Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (321-368)


οἰκτρὸν γὰρ πόλιν ὧδ᾽ ὠγυγίαν [στρ. β]
Ἀίδᾳ προϊάψαι, δορὸς ἄγραν
δουλίαν, ψαφαρᾷ σποδῷ
ὑπ᾽ ἀνδρὸς Ἀχαιοῦ θεόθεν
325 περθομέναν ἀτίμως,
τὰς δὲ κεχειρωμένας ἄγεσθαι,
ἔ, νέας τε καὶ παλαιὰς
ἱππηδὸν πλοκάμων, περιρ-
ρηγνυμένων φαρέων. βοᾷ
330 δ᾽ ἐκκενουμένα πόλις,
λαΐδος ὀλλυμένας μειξοθρόου·
βαρείας τοι τύχας προταρβῶ.

κλαυτὸν δ᾽ † ἀρτιδρόποις ὠμοδρόπων † [ἀντ. β]
νομίμων προπάροιθεν διαμεῖψαι
335 δωμάτων στυγερὰν ὁδόν·
τί; τὸν φθίμενον γὰρ προλέγω
βέλτερα τῶνδε πράσσειν·
πολλὰ γάρ, εὖτε πτόλις δαμασθῇ,
ἒ ἔ, δυστυχῆ τε πράσσει.
340 ἄλλος δ᾽ ἄλλον ἄγει, φονεύ-
ει, τὰ δὲ πυρφορεῖ· καπνῷ
[δὲ] χραίνεται πόλισμ᾽ ἅπαν·
μαινόμενος δ᾽ ἐπιπνεῖ λαοδάμας
μιαίνων εὐσέβειαν Ἄρης.

345 κορκορυγαὶ δ᾽ ἀν᾽ ἄστυ, ποτὶ [πτόλιν] δ᾽ ὁρκάνα [στρ. γ]
πυργῶτις,
πρὸς ἀνδρὸς δ᾽ ἀνὴρ
δόρει καίνεται·
βλαχαὶ δ᾽ αἱματόεσσαι
τῶν ἐπιμαστιδίων
350 ἀρτιτρεφεῖς βρέμονται.
ἁρπαγαὶ δὲ διαδρομᾶν ὁμαίμονες··
ξυμβολεῖ φέρων φέροντι,
καὶ κενὸς κενὸν καλεῖ,
ξύννομον θέλων ἔχειν,
355 οὔτε μεῖον οὔτ᾽ ἴσον λελιμμένοι.
τί ἐκ τῶνδ᾽
εἰκάσαι † λόγος πάρα;

παντοδαπὸς δὲ καρπὸς χαμάδις πεσὼν [ἀντ. γ]
ἀλγύνει
κυρήσας, πικρὸν δ᾽
ὄμμα θαλαμοπόλων·
360 πολλὰ δ᾽ ἀκριτόφυρτος
γᾶς δόσις οὐτιδανοῖς
ἐν ῥοθίοις φορεῖται.
δμωίδες δὲ καινοπήμονες † νέαι
τλήμονες εὐνὰν αἰχμάλωτον †
365 ἀνδρὸς εὐτυχοῦντος, ὡς
δυσμενοῦς ὑπερτέρου,
ἐλπίς ἐστι νύκτερον τέλος μολεῖν,
παγκλαύτων
ἀλγέων ἐπίρροθον.


Τόσο μια πανάρχαια πόλη, ω τί κρίμα,
να τη στείλετε στον Άδη κουρσεμένη
απ᾽ ενού Αχαιού κοντάρι και να γένει
έτσι ανάξια απ᾽ τους θεούς της στάχτη θρύμμα.
Κι οι γυναίκες σκλαβωμένες, οϊμένα,
νιες και γριες σαν τ᾽ άλογα να τις τραβάνε
απ᾽ τις χήτες, με τα ρούχα ξεσκισμένα,
330ενώ η πόλη θεν᾽ αδειάζει όλη αντάρα
και βουή σύσμιχτη των σκλάβων που χαλάνε·
βαριές τύχες που προσμένω με τρομάρα!

Κι ω τί κλάμα, που οι αθώες οι κορασίδες,
πριν την ώρα και την τίμια τη χαρά τους,
μαύρη στράτα θενα πάρουν, αγουρίδες
ωμοτρύγητες, μακριά απ᾽ τα γονικά τους.
Ω μακάριοι που πεθαίνουν πριν να δούνε
όσα η πόλη μαύρα κι άραχλα παθαίνει
340μια που πάρθηκε· εδώ σφάζουν, κει τραβούνε,
φωτιά βάζουν και τα πάντα καπνός χραίνει
κι ο θεός του ολέθρου ο Άδης, που δριμώνει
μ᾽ άγρια λύσσα, πάσα ευσέβεια βεβηλώνει.

Μες στις ρούγες βρουχισμός και γύρω μάντρες
από πύργους εχθρικούς την πόλη ζώνουν,
οι άντρες σφάζονται απ᾽ τους άντρες
κι άθλια σκούζοντας τα βρέφη που σκοτώνουν
350με το γαίμα το βυζί που πίνουν βρέχουν.
Χέρι χέρι οι αρπαγές κι οι κούρσες τρέχουν,
φορτωμένους απαντούνε οι φορτωμένοι
κι ο άδειος κράζει τ᾽ αδειανού να ᾽χει κολλήγα,
μα ο καθένας στο μεράσι ούτε πιο λίγα
ούτε κι ίδια θέλει να ᾽χει. — Ω, τί ᾽ν᾽ να γένει!

Χύμα χάμου όλ᾽ οι καρποί λύπη σου φέρνουν,
με πικρό οι νοικοκυρές μάτι κοιτάζουν·
360πλήθια ανάκατα της γης τα δώρ᾽ αρπάζουν
τ᾽ αδιαφόρετα τα κύματα και σέρνουν.
Και πρωτόπαθες νέες σκλάβες με γιομάτη
την καρδιά απ᾽ της συμφοράς τη νέα την τύχη
περιμένουν κάποιου αφέντη εχθρού κρεβάτι,
όποιος να ᾽ναι ο νικητής που θα τους τύχει·
μόνη ελπίδα, του θανάτου η νύχτα αν σώσει
απ᾽ τα ολόκλαυτα δεινά να μας γλιτώσει.