταλλικούς πασσάλους που συνδέονται μεταξύ τους με αλυσίδες∙ παρόμοιοι πάσσαλοι, εμπεπηγμένοι στα πεζοδρόμια, χρησιμεύουν πολλές φορές προκειμένου να εμποδίσουν τα αυτοκίνητα απ’ το να σταθμεύσουν πάνω στα πεζοδρόμια, κάτι που, αν δεν τους εμπόδιζαν, θα το έκαναν με πολλή ευχαρίστηση. Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις (στρατιωτικές παρελάσεις, υποδοχή αρχηγών κρατών κ.λπ.), μεγάλα τμήματα του οδοστρώματος μπορούν να αποκλειστούν για τους οδηγούς, μέσα από ελαφρά μεταλλικά εμπόδια που εφαρμόζουν το ένα μέσα στο άλλο.

Σε ορισμένα σημεία, το πεζοδρόμιο υποχωρεί, σχηματίζοντας ένα κοίλωμα, το αποκαλούμενο «πλοίο», εξαιτίας του σχήματός του, που δείχνει ότι υπάρχουν σταθμευμένα αυτοκίνητα μέσα στην πολυκατοικία κι ότι καλό είναι να τους αφήνουμε τη δυνατότητα να βγουν∙ σε άλλα σημεία, πλακάκια από φαγιάντσα, ένθετα στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, δείχνουν ότι σ’ εκείνο το τμήμα της ζώνης δικαιούνται να σταθμεύσουν μόνο ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα.

Το σημείο τομής του οδοστρώματος με το πεζοδρόμιο λέγεται «ρείθρο»: είναι μια ζώνη ελαφρώς επικλινής, χάρη στην οποία τα νερά της βροχής μπορούν να κυλήσουν στον υπόνομο που είναι κάτω από το δρόμο, αντί να πλημμυρίσουν το οδόστρωμα, κάτι που θα έφερνε σοβαρά προσκόμματα στην κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Για πολλούς αιώνες, υπήρχε μόνο ένα ρείθρο, στο κέντρο του οδοστρώματος, αλλά θεωρείται ότι το σημερινό σύστημα είναι πιο πρακτικό. Αν επικρατεί ανομβρία, η συντήρηση των οδοστρωμάτων και των πεζοδρομίων εξασφαλίζεται χάρη σε κρουνούς που είναι εγκατεστημένοι σχεδόν σε κάθε γωνία και ανοίγουν με κάτι μεγάλα κλειδιά, σχήματος Τ, με τα οποία είναι εφοδιασμένοι οι δημοτικοί υπάλληλοι οι επιφορτισμένοι με την καθαριότητα των δρόμων.

Κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει κανένα κώλυμα ως προς το να περάσεις από τη μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, αρκεί να χρησιμοποιείς τις διαβάσεις για τους πεζούς, από τις οποίες τα αυτοκίνητα οχήματα πρέπει να διέρχονται με εξαιρετική προσοχή. Αυτές οι διαβάσεις σηματοδοτούνται είτε από δύο σειρές μεταλλικά καρφιά (διαμέτρου γύρω στα δώδεκα εκατοστά), παράλληλες και κάθετες προς τον άξονα του δρόμου, είτε από φαρδιές, άσπρες λωρίδες, βαμμένες πλαγίως καθ’ όλο το πλάτος του δρόμου. Κανένα από τα δύο αυτά συστήματα διαβάσεων δε φαίνεται να έχει την αποτελεσματικότητα που είχε κάποτε, και χρειάζεται συχνά να ενισχυθεί μ’ ένα σύστημα φωτεινής σηματοδότησης με τρία χρώματα (κόκκινο, πορτοκαλί, πράσινο), η οποία, εξαπλούμενη, κατέληξε να προκαλεί εξόχως σύνθετα προβλήματα συγχρονισμού, που κάποιοι από τους πιο ισχυρούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές του κόσμου και κάποια από τα πιο λαμπερά μαθηματικά μυαλά της εποχής μας πασχίζουν αδιαλείπτως να τα λύσουν.

