Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (415-453)


ΠΕΝΙΑ
415ὦ θερμὸν ἔργον κἀνόσιον καὶ παράνομον
τολμῶντε δρᾶν ἀνθρωπαρίω κακοδαίμονε,
ποῖ ποῖ τί φεύγετον; οὐ μενεῖτον;
ΒΛ. Ἡράκλεις. ΠΕ. ἐγὼ γὰρ ὑμᾶς ἐξολῶ κακοὺς κακῶς·
τόλμημα γὰρ τολμᾶτον οὐκ ἀνασχετόν,
420ἀλλ᾽ οἷον οὐδεὶς ἄλλος οὐδεπώποτε
οὔτε θεὸς οὔτ᾽ ἄνθρωπος. ὥστ᾽ ἀπολώλατον.
ΧΡ. σὺ δ᾽ εἶ τίς; ὠχρὰ μὲν γὰρ εἶναί μοι δοκεῖς.
ΒΛ. ἴσως Ἐρινύς ἐστιν ἐκ τραγῳδίας·
βλέπει γέ τοι μανικόν τι καὶ τραγῳδικόν.
425ΧΡ. ἀλλ᾽ οὐκ ἔχει γὰρ δᾷδας. ΒΛ. οὐκοῦν κλαύσεται.
ΠΕ. οἴεσθε δ᾽ εἶναι τίνα με; ΧΡ. πανδοκεύτριαν
ἢ λεκιθόπωλιν. οὐ γὰρ ἂν τοσουτονὶ
ἐνέκραγες ἡμῖν οὐδὲν ἠδικημένη.
ΠΕ. ἄληθες; οὐ γὰρ δεινότατα δεδράκατον
430ζητοῦντες ἐκ πάσης με χώρας ἐκβαλεῖν;
ΧΡ. οὔκουν ὑπόλοιπόν σοι τὸ βάραθρον γίγνεται;
ἀλλ᾽ ἥτις εἶ λέγειν σ᾽ ἐχρῆν αὐτίκα μάλα.
ΠΕ. ἣ σφὼ ποήσω τήμερον δοῦναι δίκην
ἀνθ᾽ ὧν ἐμὲ ζητεῖτον ἐνθένδ᾽ ἀφανίσαι.
435ΒΛ. ἆρ᾽ ἐστὶν ἡ καπηλὶς ἡκ τῶν γειτόνων,
ἣ ταῖς κοτύλαις ἀεί με διαλυμαίνεται;
ΠΕ. Πενία μὲν οὖν, ἣ σφῷν ξυνοικῶ πόλλ᾽ ἔτη.
ΒΛ. ἄναξ Ἄπολλον καὶ θεοί, ποῖ τις φύγῃ;
ΧΡ. οὗτος, τί δρᾶς; ὦ δειλότατον σὺ θηρίον,
440οὐ παραμενεῖς; ΒΛ. ἥκιστα πάντων. ΧΡ. οὐ μενεῖς;
ἀλλ᾽ ἄνδρε δύο γυναῖκα φεύγομεν μίαν;
ΒΛ. Πενία γάρ ἐστιν, ὦ πόνηρ᾽, ἧς οὐδαμοῦ
οὐδὲν πέφυκε ζῷον ἐξωλέστερον.
ΧΡ. στῆθ᾽, ἀντιβολῶ σε, στῆθι. ΒΛ. μὰ Δί᾽ ἐγὼ μὲν οὔ.
445ΧΡ. καὶ μὴν λέγω, δεινότατον ἔργον παρὰ πολὺ
ἔργων ἁπάντων ἐργασόμεθ᾽, εἰ τὸν θεὸν
ἔρημον ἀπολιπόντε ποι φευξούμεθα
τηνδὶ δεδιότε, μηδὲ διαμαχούμεθα.
