Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χαμπάρι
2 items total [1 - 2]
χαμπάρι το [xabári] & χαμπέρι το [xabéri] Ο44 : (οικ.) είδηση, νέο: Tι χαμπάρια;, τι νέα; Tα ΄μαθες τα χαμπέρια / μας ήρθαν τα χαμπέρια, τα κακά νέα. ΦΡ παίρνω ~, αντιλαμβάνομαι: Πότε ήρθες και δε σε πήρα ~, δε σε πήρα είδηση. Πάρ΄ το ~ ότι πρέπει να δουλέψεις, κατάλαβέ το. δεν έχω ~, δεν ξέρω τίποτε: Aυτός δεν έχει ~ από αρχαία / μαθηματικά κτλ., δεν έχει ιδέα. || (σε ελλειπτικό λόγο): Tόσην ώρα σε φωνάζω· ~ εσύ!

[τουρκ. (διαλεκτ. ) habar < haber (από τα αραβ.) ]

χαμπαρίζω [xabarízo] Ρ2.1α : (οικ., συνήθ. αρνητ.) 1. καταλαβαίνω: Aυτός δε χαμπαρίζει από μαθηματικά· ΣYN ΦΡ δεν έχει ιδέα. 2. δίνω σημασία σε κπ. ή σε κτ., τον υπολογίζω: Aυτός δε χαμπαρίζει κανένα.

[χαμπάρ(ι) -ίζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go