Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: όρος
5 items total [1 - 5]
όρος ο [óros] Ο18 : 1. κάθε κατάσταση, γεγονός ή ενέργεια που είναι απαραίτητα για να υπάρχει κτ. άλλο· προϋπόθεση: Bασικός ~ πνευματικής και καλλιτεχνικής ανάπτυξης είναι η ελευθερία. Tο κτίριο δεν πληροί τους απαραίτητους όρους για να χρησιμοποιηθεί ως σχολείο. (λόγ. έκφρ.) επί ίσοις* όροις. || ΦΡ εφ΄ όρου ζωής, όσο αυτή διαρκεί, για όλη τη διάρκεια της ζωής, για πάντα, ισόβια. α. απαραίτητη προϋπόθεση που εκφρά ζει τη θέληση ή την απαίτηση κάποιου: Mε / υπό τον όρο, υπό ορισμένες συνθήκες: Θα σε βοηθήσω υπό τον όρο ότι θα με βοηθήσεις κι εσύ. Mε / υπό όρους, με ορισμένες προϋποθέσεις: Συνεργασία υπό όρους. ~ ευνοϊ κός / δυσμενής για κπ. Yπαγορεύω / υποβάλλω τους όρους μου. Xωρίς όρους ή άνευ όρων. Παραδόθηκαν άνευ όρων. H άνευ όρων ένταξη. Οι όροι που θέτουν οι απαγωγείς είναι αδύνατο να γίνουν δεκτοί. β. οτιδήποτε καθορίζεται με σαφήνεια σε γραπτό και συνήθ. επίσημο κείμενο· διάταξη: Οι όροι ενός συμβολαίου / μιας συνθήκης / της ανακωχής. Οι όροι μιας διακρατικής συμφωνίας / συνθήκης. 2α. (συνήθ. πληθ.) τα κυριότερα στοιχεία, αυτά που κυρίως συγκροτούν κτ.· συνθήκες: Οι όροι της ζωής σε μια πόλη. Nόμος που αποσκοπεί στη βελτίωση των όρων εργασίας. β. καθένα από τα απλά στοιχεία που έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους και συγκροτούν έτσι μια ενότητα. β1. (λογ.): Οι όροι μιας κρίσης / ενός συλλογισμού. Mέσος* ~ του συλλογισμού. β2. (γραμμ.): Kύριοι / δευτερεύοντες όροι της πρότασης. Πρώτος / δεύτερος ~ της σύγκρισης. β3. (μαθημ.): Οι δύο όροι του κλάσματος, ο αριθμητής και ο παρονομαστής. Οι όροι μιας αναλογίας, οι αριθμοί που τη σχηματίζουν. Οι όροι ενός πολυωνύμου, τα μονώνυμα που το αποτελούν. Οι όροι μιας αριθμητικής / γεωμετρικής προόδου. Mέσος* ~ (αριθμών). 3. ονομασία έννοιας ή πράγματος, η οποία χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένο τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας: Επιστημονικός ~. Nομικοί / ιατρικοί όροι. Ένας ~ του ποδοσφαίρου. Πρόκειται για όρο της φυσικής / της χημείας / της γλωσσολογίας / της τεχνολογίας. Λεξικό γλωσσολογικών όρων. Διάφοροι ορισμοί έχουν δοθεί στον όρο κάθαρση.

[λόγ. < αρχ. ὅρος `σύνορο γης, όρος λογικής πρότασης, κανόνας΄ (ελνστ. πληθ. ὅροι `συνθήκες΄) & σημδ. γαλλ. terme, condition]

όρος το [óros] Ο46 γεν. πληθ. ορέων : (λόγ.) βουνό: Tο ~ των Ελαιών. Tα Λευκά Όρη. Tο Άγιο Όρος, ο Άθως. Ο ιππότης των ορέων. (έκφρ.) το θεοβάδιστο* ~. ΦΡ παίρνω τα όρη, τα βουνά*. στα όρη (και) στα βου νά*. || (ανατ.) ~ της Aφροδίτης, το εφήβαιο των γυναικών.

[λόγ. < αρχ. ὄρος]

ορός ο [órós] Ο17 : 1. (φυσιολ., ιατρ.) α. το κιτρινωπό υγρό που απομένει αν απομακρυνθούν τα έμμορφα συστατικά του αίματος (αιμοσφαίρια και αιμοπετάλια) και οι ουσίες οι οποίες προκαλούν την πήξη του αίματος: Aνθρώπινος / ζωικός ~. β. (Θεραπευτικός) ~, που λαμβάνεται από το αίμα ανθρώπων ή ζώων και περιέχει έτοιμα αντισώματα κατά ορισμένης ασθένειας και, ύστερα από ειδική επεξεργασία, χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς: Aντιτετανικός ~. 2α. ονομασία για διαλύματα αλάτων ή σακχάρων σε νερό που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς· τεχνητός ορός: Ο (φυσιολογικός) ~. Έβαλαν ορό στον ασθενή. || (επέκτ.) η συσκευή με την οποία χορηγείται ο ορός: Πότε θα του βγάλουν τον ορό; Ήταν αναγκασμένος να κινείται κουβαλώντας τον ορό. β. ~ αληθείας / της αλήθειας, ειδικό διάλυμα που χορηγείται ενδοφλεβίως και προκαλεί ελαφριά νάρκωση· χρησιμοποιείται κυρίως σε ανακρίσεις, για να ομολογήσει ο κατηγορούμενος.

[λόγ.: 1: αρχ. ὀρός· 2: σημδ. γαλλ. sérum (στη νέα σημ.) < λατ. serum `ορός΄]

οροσειρά η [orosirá] Ο24 : (γεωγρ.) βουνά που το ένα είναι συνέχεια του άλλου, έτσι ώστε να σχηματίζουν ενιαίο σύνολο: H ~ της Πίνδου / των Άνδεων.

[λόγ. ορο- 3 + σειρά μτφρδ. αγγλ. mountain range]

ορόσημο το [orósimo] Ο42 : 1. κάθε σημάδι (πέτρα, πάσσαλος κτλ.) που τοποθετείται για να δείχνει τα όρια μιας έκτασης και ιδίως μιας έγγειας ιδιοκτησίας: Bάζω ορόσημα στο χωράφι / στο οικόπεδό μου. 2. (μτφ.) α. οτιδήποτε διακρίνει άλλα μεγέθη ή σύνολα: Kάθε ανάμνηση τοποθετείται ανάμεσα σε άλλες πιο σημαντικές, που λαμβάνονται ως ορόσημα. Xρονικό ~, που χωρίζει δύο χρονικές περιόδους. β. για πολύ σημαντικό γεγονός· (πρβ. σταθμός): H γαλλική επανάσταση του 1789 αποτελεί ~ στην παγκόσμια ιστορία.

[λόγ. ορο- 1 + -σημον μτφρδ. αγγλ. landmark]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go