Η Λογοτεχνία στον Αστικό Χώρο

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα λογοτεχνικών πόλεων

Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα

ΗΤΑΝ ΙΟΥΛΙΟΣ, και με τον Χιου είχαμε πάρει το παρισινό μετρό από τη γειτονιά μας για να πάμε σε ένα μαγαζί όπου θέλαμε να αγοράσουμε λινάτσες. Το μαγαζί βρισκόταν στην άλλη άκρη της πόλης, και για να πάμε μέχρι εκεί έπρεπε να αλλάξουμε τρένο. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες πάρα πολλοί Αμερικανοί σε διακοπές παίρνουν το μετρό, και οι φωνές τους αντηχούν. Είναι κάτι που δεν είχα προσέξει πριν φύγω από την Αμερική, αλλά κάνουμε πολλή φασαρία σαν λαός. Οι θριαμβευτικοί ελέφαντες της ανθρώπινης φυλής. Ερωτήσεις, παρατηρήσεις, τα σημεία όπου έχουμε βγάλει φουσκάλες και συγκάματα – όλα προφέρονται λες και είναι σημαντικές ανακοινώσεις.

Στο πρώτο από τα δύο τρένα άκουγα ένα κουαρτέτο από νεαρούς Τεξανούς που κάθονταν κάτω από ένα σήμα που καλούσε τους επιβάτες να εγκαταλείψουν τις πτυσσόμενες θέσεις τους και να σταθούν όρθιοι αν το τρένο γέμιζε υπερβολικά. Το βαγόνι σύντομα γέμισε υπερβολικά, κι ενώ οι υπόλοιποι σηκώθηκαν όρθιοι για να ελευθερώσουν λίγο χώρο, οι νεαροί Τεξανοί παρέμειναν καθισμένοι και ύψωσαν τις φωνές τους προκειμένου να συνεχίσουν τη συζήτησή τους με θέμα «Ποια είναι καλύτερη πόλη, το Χιούστον ή το Παρίσι;» Ήταν ένα ζεστό απόγευμα, κι έτσι μπήκε στο παιχνίδι το θέμα του κλιματισμού. Στο Χιούστον είχαν κλιματιστικά παντού, στο Παρίσι όχι. Στο Χιούστον είχαν επίσης παγάκια, τάκος, άφθονο δωρεάν πάρκινγκ και κάτι που λεγόταν Σόνικ Μπέργκερ. Τα πράγματα δεν έμοιαζαν καλά για το Παρίσι, το οποίο έχανε πολύτιμους πόντους κάθε φορά που το τρένο σταματούσε και έμπαιναν μέσα κι άλλοι επιβάτες. Τα πλήθη στριμώχνονταν, περικυκλώνοντας τους καθισμένους Τεξσνούς και μετατρέποντάς τους σε ασώματες φωνές. Από τη μια άκρη του βαγονιού, ένας από τους Τεξανούς φώναζε ότι ήταν κουρασμένοι και βρόμικοι και έτοιμοι να πάρουν το επόμενο αεροπλάνο για την πατρίδα. Η φωνή ήταν κουρασμένη και απελπισμένη, και ταυτίστηκα απόλυτα. Είχα νιώσει ακριβώς το ίδιο στην τελευταία μου επίσκεψη στο Χιούστον.

Ο Χιου κι εγώ κατεβήκαμε υπό τους ήχους του «Τέξας, αγαπημένο μας Τέξας» και μπήκαμε στο δεύτερο τρένο, όπου ένα ζευγάρι Αμερικανών κοντά στα πενήντα στεκόταν αγκαλιάζοντας το στύλο στη μέση του βαγονιού. Δεν υπάρχει καμιά ταμπέλα που να το λέει, αλλά αυτοί οι στύλοι δεν θεωρούνται ιδιωτικοί. Βρίσκονται εκεί για όλους. Δεν τους αντιμετωπίζεις σαν τους στύλους των πυροσβεστών. Αντιθέτως, κρατιέσαι με το ένα χέρι και διατηρείς μια κάποια απόσταση. Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς, ακόμη κι αν έρχεται από μια πόλη χωρίς μέσα μαζικής μεταφοράς.