Σε διάφορα σημεία της πόλης, τηλεχειριζόμενες κάμερες κατοπτεύουν την κίνηση: υπάρχει μία στη στέγη τού Κοινοβουλίου, ακριβώς κάτω απ’ τη μεγάλη γαλλική σημαία∙ μια άλλη, στην Πλατεία Εντμόν Ροστάν∙ άλλες, στο Αλεζιά, στο Κλισί, στο Σατλέ, στην Πλατεία Βατίλης κ.α.

2

Είδα δύο τυφλούς στην οδό Λινέ. Περπατούσαν πιασμένοι αγκαζέ. Κρατούσαν και οι δύο μακριά μπαστούνια, πολύ ελαστικά. Η γυναίκα ήταν γύρω στα πενήντα∙ ο άντρας, πολύ νέος. Η γυναίκα ψηλαφούσε με την άκρη του μπαστουνιού της όλα τα κάθετα εμπόδια που υψώνονταν κατά μήκος του πεζοδρομίου, και, οδηγώντας το μπαστούνι του νεαρού, τον βοηθούσε να τ’ αγγίξει κι αυτός, λέγοντάς του, πολύ γρήγορα και χωρίς ποτέ να κάνει λάθος, τι ήταν, ένα ένα, τα εμπόδια: ένας φανοστάτης, μια στάση λεωφορείου, ένας τηλεφωνικός θάλαμος, ένα καλάθι αχρήστων, ένα ταχυδρομικό κουτί, μια πινακίδα της τροχαίας (φυσικά, δεν μπόρεσε να του πει και τι έγραφε…), ένας φωτεινός σηματοδότης…

3

Πρακτικές ασκήσεις

Καμιά φορά, παρατήρησε το δρόμο, ίσως με κάποια συστηματικότητα.
Βολέψου. Μη βιάζεσαι.


Σημείωσε τον τόπο : το πεζοδρόμιο ενός café, κοντά
στη διασταύρωση των οδών Ντι
Μπακ και Σεν-Ζερμέν
την ώρα : επτά το βράδυ
την ημερομηνία : 15 Μαΐου 1973
τον καιρό : αίθριος

Σημείωσε ό,τι βλέπεις∙ ό,τι αξιοσημείωτο συμβαίνει. Ξέρεις να διακρίνεις τα αξιοσημείωτα; Υπάρχει κάτι που σου κάνει εντύπωση;
Τίποτα δε σου κάνει εντύπωση. Δεν ξέρεις να βλέπεις.

Καν’ το ακόμα πιο αργά, σχεδόν χαζά. Υποχρεώσου να καταγράψεις ό,τι δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον, ό,τι είναι προφανέστερο, ό,τι είναι πιο κοινότυπο και ανούσιο.

Ο δρόμος: προσπάθησε να περιγράψεις το δρόμο∙ πώς είναι, σε τι χρησιμεύει∙ τους περαστικούς∙ τα αυτοκίνητα (τι είδους αυτοκίνητα;)∙ τις πολυκατοικίες: σημείωσε ότι είναι μάλλον άνετες, μάλλον πολυτελείς∙ ξεχώρισε τις κατοικίες απ’ τα γραφεία.

Τα καταστήματα. Τι πωλείται στα καταστήματα; Δεν υπάρχουν καταστήματα τροφίμων. Α, ναι: υπάρχει ένα αρτοπωλείο! Αναρωτήσου από πού ψωνίζουν οι άνθρωποι της γειτονιάς.

