Ιστορία και Λογοτεχνία

Αναζήτηση

Αναζήτηση στα περιεχόμενα της λογοτεχνίας στον ιστορικό χρόνο

Το πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας

Νάταλι Μπακόπουλος, Το πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας, μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου, Πατάκης, Αθήνα 2012, σ. 48-54.
  • To Πραξικόπημα των Συνταγματαρχών → Νεοελληνική Λογοτεχνία

▲▲

Το πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας

(απόσπασμα)


Τον Απρίλιο, η Αθήνα ξεχειλίζει από βλάστηση και ζωή. Τα δέντρα θροΐζουν στο αεράκι, οι υάκινθοι και τα λούπινα ανθίζουν στα πάρκα. Το καλοκαίρι, η γη, ψημένη και ξεραμένη από τον ήλιο, αποδέχεται μοιρολατρικά τη στείρα ηρεμία, αλλά την άνοιξη, σπαρταράει από σφρίγος. Η πόλη είχε αυτή την εποχή μια ιδιαίτερη μυρωδιά, την οποία η Ελένη συνδύαζε πάντοτε με την άνοιξη: ένα μεθυστικό χαρμάνι από χώμα, μπαχαρικά και υγρά φυλλώματα, μ' ένα ίχνος βενζίνης. Από δω και στο εξής, όμως, η μυρωδιά αυτή θα της θύμιζε πάντοτε κάτι άλλο.

Το πρωί της 21η Απριλίου, η Ελένη οδηγούσε άσκοπα στους δαιδαλώδεις δρόμους του Ψυχικού. Δεν ήταν εύκολο. Σε κάθε γωνιά συναντούσε αστυνομικούς: μέχρι χθες ήταν εκεί για προστασία, σήμερα έκαναν ελέγχους. Σταματούσαν τα αυτοκίνητα, κοιτούσαν τις ταυτότητες οδηγών και επιβατών, μερικές φορές έψαχναν τα πορτ-μπαγκάζ. Κάθε φορά που τη σταματούσαν, κατέβαζε το παράθυρό της με μια έκφραση πλήξης, λες και όλη αυτή η αναστάτωση δεν την αφορούσε καθόλου. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, όμως. Μια ερώτηση, μια λάθος ματιά ή μια απερίσκεπτη απάντηση θα αρκούσαν για να φανεί ύποπτη. Το πολιτικό της παρελθόν, όπως και το παρελθόν του Χρήστου, του νεκρού συζύγου της, δεν την κατέτασσαν στα άτομα υπεράνω υποψίας. Σε κάθε έλεγχο, της έλεγαν απλώς να γυρίσει σπίτι της, και εκείνη τους απαντούσε κάθε φορά ότι εκεί πήγαινε.

Αυτό που της έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ότι οι αστυνομικοί έδειχναν εξίσου ταραγμένοι με τους περαστικούς. Μερικοί είχαν την εμβρόντητη έκφραση εξάχρονου αγοριού που το σήκωσαν απότομα από τον ύπνο, άλλοι έμοιαζαν με βρεγμένες γάτες.

Τα δρομάκια της περιοχής ήταν δαιδαλώδη και οι επαύλεις κρύβονταν πίσω από πυκνοφυτεμένους κήπους, προστατευμένους με ψηλούς μαντρότοιχους. Τα μεγάλα δέντρα σχημάτιζαν αψίδες πάνω από τους δρόμους. Οι λεωφόροι έμοιαζαν έρημες, αλλά η Ελένη ένιωθε μέσα στα σπλάχνα της το απόμακρο μουγκρητό φορτηγών. Σε μια διασταύρωση, είδε την κάννη ενός τανκ να προβάλλει από έναν στενό δρόμο, κι αμέσως έστριψε βιαστικά σ' ένα ακόμα πιο απόμερο δρομάκι. Η σιγαλιά ήταν τόσο απόλυτη, ώστε ανησυχούσε μήπως το βουητό της μηχανής της ακουγόταν πολύ δυνατά. Αναμφίβολα, μέσα σ' όλα αυτά τα σπίτια υπήρχαν άνθρωποι που έτρωγαν το πρωινό τους, έπιναν καφέ, ακούγοντας σοκαρισμένοι το ραδιόφωνο, οι προσόψεις όμως δεν μαρτυρούσαν τίποτα. Ήταν σαν να είχε εκκενωθεί ολόκληρη η γειτονιά.

