Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: *αγω*
286 items total [1 - 10]
-αγωγός 1 [aγoγós] : το ουσ. αγωγός ως β' συνθετικό σε σύνθετα προσδιοριστικά ουσιαστικά· δηλώνει αγωγό κατάλληλο για τη μεταφορά ή διοχέτευση αυτού που υπονοεί το α' συνθετικό: αερ~, αερι~, γαλακτ~, καπν~, πετρελαι~, υδατ~. || φωτ~.

[λόγ. < αρχ. -αγωγός (< ἄγω) ως β' συνθ.: αρχ. ὁπλιτ-αγωγός, ελνστ. ὑδρ-αγωγός `υδραγωγείο΄]

-αγωγός 2 θηλ. -αγωγός [aγoγós] : β' συνθετικό σε σύνθετα ουσιαστικά· δηλώνει αυτόν που είναι επιφορτισμένος με την εκπαίδευση των ατόμων που υπονοεί το α' συνθετικό: νηπι~, παιδ~.

[λόγ. < αρχ. -αγωγός (< ἄγω) ως β' συνθ.: αρχ. παιδ-αγωγός (δες λ.)]

-παραγωγή [paraγojí] : β' συνθετικό σε σύνθετα θηλυκά ουσιαστικά· δηλώνει τη συστηματική καλλιέργεια και παραγωγή αυτού που υποδηλώνει το α' συνθετικό· (πρβ. -καλλιέργεια1): βαμβακο~, ελαιο~, καπνο~, οινο~, σιτο~, σταφιδο~. || ιχθυο~. || ηλεκτρο~.

[λόγ. < ουσ. παραγωγή ως β' συνθ. μτφρδ.: βαμβακο-παραγωγή < γαλλ. production du coton]

-παραγωγός [paraγoγós] θηλ. -παραγωγός [paraγoγós] : β' συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετα ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την παραγωγή (συχνά σε επίπεδο βιοτεχνίας ή βιομηχανίας) αυτού που εκφράζει το α' συνθετικό: βαμβακο~, ελαιο~, καπνο~, σταφιδο~.

[λόγ. < ουσ. παραγωγός ως β' συνθ. με βάση το β' συνθ. -παραγωγή· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

-παραγωγός -ός / -ή -ό [paraγoγós] : β' συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετα επίθετα· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη παραγωγή αυτού που εκφράζει το α' συνθετικό: βαμβακο~, καπνο~, σιτο~. || ηλεκτρο~, θερμο~, πετρελαιο~.

[λόγ. < -παραγωγός (ουσ.) ως β' συνθ. μτφρδ.: πετρελαιο-παραγωγός < αγγλ. oil producing]

άγω [áγo] -ομαι Ρ (μόνο στον ενεστ.) : (λόγ.) οδηγώ κπ. (έκφρ.) ~ και φέρω* κπ. άγεται και φέρεται*.

[λόγ. < αρχ. ἄγω]

αγωγή η [aγojí] Ο29 : 1.σύνολο από οργανωμένες ενέργειες που γίνονται με σκοπό την ψυχική, πνευματική και σωματική διάπλαση του ανθρώπου, ιδίως του νέου: Bασική προϋπόθεση της αγωγής είναι η πίστη στο δάσκαλο. Mέθοδοι / παράγοντες / στόχοι της αγωγής. Σχέσεις της αγωγής με την εκπαίδευση. Είδη / μορφές της αγωγής. Σωματική ~ ή φυσική ~· (πρβ. γυμναστική). H ~ των αισθήσεων. Hθική / θρησκευτική / αισθητική / κοινωνική / πολιτική ~. Ειδική ~. || (μουσ.): Ρυθμική ~. || το σχετικό πνευματικό ή ηθικό αποτέλεσμα: Παιδί χωρίς / με (καλή) ~. 2. (ιατρ.) τρόπος, μέθοδος θεραπείας κάποιας ασθένειας ή πάθησης: Θεραπευτική / προεγχειρητική / ειδική ~. 3. (νομ.) προσφυγή σε πολιτικό δικαστήριο με στόχο τη διεκδίκηση ορισμένου δικαιώματος: Εγείρω / κάνω ~ εναντίον κάποιου. Άσκηση αγωγής για αποζημίωση / έξωση / διαζύγιο. Εκδίκαση / αποδοχή / απόρριψη της αγωγής. || Πολιτική ~, ο συνήγορος εκείνου που κάνει τη μήνυση, την αγωγή κτλ.

[λόγ.: 1: αρχ. ἀγωγή· 2: ελνστ. σημ.· 3: σημδ. μσνλατ. actio ή γαλλ. procès]

αγωγιάτης ο [aγojátis] Ο10 θηλ. αγωγιάτισσα [aγojátisa] Ο27 : επαγγελματίας που κάνει μεταφορές με φορτηγό ζώο: ~ με μουλάρια / άλογα. ΠAΡ ΦΡ το αγώι* ξυπνάει τον αγωγιάτη.

[μσν. αγωγιάτης < αγώγ(ιον) -ιάτης· αγωγιάτ(ης) -ισσα]

αγωγιάτικος -η -ο [aγojátikos] Ε5 : που έχει σχέση με το αγώι ή με τον αγωγιάτη. || (ως ουσ.) τα αγωγιάτικα, η αμοιβή του αγωγιάτη για το αγώι.

[αγωγιάτ(ης) -ικος]

αγώγιμος -η -ο [aγójimos] Ε5 : 1.(φυσ.) που χαρακτηρίζεται από αγωγιμότητα: Aγώγιμα υλικά. 2. (νομ.) που σχετικά μ΄ αυτόν είναι δυνατή η άσκηση αγωγής: Aγώγιμο δικαίωμα. Aγώγιμη αξίωση. || (ως ουσ.) το αγώγιμο, η σχετική δυνατότητα.

[λόγ.: 1: αρχ. ἀγώγιμος `που μπορούν να τον μεταφέρουν΄ σημδ. γαλλ. conductible· 2: κατά τη σημ. του αγωγή3]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...29   Next >
Go to page:Go