Το τρένο έφυγε από το σταθμό, και μια που έπρεπε κάπου να στηριχτώ, στρίμωξα το χέρι μου ανάμεσα στο ζευγάρι των Αμερικανών και πιάστηκα από το στύλο στο ύψος της μέσης. Ο άντρας στράφηκε προς τη γυναίκα λέγοντας «Πουουουφ, το μυρίζεις αυτό; Γνήσιος Γάλλος, μωρό μου». Τράβηξε το ένα του χέρι από το στύλο και το κούνησε μπρος πίσω μπροστά στη μύτη του. «Όντως» είπε. «Αυτός ο βάτραχος έχει σαπίσει».

Μου χρειάστηκε λίγη ώρα για να συνειδητοποιήσω ότι μιλούσε για μένα.

Η γυναίκα ζάρωσε τη μύτη της. «Θεούλη μου!» είπε. «Όλοι τους τόσο άσχημα μυρίζουν;»

«Είναι πολύ συνηθισμένο» είπε ο άντρας. «Θα έβαζα στοίχημα ότι ο φιλαράκος μας από δω δεν έχει πλυθεί εδώ και δύο εβδομάδες τουλάχιστον. Χριστέ μου, κάποιος θα έπρεπε να του κρεμάσει ένα αποσμητικό στο λαιμό».

Η γυναίκα γέλασε, λέγοντας «Αχ, αυτό το χιούμορ σου, βρε Μάρτιν. Πώς με κάνεις και γελάω».

Είναι ένα κοινό λάθος των Αμερικανών να θεωρούν ότι όλοι γύρω τους είναι Γάλλοι και άρα κανείς τους δεν καταλαβαίνει ούτε μία λέξη αγγλικά. Αυτοί οι δυο δεν φαίνονταν ιδιαίτερα κακοί άνθρωποι. Πίσω στην πατρίδα σίγουρα θα τα έλεγαν όλα αυτά ψιθυριστά, αλλά εδώ ένιωθαν ελεύθεροι να λένε ό,τι ήθελαν, πρόσωπο με πρόσωπο μαζί μου και με φυσιολογική ένταση. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάποιος θα μιλούσε μπροστά σε ένα κτίριο ή έναν πίνακα που έβρισκε εξαιρετικά άσχημο. Ένα έμπειρος ταξιδιώτης θα μπορούσε να καταλάβει ότι δεν ήμουν Γάλλος κοιτώντας τα παπούτσια μου. Αλλά ακόμη και να ήμουν Γάλλος, τα αγγλικά δεν είναι κάποια μυστηριώδης διάλεκτος που μιλιέται μόνο από κάποιους ανθρωπολόγους και μια χούφτα κανίβαλους. Διδάσκουν αγγλικά στα σχολεία όλου του κόσμου. Δεν υπάρχουν κριτήρια επιλογής για τους μαθητές. Όλοι μπορούν να μάθουν αγγλικά. Ακόμη και άνθρωποι που υποτίθεται ότι μυρίζουν άσχημα, παρά το γεγονός ότι μόλις έχουν κάνει μπάνιο και φοράνε καθαρά ρούχα.

Επειδή είχαν χρησιμοποιήσει τον ηλίθιο χαρακτηρισμό βάτραχος και είχαν παραπονεθεί για τη μυρωδιά μου, είχα τώρα το δικαίωμα να μισώ αυτό το ζευγάρι όσο ήθελα. Αυτό με έκανε χαρούμενο, γιατί ήθελα να τους μισήσω από τη στιγμή που μπήκα στο βαγόνι και τους είδα να αγκαλιάζουν το στύλο. Χάρη στις προσβολές τους, ήμουν τώρα ελεύθερος να κριτικάρω τα ρούχα του Μάρτιν: το τζιν σορτσάκι με την τσάκιση, το καπέλο του μπέιζμπολ, το μπλουζάκι που διαφήμιζε μια πιτσαρία του Σαν Ντιέγκο. Γυαλιά ηλίου κρέμονταν από το λαιμό του με ένα φωσφοριζέ κορδόνι, και τα ολοκαίνουργια αθλητικά παπούτσια του ζεύγους μαρτυρούσαν ότι μάλλον πήγαιναν σε κάποιο κομψό εστιατόριο. Η άνεση είναι σημαντική, αλλά μου φαίνεται αγενές να επισκέπτεσαι μια χώρα ντυμένος λες και έχεις έρθει να κουρέψεις το γκαζόν.

