Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χορεία
2 items total [1 - 2]
χορεία 1 η [xoría] Ο25 : ομάδα προσώπων που αποτελούν ένα υψηλού συνήθ. επιπέδου σύνολο: H ~ των αγγέλων / των αγίων / των ηρώων. Aνήκει στη ~ των πολιτικών / των ποιητών που έγιναν είδωλα.

[λόγ. < ελνστ. χορεία, αρχ. σημ.: `κυκλικός χορός΄]

χορεία 2 η : (ιατρ.) ασθένεια των νεύρων που εκδηλώνεται με άρρυθμες, ακούσιες κινήσεις.

[λόγ. < χορεία 1 σημδ. γαλλ. chorée (< λατ. chorea < αρχ. χορεία)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go