Τα cafés. Πόσα cafés υπάρχουν; Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Γιατί διάλεξες αυτό το συγκεκριμένο; Γιατί έχεις ξανάρθει, γιατί το βλέπει ο ήλιος, γιατί πουλά και τσιγάρα. Τα άλλα καταστήματα: αντίκες, ρούχα, hi-fi κ.λπ. Μη λες, μη γράφεις «κ.λπ.» Προσπάθησε πάση θυσία να εξαντλείς το θέμα, ακόμα κι αν σου φαίνεται γκροτέσκο ή μάταιο ή ηλίθιο. Τίποτα ακόμα δεν έχεις κοιτάξει∙ το μόνο που έχεις κάνει, είναι να εντοπίσεις κάτι που είχες εντοπίσει προ καιρού.

Μάθε να βλέπεις πιο επιφανειακά.

Ανακάλυψε ένα ρυθμό: τα αυτοκίνητα που περνούν. Τα αυτοκίνητα περνούν κατά ομάδες, γιατί, πιο κάτω ή πιο πάνω, τα «πιάνει» το κόκκινο φανάρι.

Μέτρησε τα αυτοκίνητα.

Πρόσεξε τις πινακίδες των αυτοκινήτων. Ξεχώρισε τις παρισινές από τις άλλες.

Τα ταξί: ενώ φαίνεται να υπάρχουν πολλοί που περιμένουν, σημείωσε πόσο αραιά εμφανίζονται.

Διάβασε ό,τι υπάρχει γραμμένο στο δρόμο: στήλες Μορίς, αφίσες καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, εφημερίδες στα περίπτερα, διαφημίσεις, πινακίδες της τροχαίας, γκράφιτι, φείγ-βολάν, επιγραφές καταστημάτων.

Ωραίες γυναίκες. Στη μόδα τα πολύ ψηλά τακούνια.

Αποκρυπτογράφησε ένα τμήμα της πόλης∙ προσπάθησε να συναγάγεις τα αυτονόητα: π.χ. την ιδεοληψία της ιδιοκτησίας. Κατάγραψε όλες ανεξαιρέτως τις κινήσεις που κάνει ο οδηγός ενός αυτοκινήτου όταν σταθμεύει, έστω και μόνο για να ψωνίσει εκτατό γραμμάρια φρουί-γκλασέ:

-παρκάρει μετά από κάμποσες μανούβρες
-σβήνει τη μηχανή
-βγάζει το κλειδί από τη μίζα, ενεργοποιώντας έτσι αυτομάτως τον πρώτο αντικλεπτικό μηχανισμό
- εξέρχεται του οχήματος
- ανεβάζει το τζάμι της μπροστινής αριστερής πόρτας
- κλειδώνει την πόρτα
- ελέγχει αν είναι κλειδωμένη η πίσω αριστερή πόρτα∙ αν δεν είναι:
την ανοίγει
πατάει από μέσα την ασφάλεια
κλείνει την πόρτα
βεβαιώνεται ότι τώρα, ναι: είναι κλειδωμένη
- κάνει το γύρο του αυτοκινήτου∙ ανάλογα με την περίπτωση, ελέγχει αν είναι κλειδωμένο το πορτ-μπαγκάζ
- ελέγχει αν είναι κλειδωμένη η πίσω δεξιά πόρτα∙ αν δεν είναι, επαναλαμβάνει το σύνολο των κινήσεων που πραγματοποίησε ήδη προκειμένου περί της πίσω αριστερής πόρτας
- ανεβάζει το τζάμι της μπροστινής δεξιάς πόρτας
- κλείνει την μπροστινή δεξιά πόρτα
- την κλειδώνει
- πριν απομακρυνθεί, ρίχνει ένα πανοραμικό βλέμμα, για να σιγουρευτεί ότι το αμάξι είναι ακόμα εκεί κι ότι δε θα ’ρθει κανείς να του το πάρει.

