Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: τυρβάζω
1 item total
τυρβάζω [tirvázo] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : μόνο στην έκφραση μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά, για κπ. που ασχολείται με πολλά συγχρόνως και παραμελεί το κύριο έργο του.

[λόγ. < αρχ. τυρβάζω (η φρ. από την Κ.Δ.: Mάρθα, Mάρθα, μεριμνᾷς καί τυρβάζFη περί πολλά)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go