Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υπερηφανεύομαι
1 item total
υπερηφανεύομαι [iperifanévome] & περηφανεύομαι [perifanévome] Ρ5.1β : 1.νιώθω και εκδηλώνω ένα συναίσθημα ικανοποίησης και χαράς για κτ. που απόκτησα ή για κτ. που κατάφερα να κάνω: Mην περηφανεύεσαι για τη νίκη σου. Δεν ~ καθόλου για την επιτυχία μου. Yπερηφανεύεται ότι είναι ανίκητος στο σκάκι. || Tο σχολείο μας υπερηφανεύεται ότι έχει την καλύτερη βιβλιοθήκη. 2. για συναίσθημα ματαιοδοξίας και αλαζονείας: Πολύ περηφανεύεται τώρα τελευταία.

[λόγ. < ελνστ. ὑπερηφανεύομαι· ελνστ. ὑπερηφανεύομαι με αποβ. του αρχικού άτ. φων. κατά το περήφανος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go