[…]

Τελικά, η Ελένη αποφάσισε να γυρίσει στο Χαλάνδρι. Η κόρη της ήταν μια χαρά, διαβεβαίωσε τον εαυτό της, απλώς δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει επειδή δεν λειτουργούσαν οι γραμμές. Είχε φερθεί παράλογα, βγαίνοντας να την ψάξει. και η ίδια άλλωστε δεν ήταν άμεμπτη στα είκοσι ένα της χρόνια. Η Σοφία είχε απλώς την ατυχία να αποκλειστεί στο σπίτι κάποιου φίλου της. Και, άλλωστε, μήπως ήταν λογική η δική της απόφαση να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις του ραδιοφώνου;

Στην επόμενη διασταύρωση είδε ένα μικρό μπακάλικο-μανάβικο. Ήταν έτοιμη να συνεχίσει τον δρόμο της, όταν πρόσεξε ότι ο μπακάλης ήταν μέσα στο κατάστημά του, πίσω από τη βιτρίνα. Ο άνδρας την κοίταζε επιφυλακτικά, σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να κρυφτεί ή να τη χαιρετήσει. Η Ελένη σταμάτησε το αυτοκίνητο και κατέβηκε. Το ταμπελάκι στην πόρτα έγραφε «Κλειστόν», αλλά, όταν πήγε στην πόρτα, ο μπακάλης τής άνοιξε. Άκουγε τον σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων.

«Είστε ανοιχτά;» τον ρώτησε.

«Όχι» της απάντησε. Η Ελένη καταλάβαινε ότι την εξέταζε, διερωτώμενος τι έκανε έξω μια τέτοια ώρα.

«Θα μπορούσα να αγοράσω μερικά πράγματα;» Αφού δεν μπορούσε να βρει την κόρη της, θα φρόντιζε τουλάχιστον να έχει αρκετό φαγητό η υπόλοιπη οικογένειά της. Ποιος ήξερε τι τους περίμενε στη συνέχεια;

Ο άνδρας τής έκανε νόημα να πάρει ό,τι χρειαζόταν. Η Ελένη άρχισε να τριγυρίζει στο στενό μαγαζί και να στοιβάζει περισσότερα τρόφιμα απ' όσα θα μπορούσαν να καταναλώσουν πριν χαλάσουν. όσο μισούσε να πετάει τρόφιμα, άλλο τόσο φοβόταν μήπως τους λείψουν. Την καταδίωκαν οι φριχτές μνήμες της πείνας την περίοδο της Κατοχής. Πρόσθεσε στα ψώνια της ρύζι, μακαρόνια και δύο πακέτα φακές, και ένιωσε ξαφνικά ευγνωμοσύνη για τις τομάτες, τα φασολάκια και τις ελιές που είχε κονσερβάρει η ίδια και φύλαγε στο κελάρι της.

Όση ώρα τριγύριζε με προσοχή στους στενούς διαδρόμους, ο μανάβης δεν την άφηνε από τα μάτια του. «Δεν θα έπρεπε να είστε έξω» της είπε. «Είναι επικίνδυνο».

«Γυρίζω κατευθείαν σπίτι» του είπε. «Είμαι γιατρός» πρόσθεσε. «Είχα νυχτερινή βάρδια». Η δήλωση ότι ήταν γιατρός ή το γεγονός ότι ψώνιζε σαν να προετοιμαζόταν για μια καταστροφή έκαναν τον μπακάλη να ανοιχτεί λίγο παραπάνω. «Μάθατε τίποτα;» τη ρώτησε.

«Ό,τι ακούτε κι εσείς» του είπε, δείχνοντας το ραδιόφωνο.

«Έπιασαν τον αδελφό μου χθες βράδυ» είπε ο άνδρας χαμηλόφωνα. «Οι ανιψιές μου ήρθαν να μείνουν μαζί μας, στον πάνω όροφο. Η μία αρνείται να βγει από την ντουλάπα». Η ένταση στους ώμους του χαλάρωσε λιγάκι, λες και η εξιστόρηση του περιστατικού το είχε κάνει λιγότερο τρομακτικό. «Αμέσως μόλις μάθω πού τον πήγαν, θα πάω και θα σηκώσω τον κόσμο στο πόδι. Απλώς τώρα δεν θέλω να τρομάξω τα κορίτσια».

Η Ελένη έβλεπε τα χείλη του να κινούνται, αλλά δεν άκουγε τίποτα. Την είχε απορροφήσει τόσο πολύ η εξαφάνιση της κόρης της, που είχε αποφύγει τη σκέψη ότι μπορεί να είχαν πιάσει τον Μιχάλη. Ένας μηδενιστής ποιητής θα πρέπει να ήταν στην κορυφή της λίστας των συλλήψεων, αν και η ίδια τουλάχιστον θεωρούσε τον αδελφό της πολύ ανεξάρτητο πνεύμα για να μπορέσει να απειλήσει οποιοδήποτε καθεστώς. Αλλά, πάλι, ο Μιχάλης δεν ήταν πια ένα δεκάχρονο αγόρι, όπως τον φανταζόταν εκείνη μερικές φορές.