Ο άντρας που λεγόταν Μάρτιν έδειχνε στη γυναίκα το «Παρίσι μου», όπως έλεγε. Κοίταξε το χάρτη του μετρό και ανακοίνωσε ότι, κάποια στιγμή, θα την πήγαινε ίσως στο Λούβρο, το οποίο πρόφερε σαν να είχε δεκαπέντε γράμματα. Λούου-βρααα. Δεν είμαι σε θέση να κοροϊδεύω την προφορά κάποιου άλλου, αλλά πήγαινε γυρεύοντας, έτσι όπως το έπαιζε ειδικός. «Ναι» είπε εκπνέοντας δυνατά, «σκέφτηκα ότι μπορεί να πάμε κάποια μέρα αυτή την εβδομάδα και να κοιτάξουμε λίγο τριγύρω. Δεν είναι για όλους, αλλά κάτι μου λέει ότι μπορεί να σου αρέσει».

Πολλοί άνθρωποι νιώθουν κάποιο φόβο για τους Παριζιάνους, αλλά ένας Αμερικανός στο Παρίσι δεν θα βρει αυστηρότερο κριτή από έναν άλλο Αμερικανό. Η Γαλλία δεν είναι καν η χώρα μου, αλλά να που αποφάσιζα ότι αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους το συντομότερο, ει δυνατόν αλυσοδεμένοι. Με την απέχθεια που μου προκαλούσαν, με ανάγκαζαν να δω και τη δική μου εκζήτηση, και αυτό με έκανε να τους απεχθάνομαι ακόμη περισσότερο. Το τρένο πήρε μια στροφή, και καθώς κούνησα το χέρι μου υψηλότερα στο στύλο, ο άντρας στράφηκε στη γυναίκα, λέγοντας «Κάρολ –έι, Κάρολ, πρόσεχε. Ο τύπος πάει να σου πάρει το πορτοφόλι».

«Τι;»

«Το πορτοφόλι σου» είπε ο Μάρτιν. «Αυτός ο γελοίος προσπαθεί να σου πάρει το πορτοφόλι. Φέρε μπροστά την τσάντα σου ώστε να μην μπορεί να την πιάσει».

Εκείνη πάγωσε, κι αυτός επανέλαβε τις οδηγίες, γαβγίζοντας «Μπροστά. Φέρε την τσάντα σου μπροστά σου. Τώρα. Ο τύπος είναι πορτοφολάς».

Η γυναίκα που λεγόταν Κάρολ άρπαξε το λουρί στον ώμο της και γύρισε την τσάντα έτσι που τώρα ακουμπούσε στην κοιλιά της. «Θεέ μου» είπε. «Χαμπάρι δεν πήρα».

«Δεν έχεις ξανάρθει στο Παρίσι, αλλά αυτό να σου γίνει μάθημα». Ο Μάρτιν με κοίταξε άγρια, με τα μάτια του σαν σχισμές. «Αυτή η πόλη είναι γεμάτη κατακάθια σαν τον φιλαράκο μας από ’δω. Αν χαλαρώσεις για μια στιγμή, θα σου τα πάρουν όλα».

Τώρα ήμουν κατακάθι και κλέφτης. Σκέφτηκα να πω κάτι, αλλά αποφάσισα ότι θα ήταν καλύτερα να περιμένω για να δω τι άλλο θα βρει. Μερικά λεπτά ακόμη και μπορεί να αποφάσιζε ότι ήμουν έμπορος ναρκωτικών ή νταβατζής. Εκτός αυτού, αν έλεγα κάτι εκείνη τη στιγμή θα ζητούσε πιθανότατα συγγνώμη, κι εγώ δεν ενδιαφερόμουν για τη συγγνώμη του. Η ντροπή του θα με ευχαριστούσε, αλλά μόλις συνερχόταν λίγο θα ακολουθούσε αυτή η άβολη χρονική περίοδος που μερικές φορές καταλήγει σε χειραψία. Δεν ήθελα να αγγίξω τα χέρια αυτών των ανθρώπων ή να δω τα πράγματα από τη μεριά τους, ήθελα μόνο να συνεχίσω να τους μισώ. Έτσι κράτησα κλειστό το στόμα μου και κοίταξα στο κενό.

Το τρένο σταμάτησε στον επόμενο σταθμό. Κάποιοι επιβάτες κατέβηκαν και η Κάρολ με τον Μάρτιν μετακινήθηκαν για να καθίσουν σε δύο πτυσσόμενες θέσεις δίπλα στην πόρτα. Σκέφτηκα ότι μπορεί να άλλαζαν θέμα, αλλά ο Μάρτιν είχε πάρει φόρα τώρα, και δεν γινόταν να σταματήσει. «Ένας βρομιάρης σαν αυτόν μου έκλεψε το πορτοφόλι στο τελευταίο μου ταξίδι στο Παρίσι» είπε, κουνώντας το κεφάλι του προς το μέρος μου. «Μου την έφερε στο μετρό – ήρθε από πίσω μου, και δεν ένιωσα τίποτα. Μετρητά, πιστωτικές κάρτες, άδεια οδήγησης: παφ, πάνε όλα, με τη μία».

