Θεσσαλονίκη

Σε καιρό πολέμου

Συγκρότηση ενότητας: Ελένη Κοσμά

«Η Θεσσαλονίκη σε καιρό πολέμου: μια ιστορική αναδρομή.»

«Dulce bellum inexpertis», ο πόλεμος φαίνεται γλυκός σε εκείνους που δεν τον ξέρουν γράφει ο Έρασμος παραφράζοντας τον Πίνδαρο: γλυκύ δ᾽ἀπείρῳ πόλεμος. Μια μικρή πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, που από το 1912 μόλις άρχισε να μετριέται για ελληνική, κρύβει στους κόλπους της ανθρώπους και μνήμες που ανακαλούν τον πόλεμο και την εμπειρία του πολέμου σε κάθε βήμα τους. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα πεδίο σύγκρουσης: μια κοσμοπολίτικη ευρωπαϊκή πόλη με τραμ, σιδηροδρόμους και ανθηρό εμπόριο και μια προσφυγούπολη με ανθρώπους που κουβαλάνε πάνω τους την εξαθλίωση και τις πληγές του πολέμου. Η ιστορία της Θεσσαλονίκης ήδη πριν από το 1912 που ενώνεται με την Ελλάδα χτίζεται πάνω στην πολιτισμική και πολιτική της ιδιαιτερότητα: την πολυπολιτισμικότητα. Στους κόλπους της Θεσσαλονίκης διαβιούν Εβραίοι (οι οποίοι ήταν και η κυρίαρχη πληθυσμιακή ομάδα μέχρι την εξολόθρευσή τους από τον Χίτλερ), Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι: η εικόνα της πόλης είναι ένα ψηφιδωτό από γλώσσες, ήθη, έθιμα, συνήθειες και δεξιότητες, με κυρίαρχο, όμως το ελληνικό στοιχείο -ιδίως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, δέκα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωσή της και την συνακόλουθη ανταλλαγή του πληθυσμού. Η Θεσσαλονίκη είναι ακόμη μια πόλη με έντονες ταξικές διακρίσεις: η αστική και μεγαλοαστική της τάξη θριαμβεύει στο εμπόριο ήδη από τον 18ο αιώνα, αλλά κάτω από την αίγλη του αστικού κέντρου διαβλέπει κανείς την φτώχια, την εξαθλίωση και την πείνα ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της.

Με αφορμή την καταστροφική πυρκαγιά του 1917 έγιναν προσπάθειες «εξελληνισμού» της πόλης από την πλευρά της νέας διοίκησης, οι οποίες οδήγησαν στην ριζική αλλαγή του πολεοδομικού και αρχιτεκτονικού της ύφους και στην καταστροφή των μουσουλμανικών και εβραϊκών μνημείων της πόλης , όπως για παράδειγμα, το Σαατλή Τζαμί και η Αρχιραββινεία. Οι αλλαγές στην πληθυσμιακή υφή της πόλης που επέφερε στην συνέχεια ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος και η μαζική βιομηχανία θανάτου του Ολοκαυτώματος, η οποία οδήγησε στο θάνατο 50.000 Θεσσαλονικείς Εβραίους, ήταν δραματικές και μη αναστρέψιμες. Στις αρχές του Β Παγκοσμίου Πολέμου ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης μοιραζόταν ανάμεσα σε δύο γλώσσες: την ισπανοεβραϊκή και την ελληνική. Όταν ο πόλεμος είχε φτάσει στο τέλος του, ο πληθυσμός αυτός έπαψε ίσως να είναι μοιρασμένος γλωσσικά, ήταν όμως αποδεκατισμένος αριθμητικά και πολιτισμικά: οι ελάχιστοι θεσσαλονικείς Εβραίοι που επέζησαν μετά τη ναζιστική θηριωδία και επέστρεψαν στην πόλη τους θα αναλάβουν το υψηλό καθήκον να αφηγηθούν όσα έζησαν και όσα είδαν στα ναζιστικά στρατόπεδα.Στην ενότητα αυτή θα παρακολουθήσουμε ορισμένα στιγμιότυπα της ιστορίας της Θεσσαλονίκης μέσα από λογοτεχνικά έργα, μαρτυρίες, ηχητικά ντοκουμέντα, φωτογραφίες και τραγούδια. Ξεκινώντας από τους δύο Βαλκανικούς πολέμους θα φτάσουμε στον ύστατο Β Παγκόσμιο και από εκεί στον ελληνικό Εμφύλιο και στη Δικτατορία, που καθόλου ανεπηρέαστη δεν άφησε, βέβαια, την πόλη.