«Ευχαριστώ για την καλοσύνη σας» του είπε η Ελένη και τον πλήρωσε.

Αυτός της έδωσε τα ρέστα της. «Μην το συζητάτε» της απάντησε.

Εντούτοις, και οι δυο ήξεραν πόσο σημαντικό ήταν. Η Ελένη έβαλε τις τσάντες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και συνέχισε στους δαιδαλώδεις δρόμους του Ψυχικού, μέχρι που έφτασε πάλι στο ίδιο σημείο ελέγχου. Τη φορά αυτήν, οι αστυνομικοί δεν την αντιμετώπισαν με αδιαφορία. Όταν τους έδειξε την ταυτότητά της, ο ένας την αναγνώρισε. Η Ελένη τον θυμήθηκε από την κρεατοελιά στο μάγουλό του και την μπόχα της κολόνιας του.

«Ξαναπέρασες και πριν από δω» της είπε. «Πού πας τώρα;» Δύο άλλοι αστυνομικοί πλησίασαν το αυτοκίνητο. Ένας τρίτος στεκόταν αλαζονικός στην απέναντι μεριά του δρόμου και χάιδευε το μουστάκι του σαν κακοποιός σε καρτούν.

«Από το νοσοκομείο μάς έστειλαν σπίτια μας, τους περισσότερους» τους είπε. «Εξαιτίας…» Ήθελε να πει της απαγόρευσης κυκλοφορίας ή του πραξικοπήματος, αλλά σταμάτησε. Ίσως να πρόσβαλλε τους στρατιώτες που το είχαν εκτελέσει, υπό μια έννοια. Αλλά μπορεί να τους άρεσε που είχαν καταλάβει την εξουσία. Η Ελένη πρόσθεσε ότι είχε σταματήσει για να ψωνίσει τρόφιμα. Καταλάβαινε ότι φλυαρούσε από νευρικότητα, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει.

Ο αστυνομικός την κοίταξε από πάνω ως κάτω και η Ελένη κατέβασε αμήχανα τη φούστα της για να σκεπάσει τα γόνατά της. Για να επιβεβαιώσει την ιστορία της, του έδειξε το ιατρικό σήμα στο παρμπρίζ της, αλλά εκείνος δεν τράβηξε τα μάτια του από τα πόδια της.

«Βγες από το αυτοκίνητο» της είπε. Η Ελένη υπάκουσε με αργές κινήσεις. Αυτός τη διέταξε να σταθεί στην άκρη του πεζοδρομίου. Μετά χώθηκε στο πίσω κάθισμα και ψαχούλεψε τις σακούλες με τα τρόφιμα, σκορπώντας το περιεχόμενο στο δάπεδο. Πίσω της περίμενε σταματημένο μόνο άλλο ένα αυτοκίνητο. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, την ώρα αυτή η Κηφισίας θα έπρεπε να έχει περισσότερη κίνηση: ήταν η ώρα που οι άνθρωποι πήγαιναν στη δουλειά τους. Περιμένοντας τον αστυνομικό να αποφασίσει αν η δεύτερη εμφάνισή της ή τα τρόφιμα ήταν επαρκής λόγος για να τη συλλάβει, η Ελένη αναρωτήθηκε αν η απαγόρευση ίσχυε και για τα μαγαζιά. Μήπως θα της ζητούσαν να καταγγείλει τον μανάβη; Πρόσεξε τη σιγαλιά. Ούτε αυτοκίνητα ούτε κλάξον ούτε η φασαρία των μοτοσικλετών. Μόνο το μουγκρητό που έβγαλε ο αστυνομικός, βγαίνοντας από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι στους υπόλοιπους. «Τελευταία φορά» την προειδοποίησε. «Τράβα σπίτι σου».

«Σας ευχαριστώ» είπε εκείνη και ντράπηκε ακούγοντας τον σεβασμό στη φωνή της. Γύρισε στο αυτοκίνητό της κι αυτός τής έκανε νόημα να φύγει. Κατόπιν, για να δείξει ότι της έδινε το ελεύθερο, χτύπησε δυνατά το πορτ-μπαγκάζ σαν να της έδινε μια ξυλιά στα οπίσθια.

Μεταδεδομένα

< Δικτατορία > < Μπακόπουλος > < Αθήνα >