Φαντάστηκα ένα ταμπλό να γράφει ΚΑΤΑΚΑΘΙΑ 1- ΜΑΡΤΙΝ 0, και έσφιξα τις γροθιές μου υποστηρίζοντας την ομάδα που έπαιζε στην έδρα της.

«Πρέπει να καταλάβεις ότι αυτοί οι αλήτες είναι επαγγελματίες» είπε. «Εννοώ, έχουν αναγάγει την κλεψιά σε τέχνη, αν θα μπορούσαμε ποτέ να το πούμε τέχνη».

«Δεν θα το έλεγα τέχνη» είπε η Κάρολ. «Η τέχνη είναι κάτι όμορφο, αλλά να κλέβεις τον κόσμο, αυτό… είναι άθλιο κατά τη γνώμη μου».

«Έτσι είναι» είπε ο Μάρτιν. «Το θέμα είναι ότι αυτοί οι γελοίοι δουλεύουν συνήθως δύο δύο». Κοίταξε εξεταστικά την άλλη πλευρά του βαγονιού. «Κατά πάσα πιθανότητα έχει κάποιον συνεργάτη σε αυτό το βαγόνι».

«Έτσι λες;»

«Το ξέρω» της είπε. «Συνήθως συγχρονίζονται έτσι ώστε ένας από τους δύο σου κλέβει το πορτοφόλι τη στιγμή που το τρένο σταματάει. Η δουλειά του συνεργάτη είναι να σε αποπροσανατολίσει αν τυχόν πάρεις χαμπάρι τι γίνεται. Το τρένο σταματάει, οι πόρτες ανοίγουν και εξαφανίζονται μέσα στο πλήθος. Αν ο βρομιάρης από κει τα είχε καταφέρει θα έτρεχε για το Τιμπουκτού τώρα. Να είσαι σίγουρη, αυτοί οι τύποι είναι πολύ γρήγοροι».

Δεν είμαι το είδος του ανθρώπου που θα θεωρούσε κανείς γρήγορο και με καλό συντονισμό, και γι’ αυτό η κατηγορία του Μάρτιν μου φάνηκε κατά έναν περίεργο τρόπο κολακευτική. Δεν θα μπορούσα να είμαι περήφανος επειδή κλέβω πορτοφόλια, αλλά μου άρεσε να με σκέφτονται ως πονηρό και επαγγελματία. Είχα μείνει ξύπνιος μέχρις τις τέσσερις το πρωί το προηγούμενο βράδυ, διαβάζοντας ένα βιβλίο για αράχνες-ερημίτες, αλλά γι’ αυτόν οι κύκλοι κάτω από τα μάτια μου φανέρωνα μάλλον μια βραδιά όπου άρπαζα μύγες στον αέρα, ή οτιδήποτε κάνουν οι πορτοφολάδες για να εξασκηθούν.

«Το γιουβαρλάκι» είπε. «Κοίτα τον, στέκεται εκεί και περιμένει το επόμενο θύμα. Αν εξαρτιόταν από μένα θα έκλεβε πορτοφόλια με τα δόντια του. Οφαθλμός αντί οφθαλμού, αυτό λέω. Κάποιος θα έπρεπε να κόψει τα χέρια συτού του τύπου και να τα ρίξει στα σκυλιά».

Ω, σκέφτηκα, πρώτα όμως θα πρέπει να με πιάσεις.

«Μου σπάει τα νεύρα» είπε, «επιτέλους, πού είναι ένας πολιτσιόνι όταν τον χρειάζεσαι;»