Αποκρυπτογράφησε ένα τμήμα της πόλης∙ τις διαδρομές των λεωφορείων: γιατί τα λεωφορεία πηγαίνουν από το σημείο Α στο σημείο Β; Ποιος αποφασίζει τις διαδρομές και σε συνάρτηση με τι; Θυμήσου πως το δρομολόγιο ενός παρισινού λεωφορείου «εντός των τειχών» καθορίζεται από έναν διψήφιο αριθμό: το πρώτο από τα δύο ψηφία προσδιορίζει την αφετηρία∙ το δεύτερο, το τέρμα. Βρες παραδείγματα, βρες εξαιρέσεις: όσα λεωφορεία έχουν αριθμό που αρχίζει με το ψηφίο 2, ξεκινούν απ’ τον σιδηροδρομικό σταθμό Σεν-Λαζάρ, ενώ όσα λεωφορεία έχουν αριθμό που τελειώνει με το ψηφίο 2, τερματίζουν είτε στο 16ο Διαμέρισμα είτε στο Δάσος της Βουλόνης.

(Παλιά, αντί γι’ αριθμούς είχαν γράμματα: το S, που τόσο αγάπησε ο Queneau, έγινε το 84∙ νοστάλγησε τα λεωφορεία με πλατφόρμα, το σχήμα των εισιτηρίων, τον εισπράκτορα με το μηχανάκι που ήταν περασμένο στη ζώνη του…)

Οι περαστικοί. Από πού έρχονται; Πού πάνε; Ποιοι είναι;

Βιαστικοί. Αργόσχολοι. Πακέτα. Συνετοί, με καμπαρντίνες. Σκυλιά: κανένα άλλο ζώο στον ορίζοντα. Πουλιά: ούτε φαίνονται (κι όμως, πρέπει να υπάρχουν πουλιά), μα ούτε κι ακούγονται. Θα μπορούσε να πάρει το μάτι σου ένα γάτο τη στιγμή που γλιστράει κάτω από ένα αυτοκίνητο, αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει.

Σε γενικές γραμμές, ούτε τίποτ’ άλλο συμβαίνει.

Δοκίμασε να κατατάξεις τους ανθρώπους: όσους είναι απ’ αυτή τη γειτονιά κι όσους δεν είναι απ’ αυτή τη γειτονιά. Δεν πρέπει να υπάρχουν τουρίστες. Η εποχή δεν προσφέρεται, μα ούτε κι η γειτονιά είναι ιδιαιτέρως τουριστική. Ποια είναι τα αξιοθέατα της γειτονιάς; Το μέγαρο του Salomon Bernard; Η εκκλησία του αγίου Θωμά Ακινάτου; Το κτίριο στο Νο. 5 της οδού Σεμπαστιέν Μποτέν;

Η ώρα περνάει. Πιες την μπίρα σου. Περίμενε.

Σημείωσε ότι δεν έχει δέντρα γύρω (δέντρα έχει πιο κάτω, στη Σεν-Ζερμέν, στη Ρασπάιγ), ότι δεν υπάρχουν κινηματογράφοι, ούτε θέατρα, ούτε καμία οικοδομή, ότι οι περισσότεροι ιδιοκτήτες έχουν συμμορφωθεί κι έχουν ανακαινίσει τις προσόψεις των σπιτιών τους.

Ένα σκυλί σπάνιας ράτσας (αφγανικό; σλούγκι;)

Ένα Land Rover που θα ’λεγε κανείς ότι είναι εξοπλισμένο για να διασχίσει τη Σαχάρα (χωρίς να το θέλεις, σημειώνεις μόνο το αξιοπερίεργο, το ασύνηθες, το θλιβερά εξωτικό, ενώ θα ’πρεπε να κάνεις το ακριβώς αντίθετο).

Συνέχισε ώσπου το τοπίο να γίνει εντελώς αλλόκοτο ώσπου να νιώσεις, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, ότι είσαι σε μια ξένη πόλη, ή, ακόμα καλύτερα, ώσπου να μην καταλαβαίνεις πια τι συμβαίνει ή τι δεν συμβαίνει, ώσπου να μην αναγνωρίζεις πια το μέρος όπου βρίσκεσαι, ώσπου να μην ξέρεις πια ούτε κι ότι αυτό λέγεται πόλη, δρόμος, πολυκατοικίες, πεζοδρόμια…

Σπάστ’ τα όλα, κάνει να ρίξει βροχές κατακλυσμιαίες, να φυτρώσει χορτάρι, να πάρουν αγελάδες τη θέση των ανθρώπων, κι εκεί, στη διασταύρωση των οδών Ντι Μπακ και Σεν-Ζερμέν, να ξεπροβάλει, εκατό μέτρα πάνω από τις στέγες των σπιτιών, ο Κινγκ Κονγκ ή ο Super Mouse του Tex Avery!

