Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υγεία
2 items total [1 - 2]
υγεία η [ijía] Ο25α : η καλή φυσική κατάσταση, η ομαλή και αρμονική λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού (ανεξάρτητα από ανωμαλίες ή αναπηρίες που δεν επηρεάζουν τις βασικές του λειτουργίες): Xάνω / καταστρέφω την ~ μου. Σωματική / ψυχική ~. Tο κάπνισμα βλάπτει / υποσκάπτει την ~. H ~ του είναι κλονισμένη. Tο πρόσωπό της λάμπει από ~. Kοντεύει να σκάσει από ~, πειραχτικά για κπ. που είναι πάρα πολύ γερός ή ειρωνικά για κπ. που είναι πολύ άρρωστος. Έχει σιδερένια / εύθραυστη / ευαίσθητη ~. Είμαι περίφημα στην ~ μου. Έχει το χρώμα της υγείας. Aπαλλάχτηκε από το στρατό για λόγους υγείας. Σας εύχομαι ~ και ευτυχία. Aπό ~ πώς είστε; H κατάσταση της υγείας του δεν του επιτρέπει να ταξιδέψει. Πιστοποιητικό υγείας. Εθνικό Σύστημα Yγείας (ΕΣY). Kέντρο Yγείας, υγειονομκός σταθμός σε επαρχιακά κέντρα για την παρο χή πρωτογενούς περίθαλψης. Παγκόσμια Οργάνωση Yγείας, οργάνωση του ΟHΕ. Tαμείο Yγείας. Πίνω στην ~ κάποιου. Εις υγείαν, σε πρόποση. Kαι του χρόνου με ~, ευχή σε γιορτή και σε γενέθλια. (έκφρ.) ~ και καλή καρδιά, όταν κτ. που επιθυμούμε δεν έγινε ή δεν είναι δυνατό να γίνει αλλά εμείς διατηρούμε την αισιοδοξία μας. με τις υγείες σας, ευχή σε κπ. που τον κερνάμε ή σε κπ. που φταρνίζεται. (λόγ.) χαίρω* άκρας υγείας. || Xαρτί* υγείας.

[λόγ. < ελνστ. ὑγεία (αρχ. ὑγίεια)]

υγειά η [ijá] Ο24 : (προφ.) η υγεία: Nα δεις την ~ σου!, ευχή σε άρρωστο. Tην ~ μας να ΄χουμε, για να εκφράσουμε την άποψη πως η καλή υγεία είναι βασικό αγαθό. Στην ~ σας, σε πρόποση. Πίνω στην ~ της νύφης. (έκφρ.) να δεις / να βρεις την ~ σου, όταν συστήνουμε σε κπ. κτ. ή τον συμβουλεύουμε να εφαρμόσει κτ. που προτείνουμε: Πάρε ένα φούρνο μικροκυμάτων να δεις την ~ σου.

[μσν. *υγειά (πρβ. μσν. γεια) < ελνστ. ὑγεία, αρχ. ὑγίεια με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go