Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ψευδώνυμος
1 item total
ψευδώνυμος -η -ο [psevδónimos] Ε5 : α.για κείμενο που ο συντάκτης του το υπογράφει με ψευδώνυμο: Ψευδώνυμο άρθρο. ~ λίβελος. β. για συντάκτη κειμένου που υπογράφει με ψευδώνυμο: Ο ~ αρθρογράφος της εφημερίδας σας. ψευδώνυμα ΕΠIΡΡ με ψευδώνυμο: Δεν απαντώ σε κατηγορίες που διατυπώνονται ~.

[λόγ. < αρχ. ψευδώνυμος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go