Πολιτσιόνι; Πού νόμιζε ότι βρισκόταν; Προσπάθησα να φανταστώ τη συζήτηση του Μάρτιν με έναν Γάλλο αστυνομικό και τον σκέφτηκα να κουνάει πάνω κάτω τα χέρια του, φωνάζοντας «Αυτός ο τύπος προσπάθησε να μου κλέψει το πορτοφολόνι!» Ήθελα πάρα πολύ να ακούσω μια τέτοια συζήτηση, και αποφάσισα ότι θα έπαιρνα το πορτοφόλι από την πίσω τσέπη του Χιου καθώς κατεβαίναμε από το τρένο. Ο Μάρτιν θα με έβλεπε να κλέβω από έναν ξένο και πιθανότατα θα ανακατευόταν. Θα μου έκανε κεφαλοκλείδωμα ή θα ούρλιαζε για βοήθεια, και όταν θα μαζευόταν το πλήθος, θα έλεγα «Τι πρόβλημα υπάρχει; Είναι παράνομο να δανείζομαι χρήματα από τον φίλο μου;» Αν ερχόταν η αστυνομία, ο Χιου θα εξηγούσε την κατάσταση σε τέλεια γαλλικά, ενώ εγώ θα πετούσα κάποια από τις φράσεις που προφέρω καλύτερα. «Αυτός ο άνθρωπος είναι τρελός» θα έλεγα, δείχνοντας τον Μάρτιν. «Νομίζω πως είναι μεθυσμένος. Κοιτάξτε πόσο πρησμένο είναι το πρόσωπό του». Έκανα εξάσκηση σε αυτές τις φράσεις όταν ο Χιου ήρθε από πίσω μου και με χτύπησε στον ώμο, λέγοντάς μου πως κατεβαίναμε στην επόμενη στάση.

«Ορίστε» είπε ο Μάρτιν. «Αυτός είναι, αυτός είναι ο συνεργός του. Δεν σου έλεγα ότι ήταν κάπου εδώ γύρω; Δουλεύουν πάντα δύο δύο. Ο καθένας το ξέρει αυτό».

Ο Χιου διάβαζε την εφημερίδα και δεν είχε ιδέα για το τι είχε συμβεί. Ήταν πολύ αργά τώρα για να προσποιηθώ ότι του κλέβω το πορτοφόλι και είχα μείνει χωρίς κανένα καλό εναλλακτικό σχέδιο. Καθώς σταματήσαμε στο σταθμό, θυμήθηκα ένα απόγευμα πριν από δέκα χρόνια. Ήμουν στο Σικάγο, στο τρένο μαζί με την αδελφή μου την Έιμι, που κατέβαινε τρεις ή τέσσερις στάσεις πριν από μένα. Οι πόρτες άνοιξαν, και καθώς έβγαινε από το γεμάτο βαγόνι, γύρισε και μου φώναξε «Γεια σου Ντέιβιντ. Καλή τύχη με τη δίκη για το βιασμό». Όλοι στο τρένο γύρισαν να με κοιτάξουν. Κάποιοι έδειχναν περίεργοι, κάποιοι φοβισμένοι, αλλά η πλειοψηφία έμοιαζε να με μισεί με ένα πάθος που δεν είχα συναντήσει ποτέ. «Αυτή ήταν η αδελφή μου» είχα πει. «Της αρέσει να κάνει αστεία». Γέλασα και χαμογέλασα, αλλά δεν άλλαξε τίποτα. Κάθε μου κίνηση με έκανε να φαίνομαι περισσότερο ένοχος, και κατέληξα να κατέβω στην επόμενη στάση αντί να συνεχίσω μαζί με ανθρώπους που πίστευαν ότι ήμουν βιαστής. Ήθελα να πω κάτι εξίσου καλό στον Μάρτιν, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ τόσο γρήγορα όσο η Έιμι. Τελικά αυτός ο άνθρωπος θα επέστρεφε στο σπίτι του και θα έλεγε στους φίλους του να προσέχουν τους πορτοφολάδες στο Παρίσι. Θα ήταν ο ίδιος Μάρτιν, αλλά τουλάχιστον για τα επόμενα δευτερόλεπτα είχα ακόμη την ευκαιρία να είμαι κάποιος διαφορετικός, κάποιος γρήγορος και επικίνδυνος.

Το επικίνδυνο κομμάτι του εαυτού μου πρόσεξε πως ο Μάρτιν έσφιξε τις γροθιές του καθώς το τρένο σταματούσε. Η Κάρολ κρατούσε την τσάντα της σφιχτά μπροστά στο στήθος της και κρατούσε την ανάσα της καθώς ο Χιου κι εγώ βγήκαμε από το βαγόνι, όχι πλέον λεπτολόγοι εραστές στην εκτός των συνόρων εμπειρία τους, αλλά μάγκες, συνεργοί, στο δρόμο για το Τιμπουκτού.

Sedaris David, Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα, Μελάνι, Αθήνα, 2006, σ. 255-264.