Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Lemma "α 1"
α 1 [á] επιφ. : 1.δηλώνει ποικίλα συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου, τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής ή τις κινήσεις του σώματος και τους μορφασμούς του προσώπου (συνήθ. συνοδεύεται από επιφωνηματική ή ερωτηματική φράση ή πρόταση): α. χαρά, ευχαρίστηση, θαυμασμό: ~! τι όμορφα που είναι εδώ! ~! πολύ χάρηκα που σε είδα! || με επανάληψη ααα! [aaa…], για κτ. πολύ εντυπωσιακό, θεαματικό ή νόστιμο. ΦP ~! γεια σου / μπράβο, δηλώνει ικανοποίηση για τον τρόπο που ενήργησε κάποιος. β. πόθο ή ευχή ανεκπλήρωτη· ε: ~! και να ΄μουν στη θέση σου! ~! και να μου ΄πεφτε το λαχείο! ~! και να μου ΄διναν όσα ζητούσα! γ. έκπληξη, απορία: ~! πότε ήρθες; ~! πού το βρήκες; || αντίδραση στα λεγόμενα κάποιου: ~! αλήθεια; κι ύστερα;, τι έγινε μετά; ~ στο καλό / στο διάολο!, σώπα, δεν μπορώ να το πιστέψω· (πρβ. άντεII). || τρόμο: ~! με τρόμαξες! || πόνο, λύπη· (πρβ. αχ, βρε, ποπό): ~! κακό που έπαθα! ~! κακό που τους βρήκε! ~! τι κρίμα! ~! πώς στενοχωρέθηκα! δ. κοροϊδία· (πρβ. ε): ~! τον κουτό / το βλάκα! ~! ρε… ε. αποστροφή, αγανάκτηση· (πρβ. ε): ~! τον ελεεινό / τον απαίσιο! ~! μα δεν υποφέρεσαι πια! ~! να σου πω, το ΄χεις παρακάνει πια! || επιτείνει τη σημασία του που 3: ~! που να (σε) πάρει η ευχή / ο διάολος. || απογοήτευση: ~! ρε, πώς καταντήσαμε! ~! ρε, τι γίνεται στον κόσμο! στ. απειλή: ~! και να σε πιάσω, αλίμονό σου! ~! έτσι είσαι; να δεις κι εγώ! ζ. ανυπομονησία: ~! αργείς πολύ! ~! δεν μπορώ να περιμένω! η. βεβαίωση: ~! ναι! αυτό ακριβώς θέλω! ~! μάλιστα, αυτό είναι, το βρήκες! || (για κτ. που το ξέχασε κάποιος και ξαφνικά το θυμάται): ~! ξέχασα να σου πω τι έμαθα. Λοιπόν, τι λέγαμε; ~! ναι… θ. έντονη επιθυμία να μη γίνει κτ.: ~! όχι, μη!, δε θέλω. ~! όχι, μην του δώσεις λεφτά! ~! όχι, μην έρχεσαι εδώ! || έντονη αντίρρηση: ~! όχι έτσι! ~! δε συμφωνώ! ι. (προφ.) προσπάθεια, έγνοια: Aπό το πρωί, ~ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, ~ να ψωνίσω, κατακουράστηκα! ~ το ένα, ~ το άλλο, δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα! 2. στη θέση μονολεκτικής απάντησης: α. αρνητικής, με το μπα*: Kρυώνεις; -~ μπα, όχι καθόλου. β. θετικής: Θα έρθεις μαζί μου; -~ θά ΄ρθω, ναι, θά ΄ρθω, καλά λες. γ. αόριστης μετριαστικής: Έγινες καλά; -~, έτσι κι έτσι. Πώς τα βλέπεις τα πράγματα; -~, ούτε καλά ούτε άσκημα. 3α. με επανάληψη ααα… [aaa…], χωρίς συγκεκριμένη σημασία, τη στιγμή που ο ομιλητής προσπαθεί να βρει καλύτερη διατύπωση της σκέψης του· (πρβ. ε). β. ρυθμικά επαναλαμβανόμενο χρησιμοποιείται ως νανούρισμα: Aαα… νάνι.

[ηχομιμ., (πρβ. αρχ. p, επιφ. συμπόνιας, ζηλοφθονίας ή περι φρόνησης)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go