Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υγιής
1 item total
υγιής -ής -ές [ijiís] Ε10 : 1. του οποίου ο οργανισμός λειτουργεί αρμονικά και ομαλά, που η φυσική του κατάσταση είναι πολύ καλή· γερός. ANT άρρωστος, ασθενής: Γέννησε ένα υγιέστατο αγοράκι. H επιτροπή τον έκρι νε υγιή και ικανό για στράτευση. || (ως ουσ.) ο υγιής: Οι υγιείς μπορούν να γίνουν αιμοδότες. 2. (μτφ.) α. για ψυχική ή πνευματική εκδήλωση που θεωρείται συνετή και ορθή. ANT νοσηρός: Yγιείς σκέψεις. Yγιείς αντιδράσεις. Οικογένεια με υγιείς αρχές. β. για κτ. που δεν παρουσιάζει συμπτώματα φθοράς, παρακμής, δυσλειτουργίας κτλ.: ~ οικονομία, εύρωστη, ανθηρή. ~ πολιτική ζωή. (λόγ.) υγιώς ΕΠIΡΡ στη σημ. 2: Οι ~ σκεπτόμενοι άνθρωποι.

[λόγ. < αρχ. ὑγιής, ὑγιῶς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go