Ή ακόμα: προσπάθησε να φανταστείς κάτω απ’ τους δρόμους, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, το πλέγμα των υπονόμων, τις γραμμές του μετρό, το αόρατο και υπόγειο δίκτυο των αγωγών (ηλεκτρισμός, φωταέριο, τηλεφωνικά καλώδια, σωληνώσεις νερού και πεπιεσμένου αέρα) χωρίς τους οποίους ο βίος στην επιφάνεια θα ’ταν αβίωτος.

Κι από κάτω, ακριβώς από κάτω, αναβίωσε την ηώκαινο: ο ασβεστόλιθος, η μάργα και η κρητίς, ο γύψος, ο λιμναίος ασβεστόλιθος του Σεντ-Ουέν, η άμμος του Μποσάν, ο τραχύς ασβεστόλιθος, η άμμος και ο λιγνίτης του Σουασονέ, η πλαστική άργιλος, η κιμωλία.

4

Ή, πάλι:

Σχεδίασμα επιστολής

Σε σκέφτομαι, συχνά
καμιά φορά μπαίνω σ’ ένα café, κάθομαι κοντά στην πόρτα, παραγγέλνω έναν καφέ
βγάζω τα τσιγάρα μου, ένα κουτί σπίρτα, ένα σημειωματάριο, το στιλό μου – τ’ αφήνω πάνω στη φορμάικα
ανακατεύω για πολλή ώρα τον καφέ με το κουταλάκι (κι ωστόσο, δε βάζω ζάχαρη στον καφέ μου∙ τον πίνω αφήνοντας να λιώσει η ζάχαρη στο στόμα μου, όπως οι βόρειοι λαοί, όπως οι Ρώσοι και οι Πολωνοί όταν πίνουν τσάι)
κάνω ότι κάτι με απασχολεί, ότι στοχάζομαι, ότι είμαι στα πρόθυρα σημαντικής απόφασης
πάνω και δεξιά σε μια λευκή σελίδα γράφω την ημερομηνία, καμιά φορά και τον τόπο, καμιά φορά και την ώρα, κάνω ότι γράφω ένα γράμμα

γράφω αργά, πολύ αργά, όσο πιο αργά μπορώ, χαράζω, σχεδιάζω κάθε γράμμα, κάθε τόνο, ελέγχω τα σημεία στίξεως

κοιτάζω προσεκτικά μιαν αφισέτα, τον τιμοκατάλογο των παγωτών, μια σιδηροκατασκευή, ένα στόρι, το κίτρινο εξαγωνικό σταχτοδοχείο (στην πραγματικότητα, πρόκειται για ισόπλευρο τρίγωνο, στις κοφτές γωνίες του οποίου έχουν τοποθετηθεί οι ημικυλινδρικές υποδοχές για τα τσιγάρα)

έξω έχει λίγο ήλιο το café είναι σχεδόν άδειο δυο εργάτες πίνουν ρούμι στην μπάρα, το αφεντικό λαγοκοιμάται πίσω απ’ το ταμείο του, η σερβιτόρα καθαρίζει τη μηχανή του καφέ

σε σκέφτομαι βαδίζεις στο δρόμο του σπιτιού σου, είναι χειμώνας, έχεις σηκώσει το γιακά του παλτού σου, είσαι χαμογελαστή και απόμακρη

[…]

5

Οι τόποι (Σημειώσεις για ένα έργο εν προόδω)

Το 1969 διάλεξα 12 τόπους στο Παρίσι (δρόμους, πλατείες, σταυροδρόμια, μια στοά), είτε γιατί έζησα σ’ αυτούς, είτε γιατί με συνέδεαν μ’ αυτούς ιδιαίτερες αναμνήσεις.

