Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κεχριμπαρένια
1 item total
κεχριμπαρένιος -α -ο [kexribaréos] Ε4 : που είναι κατασκευασμένος από κεχριμπάρι: Kεχριμπαρένιο κολιέ. Kεχριμπαρένιο κομπολόι. Kεχριμπαρένιες χάντρες. || που έχει το χρώμα του κεχριμπαριού: Ρετσίνα κεχριμπαρένια.

[κεχριμπάρ(ι) -ένιος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go