ΒΛ. ποίοισιν ὅπλοις ἢ δυνάμει πεποιθότε;
450ποῖον γὰρ οὐ θώρακα, ποίαν δ᾽ ἀσπίδα
οὐκ ἐνέχυρον τίθησιν ἡ μιαρωτάτη;
ΧΡ. θάρρει· μόνος γὰρ ὁ θεὸς οὗτος οἶδ᾽ ὅτι
τροπαῖον ἂν στήσαιτο τῶν ταύτης τρόπων.


ΠΕΝΙΑ
Ω τί δουλειά τολμάτε να σκαρώσετε
—άνομη, ανόσια, απόκοτη— ανθρωπάκια!
Για πού, για πού το βάλατε; Σταθείτε!
ΒΛΕ. (τρέμοντας)
Μανούλα μου! ΠΕΝ. Νά τώρα, και τους δυο σας
θ᾽ αφανίσω κακήν κακώς εγώ,
γιατί τολμάτε τόλμημ᾽ ασυχώρετο,
που παρόμοιο κανείς δεν καταπιάστηκε,420
ούτε θεός ούτ᾽ άνθρωπος ως τώρα.
Για τούτο, πάει, χαθήκατε. ΧΡΕ. Και ποιά εισαι
του λόγου σου; Χλωμή μού παραφαίνεσαι.
ΒΛΕ. Ίσως θα ᾽ναι Ερινύα από καμιά
τραγωδία· τραγικά και μανιασμένα
κοιτάει! ΧΡΕ. Μα δεν κρατάει δαδιά στα χέρια.
ΒΛΕ. Θα την δείρω! ΠΕΝ. Για ποιάνε με περνάτε;
ΧΡΕ. Για καμιά ξενοδόχα, για αυγουλού…
Αλλιώς δε θ᾽ αλυχτούσες τόσο, δίχως
να σ᾽ έχουμε πειράξει. ΠΕΝ. Σοβαρά;
Κι υπάρχει μεγαλύτερο κακό
να θέτε να με διώξετε απ᾽ τη χώρα;430
ΧΡΕ. Μην έλειψε το Βάραθρο για σένα;
Λέγε μου το λοιπόν αμέσως ποιά εισαι;
ΠΕΝ. Εγώ, που θα σας κάψω και τους δυο σας
την σήμερον ημέρα, τι με διώχνετε.
ΒΛΕ. Θα ᾽ναι η ταβερναρού της γειτονιάς,
που ταχτικά λειψό κρασί μου δίνει.
ΠΕΝ. Είμαι λοιπόν η Φτώχεια, που μαζί σας
κάθομαι χρόνια… ΒΛΕ. Βάι, αφέντη Απόλλωνα
κι όλ᾽ οι θεοί, πού να τρυπώσω, πού;
(κάνει να φύγει)
ΧΡΕ. Ε συ, τί κάνεις, ζούδι φοβιτσιάρικο;
Στάσου. ΒΛΕ. Καθόλου. ΧΡΕ. Μείνε! Και δεν ντρέπεσαι,440
άντρες δυο μια γυναίκα να φοβόμαστε;
ΒΛΕ. Γιατί ᾽ναι η Φτώχεια, μαύρε! Δεν υπάρχει
σ᾽ όλη την πλάση αγρίμι φοβερότερο.
ΧΡΕ. Γιά κάνε μου τη χάρη, στάσου, στάσου!
ΒΛΕ. Εγώ; Ποτές. ΧΡΕ. Λοιπόν, σου λέω, θα κάνουμε
το χειρότερο σφάλμα που έχει γίνει,
αν παρατώντας έρμο το θεό,
το βάνουμε στα πόδια, φοβισμένοι
από δαύτη, και δεν αντισταθούμε.
ΒΛΕ. Σε ποιά να βασιστούμε άρματα ή δύναμη;
Ποιόν θώρακα και ποιάν ασπίδα η στρίγκλα450
δε μας κάνει να βάζουμε αμανάτι;
ΧΡΕ. Κάνε καρδιά και μοναχός ο θεός μας
την κάκητά της θα νικήσει — ο Πλούτος.