Έχω (αυτό)δεσμευτεί να περιγράφω, κάθε μήνα, δύο απ’ τους δώδεκα τόπους. Η μία απ’ αυτές τις περιγραφές γίνεται επί τόπου και στοχεύει στο να είναι όσο το δυνατόν πιο ουδέτερη: καθισμένος σ’ ένα café ή βαδίζοντας στο δρόμο, κρατώντας ένα στιλό κι ένα μπλοκάκι, προσπαθώ να περιγράψω τα σπίτια, τα καταστήματα, τους ανθρώπους που συναντώ, τις αφίσες και, γενικά, όλες τις λεπτομέρειες που προσελκύουν το βλέμμα μου. Η άλλη περιγραφή γίνεται εκτός (του συγκεκριμένου) τόπου: προσπαθώ να περιγράψω τον τόπο από μνήμης και να ανακαλέσω ό,τι θυμάμαι απ’ αυτόν, είτε από γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκεί, είτε από ανθρώπους που συνάντησα εκεί. Όταν τελειώσουν αυτές οι περιγραφές, τις βάζω σ’ ένα φάκελο που τον σφραγίζω με βουλοκέρι. Αρκετές φορές, ζήτησα ένα ή μία φίλο/η φωτογράφο να με συνοδέψει στους τόπους, και οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν (είτε κατ’ απόλυτη επιλογή του/της φωτογράφου είτε βάσει οδηγιών μου), μπήκαν κι αυτές, χωρίς να τις δω (με μία μόνο εξαίρεση) στους αντίστοιχους φακέλους∙ μερικές φορές, πάλι, έβαλα σ’ αυτούς τους φακέλους διάφορα στοιχεία που αργότερα θα μπορούσαν να συνεισφέρουν τη μαρτυρία τους, όπως, π.χ., εισιτήρια του μετρό ή του σινεμά, λογαριασμοί εστιατορίων και cafés, διάφορα προσπέκτους κ.λπ.)

Κάθε χρόνο, ξαναπιάνω αυτές τις περιγραφές, φροντίζοντας, χάρη σ’ έναν αλγόριθμο τον οποίο έχω ήδη αναφέρει (ορθογώνιο λατινικό δι-τετράγωνο, αλλά, αυτή τη φορά, δωδεκάτης τάξεως), πρώτον: να περιγράψω καθέναν απ’ αυτούς τους τόπους σε διαφορετικό μήνα του χρόνου, και, δεύτερον: να μην περιγράψω ποτέ στον ίδιο μήνα το ίδιο ζεύγος τόπων.

Αυτό το εγχείρημα, λοιπόν (που η αρχή του δεν απέχει πολύ από αυτήν που διέπει τις ωρολογιακές βόμβες), θα διαρκέσει δώδεκα χρόνια: ωσότου, δηλαδή, όλοι οι τόποι περιγραφούν δύο φορές επί δώδεκα. Πέρσι, πολύ απασχολημένος με το γύρισμα της ταινίας Ένας άνθρωπος που κοιμάται (στην οποία, ειρήσθω εν παρόδω, εμφανίζονται οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους τόπους), έχασα όλο το 1973, κι έτσι, μόνο το 1981 θα έχω στην κατοχή μου (αν δεν προκύψει κι άλλο εμπόδιο στο μεταξύ…) τα 288 κείμενα που θα μου αποδώσει αυτή η εμπειρία. Και τότε θα μάθω αν άξιζε τον κόπο: αυτό που περιμένω, πράγματι, δεν είναι τίποτ’ άλλο από την ένδειξη μιας τριπλής γήρανσης: των ίδιων των τόπων, των αναμνήσεών μου και της γραφής μου.

Περέκ Ζορζ, «Ο δρόμος», Χορείες χώρων, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 2000, σ. 66-79.